Ζόρικος άνθρωπος από μικρή η Νίκη. Κλειστό παιδί, μα χαμογελαστό και εξυπηρετικό. Αγαπούσε το φως και την ησυχία τόσο πολύ, που ήταν μέχρι τα 13 της περίπου όλη μέρα έξω στον ήλιο. Κι όταν είχε συννεφιά, αν δεν είχε κάποιο βιβλίο να διαβάσει, έβαζε λάδι στη φωτιά της φαντασίας της. Κάπου μετά τα 13 της χρόνια, άρχισαν τα σύννεφα στη ζωή της να κρύβουν όλο της το φως, όλο της τον ήλιο. Ο στενός της συγγενικός κύκλος ήταν πάντα απέναντι από την οικογένεια της, με μια φράση δηλαδή, είχε μεγαλώσει μέσα σε εντάσεις και φασαρίες. Ήθελε μονάχα ησυχία.

Κάπου στα 14 της, στη δευτέρα γυμνασίου, η καθηγήτρια της λογοτεχνίας βλέποντας την εμφανή της αγάπη για γράψιμο, μα και κρίνοντας από τη γραφή της, την παρότρυνε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό έκθεσης του νομού. Με τα πολλά πείστηκε, αν και ντρεπόταν. Έγραψε λοιπόν με τόση αφοσίωση και κατάφερε να διακριθεί 4η! Σημαντική θέση για μια κοπέλα χωρίς αυτοπεποίθηση, χωρίς φως, που είχε μονάχα λέξεις. Έναν χρόνο μετά στο μάθημα των Αγγλικών, η Νίκη εξαγριωμένη με ένα γεγονός που είχε λάβει χώρα στο σχολείο, ξεκίνησε ασυναίσθητα να γράφει και να γράφει μέχρι που χτύπησε το κουδούνι και ξύπνησε από τον λήθαργο της γραφής της. Το χαρτί όμως το ξέχασε στην τάξη που για ειρωνική της τύχη, έπεσε στα χέρια της καθηγήτριας των Αγγλικών.

Και τότε άρχισε το πανηγύρι. Την κάλεσαν στο γραφείο των καθηγητών να της πουν ότι ΠΡΕΠΕΙ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να διαβαστεί αυτή η κοπέλα και στο άκουσμα αυτού, η κυρία της λογοτεχνίας της είπε πως δήλωσε ήδη το όνομα της στον λογοτεχνικό διαγωνισμό. Το κείμενο που είχε γράψει, το μετέτρεψαν σε ποίημα και το έστειλαν. Τέλος, αυτό ήταν. Άρχισε να γράφει, επίσημα πια, ποιήματα και διηγήματα για να ξαναβρεί το φως της. Μα αντί να το βρει, όλο και πιο πολύ έχανε μαζί με το φως και την ελπίδα. Έγινε μια μαύρη κινούμενη ψυχή που περιφερόταν ανάμεσα σε δρόμους, ανθρώπους, σκοτάδια και λέξεις. Ώσπου οι λέξεις ήταν όλα όσα είχε: σκοτάδι, άνθρωποι, ζωή, θάνατος. Δεν φοβόταν τον θάνατο, φοβόταν τη ζωή. Κι αυτό κράτησε μέχρι τα 18 της. 
 
Οι καταστάσεις που βίωσε και η τεράστια ευαισθησία της, την έκαναν να μοιάζει ζωντανή νεκρή. Ήταν πιο ώριμη από την ηλικία της εδώ και χρόνια κι αυτό ίσως να ήταν η μεγαλύτερη της δυστυχία. 

Ξεκίνησε να γράφει γιατί δεν ήξερε να μιλήσει τον θυμό της. Η σιωπή για αυτά που την πονούσαν ήταν μια φαινομενικά ιδανική διέξοδος, ώσπου άρχισε να αρρωσταίνει το σώμα, πράγμα που σήμαινε πως η ψυχή της είχε μπουκώσει πόνο και σκοτάδι. Αυτό που δεν άντεχε πια να της συμβαίνει, ήταν το κλάμα. Δεν άντεχε άλλο να κλαίει, δεν ήθελε να δείχνει πόσο εύθραυστη ήταν. Γιατί αυτό ήταν το “ελάττωμα” της, όπως η ίδια θεωρούσε. Μπορούσε να κρύβει τα λόγια της, αλλά το πρόσωπο της και κυρίως το πικρό χαμόγελο και το κενό βλέμμα, τα έλεγαν όλα. Κι όταν κάποιος την κοίταζε στο πρόσωπο, θύμωνε που δεν μπορούσε να κρύψει την κατάθλιψή της. 

Ερωτικά απωθημένα, απογοητεύσεις πάσης φύσεως, φιλίες, κεριά και μισοφέγγαρα την ωθούσαν στο να γράφει. Κι όσο περισσότερο έγραφε τόσο λιγότερο μίλαγε. Μα το Θεό όμως, υπήρχαν στιγμές που ήθελε να ουρλιάξει, ήθελε να κλάψει, ήθελε να σταματήσει η καρδιά να χτυπάει στα αυτιά της και δε μπορούσε να διαχειριστεί πια κανέναν πόνο, καμιά απώλεια. Ένα βράδυ έριξε μονάχα μια κραυγή, ήταν μόνη στο σπίτι, κι έβαλε το πιο γοερό της κλάμα στη διαπασών. Τόσες κραυγές δεν έριξε ούτε στον χορό της σαύρας (θα σας το διηγηθώ άλλη μέρα αυτό). 

Έφτασε στα 19 της, ανήμπορη να διαχειριστεί τον εαυτό της παρά μόνο τις λέξεις της και κάθε δάκρυ που δεν έριξε, ήταν μια ακόμη λέξη που στόλιζε τα ποιήματα της. Σταμάτησε να ανοίγεται ακόμα και στον άνθρωπο της, την κολλητή της την Σταυρούλα. Μίλαγε στο ταβάνι, στα αστέρια, στα κεριά και στις λέξεις της. Μόνο το κενό στο οποίο μιλούσε καταλάβαινε το δικό της κενό. Η αυτολύπησή της έπιανε κόκκινο, σκεφτόταν πόσο άθλιο άτομο είναι, μια άχρηστη της κοινωνίας, που δε μπορούσε ούτε από το κρεβάτι της να βγει, που είχε δαίμονες εγκεφαλικούς για εραστές και μονάχα το μαξιλάρι για σιγαστήρα σκέψεων, όταν φυσικά κι αυτό δεν της χάριζε εφιάλτες και 24ωρες αϋπνίες.

Ο καραγκιόζης του εαυτού της, μετουσίωσε τα εσωτερικά δάκρυα που σάπιζαν την ύπαρξη της σε μελάνι που ερωτεύτηκε μερικές γραμμές και σχημάτιζε πλέον λέξεις, για να γίνει η δυστυχία της, η ανακούφιση κάποιου άλλου. Η γραπτή αποφόρτιση ήταν πια το φως της και κατάφερε να ξαποστάσει λίγο η ψυχή της, από της ζωής τα θλιμμένα μονοπάτια.

Έτσι δεν ήταν δυστυχισμένη πια, ήταν ήσυχη.

                                                  Equilibrium