Παραθεριστές από όλες τις γωνιές της μεγαλούπολης κατέκλυζαν κάθε χρόνο το μικρό παραθαλάσσιο ψαροχώρι. Παιδιά και παππούδες στις πίσω θέσεις, μαγιό, ανάμεικτα με πολύχρωμα πουκάμισα, καφτάνια και σαγιονάρες στις αποσκευές στριμώχνονταν στα ιδρωμένα πορτ μπαγκάζ των οικογενειακών αυτοκινήτων που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα στην παραλιακή λεωφόρο.

Οι οικογένειες απολάμβαναν πρωινά μπάνια στα βραχώδη λιμανάκια, μεσημεριανούς υπνάκους πίσω από κλειστά παντζούρια που αναστέναζαν από το θόρυβο των ανεμιστήρων και βραδινές εξορμήσεις στο θερινό σινεμά, τα υπαίθρια καφέ και παγωτατζίδικα αλλά και παρτίδες κουμ καν στα μπαλκόνια.

Ένα από εκείνα τα καλοκαίρια, η Μαργαρίτα και η Εύα, στην τρυφερή ηλικία των δώδεκα, ανακάλυψαν τα χειρόγραφα σημειωματάρια της γιαγιάς Μαργαρίτας, που πλέον αναπαυόταν κάπου ανάμεσα σε λευκά αφράτα σύννεφα και κομμάτια του γαλάζιου ελληνικού ουρανού. Είχαν ξεχωρίσει αυτό με το μαλακό μαύρο sauvage εξώφυλλο και το ανάγλυφο χρυσό περίγραμμα παιώνιας στο κέντρο. Περνούσαν τις αποχαυνωμένες από τη ζέστη ώρες του απομεσήμερου διαβάζοντας τις πυκνογραμμένες σελίδες και τα απογεύματα ξεχύνονταν προς ανεύρεση των δύσκολων υλικών. Το βραδάκι, όταν οι γονείς τους κάθονταν γύρω από το στρογγυλό, λευκό φερ φορζέ τραπέζι της βεράντας, εκείνες στριμώχνονταν στο καμαράκι που η μαμά τους χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη και «μαγείρευαν» τα περίφημα ελιξίρια της γιαγιάς τους.

«Λες ο Νικόλας να με ερωτευτεί αν το πιει αυτό;», ρώτησε με αγωνία η Εύα την Μαργαρίτα.
Τα καστανοπράσινα μάτια της γυάλιζαν από την έξαψη, καθώς παρακολουθούσε την δίδυμη αδερφή της να ανοίγει προσεκτικά τα φιαλίδια με τα υλικά της συνταγής για το «δηλητήριο του έρωτα».
«Σσσσς, δεν βλέπεις ότι μετράω;» σφύριξε μέσα από τα δόντια της η Μαργαρίτα.
«Εννέα σταγόνες από βρασμένα πέταλα γιασεμιού», μουρμούρισε σιγανά καθώς τις άφηνε να κυλήσουν στο μεγάλο διαφανή δοκιμαστικό σωλήνα.
«Εννέα σταγόνες φουρτουνιασμένης θάλασσας, εννέα κόκκοι άμμου».
«Εννέα δάκρυα ερωτευμένης γυναίκας», είπε η Λουΐζα.
«Λες να μην δουλέψει επειδή εγώ δεν είμαι ακόμα γυναίκα;» συνέχισε δαγκώνοντας ανήσυχα τον αριστερό της αντίχειρα.
«Θα δουλέψει», της απάντησε αγριεμένα η αδερφή της, καθώς άνοιγε το επόμενο φιαλίδιο με μικρές και αποφασιστικές κινήσεις.
«Εννέα σταγόνες καλοκαιρινής βροχής, εννέα γραμμάρια κοπανισμένης μαύρης σοκολάτας, εννέα σταγόνες αγιασμού, εννέα σπόροι μαύρης φράουλας, εννέα σταγόνες έλαιο πικραμύγδαλου».
Αφού έριξε τις τελευταίες σταγόνες άρχισε να ανακατεύει τα υλικά. Τα μάτια και των δύο παρέμεναν καρφωμένα στο υγρό που στροβιλίζονταν με δύναμη.
«Τώρα τι κάνουμε; Πως θα τον κάνουμε να πιει αυτό το μαύρο πράγμα;», ξεφύσηξε η ερωτοχτυπημένη Εύα.
Η Μαργαρίτα συνέχιζε να κοιτάζει το σωλήνα σκεπτική. Μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχαν δοκιμάσει τα ελιξίρια παρά μόνο στις γλάστρες της βεράντας ή στις ταλαίπωρες ρίζες των πεύκων στον κήπο της πέτρινης θερινής τους κατοικίας.
«Αν πάθει κάτι; Και εννοώ όχι έρωτα… Τι θα κάνουμε τότε;» ήταν η σειρά της να ρωτήσει στρέφοντας ολόκληρο το κορμί της προς το μέρος της Εύας.

Τα δύο κορίτσια κοιτάχτηκαν, ξαφνιασμένα από το ενδεχόμενο που άφησε ανοιχτό η ερώτηση.

Κάθισαν σχεδόν ταυτόχρονα στο μαρμάρινο πάτωμα. Η ζέστη στο μικρό αποθηκάκι έκανε τις ανάσες τους πιο βαριές. Σιωπηλά σκεφτόντουσαν και οι δύο τι θα μπορούσε να πάει στραβά, εάν ο ξανθομάλλης Νικόλας έπινε το μείγμα. Η γιαγιά, δεν έγραφε πουθενά στο σημειωματάριό εάν το είχε δοκιμάσει σε κάποιον και τι είχε γίνει.

Η Εύα, φαντάστηκε για ένα λεπτό το ψιλόλιγνο σώμα του φίλου τους, ακίνητο, μπροστά της στο πάτωμα, με μια μαύρη σταγόνα στην άκρη των εφηβικών χειλιών του. Στη σκέψη, τινάχτηκε απότομα, το δεξί της πόδι πάτησε το αριστερό της αδερφής της, έχασε την ισορροπία της και με μια κοφτή στριγγλιά έπεσε πάνω στον σωλήνα που θρυμματίστηκε από το βάρος της. Μικρά κομμάτια γυαλιού, καρφώθηκαν στα γυμνά της χέρια και πόδια, ο πόνος παρόλο που δεν ήταν οξύς, της έφερε δάκρυα στα μάτια.

Όχι, δεν ήθελε να την ερωτευτεί έτσι ο Νικόλας.

 

 Λίνα Εξάρχου