Το βραδύπλοο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Εμείς στραβά αρμενίζουμε

Στον Σπύρο (α, ρε μπαγάσα, εσύ την έκανες νωρίς!)

«Εγώ, Σπύρο, μέσα σ’ αυτό το καρυδότσουφλο δε μπαίνω. Με τίποτα. Ακούς; Δεν μπαίνω!»

«Βρε, καλή μου, βρε, χρυσή μου, εσύ δε λύσσαξες να πάμε εκδρομή, γιατί τώρα…;»

Τι να του πεις! Άδικο είχε; Εγώ είχα λυσσάξει.

Μέσα της δεκαετίας του ’90, νιά εγώ, αρχές φθινοπώρου πάμε με τον σύντροφό μου τον Σπύρο, τετραήμερο στο Αγκίστρι. Σ’ ένα νησί  με λίγο κόσμο κι όχι τόσο εύκολη σύνδεση με τον Πειραιά, όσο σήμερα. Εδώ που τα λέμε, ο εν λόγω σύντροφος, ουδεμία όρεξη είχε να θαλασσοδαρθεί, αλλά τι να κάνει κι αυτός με μένα,  την «τρελή κι αδέσποτη» που είχε μπλέξει. Ενέδωσε. Σεπτέμβρης, και το Αγκίστρι, απόκοσμα όμορφο και ήρεμο. Μένουμε σε ένα μικρό ξενοδοχείο πάνω στην άμμο,  απλό, πεντακάθαρο με εύκολη πρόσβαση στα απολύτως απαραίτητα:  Δηλαδή  σε θάλασσα – γυαλί και σε ταβέρνα με φρέσκα ψάρια.

Το νησί δεν είναι απλώς ήρεμο αλλά έρημο, μια και ο πολύς κόσμος δεν το έχει ανακαλύψει ακόμα. Βρισκόμαστε και εκτός “high season” οπότε έχουν απομείνει κάτι ξέμπαρκοι εναλλακτικοί, κάποιοι «ψαγμένοι» κατασκηνωτές και εμείς το ζευγαράκι της αγίας Παρασκευής. Το οποίο ζευγαράκι, μετά από έξη χρόνια σχέσης, πόσο πια να συνευρεθεί! Το  γυρίσαμε περπατώντας λοιπόν και μάλιστα όχι μόνο μία φορά. Και κολυμπήσαμε και γυάλες ολόκληρες όστρακα μαζέψαμε (εγώ δηλαδή γιατί ο Σπύρος προτιμούσε τη μεσημεριανή σιέστα) και ούζα μπόλικα «παρά θιν΄άλός» ήπιαμε (αλκοολικοί κοντέψαμε να καταντήσουμε).

Έτσι, όταν μια ωραία πρωία – που μάλλον μεσημέρι θα ’τανε – πήρε το μάτι μου μια ταμπέλα που έλεγε «ο γύρος του νησιού με καΐκι», «τσίμπησα».

«Σπύρο», του λέω και τον ταρακουνάω γιατί κοιμότανε, «έκπληξη».

Ο χριστιανός με το καρτερικό βλέμμα «τι σκέφτηκε πάλι» με κοιτάζει ερωτηματικά. Τότε, εγώ του αποκαλύπτω, τα δύο χαρτάκια – έκπληξη, δηλαδή τα εισιτήρια για τον γύρο του νησιού με το καϊκάκι, το ίδιο απόγευμα.

«Βρε παιδάκι μου, δεν τον κάναμε το γύρο με τα πόδια; Και μάλιστα παραλιακά… Τι άλλο θα δεις με το καΐκι;»

«Έλα, βρε Σπύρο, με το καΐκι, είναι αλλιώς!»

Μου ξαναρίχνει ένα βλέμμα, λίγο αγριωπό, λίγο νυσταγμένο, λίγο «παράτα με ήσυχο» και γυρίζει  πλευρό.

Το απόγευμα, φυσάει. Προβατάκια – κυματάκια στη θάλασσα, ουδέν ανησυχητικό.

Φτάνουμε στο λιμάνι και μας περιμένει μια έκπληξη. Το «κανονικό» καΐκι, που είχα δει όταν έβγαζα εισιτήρια, χάλασε και αντικαταστάθηκε. «Ο αντικαταστάτης» έμοιαζε, πώς να το πω, σαν κι κείνα τα χάρτινα καραβάκια που φτιάχναμε, όταν ήμασταν πιτσιρίκια. «Παραντούραγε», κουνιόταν δηλαδή ακόμα και στο λιμάνι που δεν είχε κύμα. Φρικάρω.

«Σπύρο, εγώ σ’ αυτό δε μπαίνω να σκυλοπνιγώ. Ας μένει ο γύρος. Πάμε καλύτερα για γύρο – κεμπάπ».

Με τη χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας κάνουμε μεταβολή και σχεδόν το βάζουμε στα πόδια πριν καταλάβουν ότι έχουμε εισιτήρια και ρεζιλευτούμε. Μοναχοί άλλωστε θα ’μασταν, επιβάτες. (Σαν να μου φαίνεται πως ο Σπύρος είχε κι ένα ύφος «στα ’λεγα εγώ» αλλά δεν παίρνω όρκο).

