Το δέντρο της ζωής

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Και ήρθε το δείλι. Έλαμψε, άστραψε, βρόντηξε. Πότισε το κομμάτι ουρανό του παραθύρου της γαλήνια, ήσυχα, ταπεινά. Κρυφά και φανερά μαζί. Φανερά, για όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Κρυφά, για τον κόσμο της. Δυο καστανοπράσινα μάτια βουτηγμένα στη θάλασσα, κάπου μακριά, κάπου άπιαστα για εκείνη. Ξενιτιά.

Είχε τρία χρόνια τώρα που λογιζόταν μακριά της. Δουλειά. Τρία χρόνια, και κάθε δείλι που περνούσε ολομόναχη, έκανε αναπόφευκτα τον ίδιο συνειρμό. Πως η λέξη δουλειά προκύπτει από τη δουλεία. Απόλυτα ακριβές. Όπως ακριβές ήταν ότι είχε βιώσει πάνω από χίλια δειλινά χωρίς τον έρωτα της ζωής της στο πλάι της. Μόνο έτσι μπορούσε να τον χαρακτηρίσει, και πάλι λίγο ήταν. Και της προηγούμενης, και της επόμενης. Δεν έβγαινε αυτό το βάσανο από το στέρνο της κι ας λένε πως τα απραγματοποίητα είναι μακροβιότερα -παντοτινά, θαρρώ- επειδή ακριβώς δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, δεν συμβιβάστηκαν, δεν έλιωσαν σαν φανταχτερό ρούχο μέτριας ποιότητας.

Έτσι κι απόψε. Το ίδιο σκηνικό που θα ζήλευαν ζωγράφοι, μουσικοί και καλλιτέχνες από κάθε γαλαξία, να τής θυμίζει την απόσταση, τη μοναξιά, το χαμένο χρόνο από τις ζωές τους. “Σε θέλω εδώ”, τού είχε δηλώσει πολλές φορές στις επικοινωνίες τους. Για να έρθει άμεσα η απάντηση “Εγώ να δεις…”. Συμφωνούσαν. Αλλά δεν ήταν αρκετό. Ή μήπως ήταν;

Τρία χρόνια λατρείας. Με τα πάνω τους, τα κάτω τους -αναπόφευκτα- τα εδώ τους και τα πάντα τους. Εκείνη είχε πει πρώτη το “σ’ αγαπώ“. Και δεν το είχε μετανιώσει ποτέ. Το βίωνε ως σημάδι της ωριμότητάς της και η ύπαρξή της πανηγύριζε. Ενάντια στα καθιερωμένα, ύπουλα στερεότυπα, ακόμα και στον 21ο αιώνα, όπου ο άντρας πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. Το έκανε εκείνη και το καταχάρηκε. Σαν να έτρεχε μια διαδρομή -με μόνο αντίπαλο τον εαυτό της… – και να, τερμάτισε πρώτη. Νικήτρια, λοιπόν, στην κούρσα της αγάπης. Εκείνη, η ντροπαλή διστακτική, συνεσταλμένη. Που έδινε σημασία στον κόσμο και δυστυχούσε. Πετύχαινε, αλλά δυστυχούσε. Μέχρι που ήρθε εκείνος. Και φώτισαν οι μέρες, άναψαν οι νύχτες, πυρώθηκαν τα μυαλά. Κατάπιαν οξυγόνο και γέννησαν μια μοσχοβολιστή, ταπεινή αγάπη.

“Πότε θα σε δω;”, η μόνιμη ερώτηση που κανείς από τους δύο δεν ξεστόμιζε για να μην πληγώσει τον άλλο. Κυρίως διότι δεν υπήρχε σαφής απάντηση. Πιο σωστά, δεν υπήρχε ικανοποιητική απάντηση. Και άφηναν να περνούν οι ανατολές, τα λάβρα απομεσήμερα κι εκείνα τα πληγωμένα δειλινά με τα χρώματα της ίδιας της ζωής όταν την πολεμάς και μελανιάζει. Μελανιάζει για να μην υποκύψει. Για να μην παραιτηθεί. Για να μην κλείσει το παράθυρο εκείνο που ήταν ο κρυφός της κόσμος, ο ολάκερος για εκείνη. Εκεί που το δέντρο της ζωής -της ζωής της- ευθυγραμμισμένο με το ζωοδότη Ήλιο, της παραστέκονταν ανυποχώρητα και μεγαλεπήβολα. Κι εκείνο μόνο. Στολισμένο με τα χρώματα του επιτάφιου. Ησυχία γύρω από το δέντρο της, έξω από το παράθυρό της και βαθιά στον πυρήνα της. Ησυχία κούφια όταν την έσκιζε ο πόνος της μοναξιάς -δεν τον νικούσε πάντα-, αγαλλίαση όταν επιτέλους κατάφερνε να πιστέψει ότι η ανταμωσή τους πλησίαζε.

“Καρδιά μου, όσο μακριά κι αν είσαι, θα σου φυλάω εκείνα τα χίλια δειλινά σαν τις χίλιες και μια νύχτες του παραμυθιού. Τότε που η μικρή παραμυθού πήρε αγκαλιά τον κύρη της και τον ξενάγησε στον κόσμο της. Τότε που εκείνος τρύγησε κάθε λέξη της νυχθημερόν για να καμφθεί η ατσαλιά αυτού του κόσμου που όλα τα έχει ανάποδα. Έχθρες κοντινές και αγάπες μονάκριβες και ξενιτεμένες”. Κοίταξε για μια ακόμα φορά έξω από το παράθυρό της, στο δέντρο της. Ήξερε ότι την κοιτούσε κι εκείνο. Χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του, πάτησε enter.

 

 

Ελευθεριάζουσα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook