Όταν μου είπε ότι ζούσε στο δάσος που επιπλέει, νόμιζα ότι ήταν παλαβή. Ήταν η πρώτη μας συνάντηση στο βιβλιοπωλείο κάτω από το διαμέρισμά μου. Βρισκόμουν εκεί πρακτικά κάθε μέρα, μια και ο ιδιοκτήτης ήταν φιλαράκι μου και περνούσα τουλάχιστον δυο ώρες την ημέρα βοηθώντας τον κόσμο να διαλέξει βιβλία, χαζεύοντας κι εγώ ανάμεσα στα ράφια, μέχρι και τον ταμία έκανα όταν χρειαζόταν να λείψει για λίγο ο φίλος μου. Τι να πω, παιδί για όλες τις δουλειές.

Τέλος πάντων, χάζευα τα βιβλία στο τμήμα κηπουρικής, το πιο πρόσφατο χόμπι μου, όταν την είδα. Μικροσκοπική, καστανούλα, με γλυκό βλέμμα, κοιτούσε το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου – κάτι για κηπουρική στην Αυστραλία – πράγμα για το οποίο πρέπει να παραδεχτώ πως είχα πλήρη μεσάνυχτα. Την είδα που το κοιτούσε και μου χαμογέλασε. Όμορφη, πραγματικά. Άπλωσα το χέρι και της πρόσφερα το βιβλίο. Αρνήθηκε με ένα κούνημα του κεφαλιού της και συνέχισε να χαμογελάει.
“Έχεις πάει ποτέ στην Αυστραλία;” με ρώτησε.
“Ω… όχι. Αλλά ονειρεύτηκα ότι πήγα. Μετράει αυτό;”
Το γέλιο της ακούστηκε γάργαρο. Τώρα που είχα ακούσει τη φωνή της μου έμοιασε ακόμα μικρότερη από ό,τι νόμιζα. Είκοσι και κάτι, μάλλον. Εικοσιπέντε το πολύ. Και πάλι, της άπλωσα το χέρι.
“Τζον”, είπα.
“Νέλι. Χάρηκα.”
“Γεια, Νέλι. Λοιπόν… έχεις κήπο;” Ξέρω, απαίσια ατάκα, αλλά ειλικρινά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα καλύτερο να πω, τίποτα ταιριαστό, εννοώ.
“Περίπου… Βασικά έχω ένα δάσος που επιπλέει. Ζούσα σ’ αυτό.”
Πρέπει να κόλλησα εκείνη τη στιγμή, καταλάβαινα ότι τα γρανάζια του μυαλού μου δούλευαν σαν τρελά και εκείνη το έβλεπε. Ναι, ήμουν σίγουρος ότι δεν έστεκε και πολύ καλά.
“Ψάξ’το”, μου είπε. Έβαλε κάτι στο χέρι μου, γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε, αφήνοντάς με να στέκομαι μόνος μου.

Μόλις ξεπέρασα το αρχικό σοκ έτρεξα στο ταμείο να βρω τον φίλο μου. Τακτοποιούσε κάτι αποδείξεις και ήταν κατσουφιασμένος.
“Την ξέρεις αυτήν την κοπέλα;”
“Ποια κοπέλα;”
“Αυτή που έφυγε μόλις τώρα.”
“Α, ναι, τη Νέλι. Μόλις γύρισε από Αυστραλία. Νομίζω είχε πάει να επισκεφτεί κάτι συγγενείς της.”
Τον κοιτούσα μπερδεμένος. “Και τα ξέρεις όλα αυτά γιατί….”
“Ε, ήρθε την προηγούμενη εβδομάδα και… μιλήσαμε. Γνωριστήκαμε κάπως.”
“Σοβαρά;” ύψωσα το ένα φρύδι. “Σου είπε και για το δέντρο που επιπλέει; και ότι ζούσε σ’ αυτό;”
“Είναι το δάσος που επιπλέει, όχι το δέντρο. Και ναι, το ανέφερε. Όποιος έχει πάει πρόσφατα στην Αυστραλία το ξέρει.”
“Ε;”
“Άνοιξε κανα βιβλίο, καλά; Το δάσος που επιπλέει… σε ένα πλοίο στην Αυστραλία…”
Θα μπορούσε κάλλιστα να μιλάει κινέζικα, τόσο δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε. Απηύδησε στο τέλος.
“Είναι ένα πλοίο που βρέθηκε στο Σίδνεϊ, καμιά εκατοστή χρόνια πριν. Άφησαν όλους τους θάμνους και τα αγριόχορτα που υπήρχαν μέσα του όπως ήταν, και αυτά θέριεψαν. Τώρα είναι κάτι σαν αξιοθέατο σε έναν κόλπο κοντά στο Σίδνεϊ, δε θυμάμαι το όνομά του.”
“Και η Νέλι ζούσε εκεί;” ρώτησα έκπληκτος.
Μου έκλεισε το μάτι. “Ρε φίλε, σου έδωσε το τηλέφωνό της. Πάρ’την και ρώτα την.”

Στο χέρι μου κρατούσα σφιχτά ένα κομμάτι χαρτί με έναν αριθμό τηλεφώνου γραμμένο επάνω του. “Στ’ αλήθεια μου το έδωσε”, σκέφτηκα. Θα μάθαινα επιτέλους για το δάσος που επέπλεε.