Γυρίσαμε ευτυχείς στη γνωστή ρουτίνα – μπάνιο, κοχύλια, φαΐ – για τη μία ημέρα που μας απέμενε. Έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς γιατί φεύγαμε την επαύριο, πουρνό πουρνό, στις 6.30, για να προλάβουμε να είμαστε κι οι δύο έγκαιρα στις δουλειές μας (Μάντεψε ποιος επέμενε να εξαντλήσουμε και την τελευταία μέρα και να μην φύγουμε το απόγευμα) .

Ξυπνάμε λοιπόν την ημέρα του γυρισμού, αχάραγα και «έχει καιρό» όπως λέμε οι νησιώτες.  Όχι πολύ αλλά έχει. Ο αέρας έχει δυναμώσει, τα προβατάκια στη θάλασσα έχουν μεγαλώσει, έχουν πάρει μπόι και κοντεύουν να βελάξουν κι εγώ δειλά – δειλά διατυπώνω την πρόταση:

«Μήπως να πάρουμε άδεια να μείνουμε άλλη μια μέρα να καλυτερεύσει ο καιρός;»

Το άγριο βλέμμα του Σπύρου αποθαρρύνει κάθε συνέχεια σ’ αυτή τη σκέψη κι έτσι ζαλωνόμαστε τα μπαγκάζια και κατεβαίνουμε στο λιμάνι. Δε βλέπω πλοίο κι ανησυχώ. Ρωτάμε έναν νυσταγμένο, με ζαρωμένα ρούχα λιμενικό

«Πότε θα ’ρθει το πλοίο για Πειραιά;»

«Εδώ είναι» μας λέει  και μας δείχνει το… χθεσινό καρυδότσουφλο. Ναι, ναι αυτό που δεν ήθελα να μπω για τον γύρο του νησιού.Αυτό.

Γυρίζω να δω το Σπύρο, να αναζητήσω λίγη συμπόνια, να δω αν με παίρνει να κάνω κανένα νάζι αλλά ακούω τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή του.

«Πάμε τώρα κι ο θεός βοηθός. Δεν μας παίρνει, γυρίζουμε σήμερ».

Κι εκεί που ο άθεος Σπύρος, έκανε το σταυρό του «τα ’παιξα». Όλα τα χρώματα, γνωστά και μη, πέρασαν από το πρόσωπό μου, για να καταλήξουν στην απόχρωση του κίτρινου (του κεριού).

Τις ώρες του ταξιδιού, ούτε που θέλω να τις θυμάμαι. Ένα πράγμα θα σου πω. Υπάρχει μια παλιά ταινία με τον Σαρλώ που πάει μετανάστης. Μπαίνει σε ένα σαπιοκάραβο – καλή ή μάλλον κακή ώρα-  έχει φουρτούνα – καλή ή μάλλον κακή ώρα – κι έχουν όλοι μπροστά τους ένα πιάτο. Από τα μπωφόρια, όμως, που ’χει η θάλασσα,  ο καθένας τρώει στη μούρη το πιάτο του απέναντί του. Δες την ταινία να καταλάβεις τι περίπου πέρασα στο χειρότερό του, αφού αυτό που μου ερχόταν στη μούρη, δεν ήταν καν σούπα, αλλά ότι διέθετε ο συνεπιβάτης και το καΐκι: σκοινιά, ξύλα, κάτι χαρτομάντιλα μαζί με τις μύξες, κάτι γόπες αποτσίγαρα  κι άλλα τέτοια νόστιμα.

Και σαν να μην έφτανε το κούνια μπέλα και το πέρα δώθε να και «το Δελφίνι» που έκανε τη γραμμή Πειραιάς – Αίγινα να περνάει ξυστά και να σηκώνει κύμα, σαν τσουνάμι.

Και ναι, βεβαίως, βεβαίως θα μπορούσαμε να είμαστε μέσα στο δελφίνι μια χαρά κι όχι στο καρυδότσουφλο δύο τρομάρες αλλά…

«Έλα, βρε Σπύρο, σε παρακαλώ, τι το θέλουμε το Δελφίνι… ας ταξιδέψουμε παραδοσιακά με το πλοίο, να θυμηθώ λίγο και το νησί μου» του είχα πει, όταν βγάζαμε εισιτήρια.

Όχι το νησί μου δεν θυμόμουνα αλλά ούτε το πώς με λένε… Το στομάχι μου με όλα τα περιεχόμενα στο στόμα, οι επιβάτες οι μισοί είχαμε το χρώμα του λευκού του πανιού κι άλλοι μισοί του εκρού του νεκρού.  Οι εικόνες να χορεύουν καρσιλαμά μπροστά στα μάτια μου, η θάλασσα να πηγαίνει και να ’ρχεται και τα λεπτά να ’χουν κολλήσει τα βλαμμένα στο ρολόι και να μην περνούν με τίποτα. Ούτε καν η ζωή, που λένε ότι σε τέτοιες στιγμές περνάει μπροστά απ τα μάτια σου, ούτε αυτή, «άστο καλύτερα» έλεγε «με τέτοιο καιρό πού να τρέχω».

Όταν βγήκαμε στη στεριά, αλήθεια στο λέω, έπεσα με τα γόνατα και τη φίλησα. Έπεσα βέβαια στα γόνατα και γιατί δε μπορούσα να σταθώ όρθια απ’ τη ζαλάδα.

Έκανα κάμποσο καιρό να του ξαναμιλήσω για ταξίδι! Αλλά επανήλθα για  νέες περιπέτειες…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook