Η στιγμή εκείνη έμοιαζε βγαλμένη από όνειρο.
Δε φανταζόταν ποτέ ότι θα έφευγε από αυτό το σπίτι.
Από αυτό το δωμάτιο που είχε δει τόσα πολλά τα τελευταία 14 χρόνια.
Ό,τι θυμόταν στη ζωή της, είχε σχέση με αυτό το δωμάτιο.
Γέλια, κλάματα, χαρές, έρωτες, πόνος, ανυπομονησία, ξάγρυπνες νύχτες, όλα εκεί.
Όλη της η εφηβεία και τα πρώτα της βήματα στο χώρο των ενήλικων.
Ο πρώτος της μισθός, το πρώτο αυτοκίνητο και τόσα άλλα.
Πόσο γρήγορα πέρασαν τόσα χρόνια και πόσο ανεξίτηλα θα μείνουν στη μνήμη της.

Μαθήτρια δημοτικού, της ανακοίνωσαν ότι θα αλλάξει σχολείο, γειτονιά, φίλους.Όλα θα άλλαζαν από τη μια μέρα στην άλλη.
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που μπήκε στο σπίτι. Της φάνηκε τόσο ξένο.
Κούτες στο πάτωμα, έπιπλα τυλιγμένα με χαρτόνια, σκόνη, κόσμος να πηγαινοέρχεται.
Είχε ορκιστεί πως δε θα το αγαπήσει όπως το προηγούμενο. Άλλωστε τι το ιδιαίτερο είχε;
Δεν ήταν εκείνο που αγαπούσε, εκείνο που την είδε μωρό, εκεί που περπάτησε, εκεί που έπαιξε για πρώτη φορά, το νέο δεν είχε καν αλάνα να παίξει κρυφτό, τζαμί, να τρέξει, δεν είχε τίποτα.
Ένα διαμέρισμα αδιάφορο, μεγάλο, κρύο, ξένο, μέσα στη φασαρία των λεωφορείων.
Ακόμα και οι διπλανοί της φάνηκαν κρύοι και αντιπαθητικοί. Κι ο γιος τους μόλις την είδε, προθυμοποιήθηκε να γίνουν φίλοι και να της δείξει τη νέα γειτονιά.
Όλες οι αλλαγές μαζί.
Το σχολείο ήταν μακριά, θα έπρεπε να ξυπνάει πιο νωρίς.
Σαν να μην έφτανε η κοσμοϊστορική μετάβαση από το δημοτικό στο γυμνάσιο, ήρθε κι αυτό τώρα.
Νέοι φίλοι, νέα τάξη, νέα γειτονιά. Όλα νέα. Φτου κι απ’ την αρχή.

Χαμογελώντας με την εξέλιξη των πραγμάτων, άρχισε να περπατάει μέσα στο άδειο πλέον δωμάτιο. Είδε τα σημάδια στους τοίχους. Εδώ ήταν η φωτογραφία από την πενταήμερη.
Αυτή που τράβηξε η φίλη της. Αυτή που τον έδειχνε χαμογελαστό και που ήξεραν και οι δυο ότι θα κατέληγε στα χέρια της. Δίπλα ήταν η άλλη που βγάλανε στη Σκιάθο, στις πρώτες διακοπές μαζί. Τρεις κοπέλες μόνες, μες στην τρέλλα και τη βλακεία. Κάτω ήταν εκείνη που βγάλανε στα μπουζούκια, στα γεννέθλιά της πέρυσι. Τι γέλιο είχανε ρίξει τότε!
Συνέχισε να κοιτάει το δωμάτιο και οι εικόνες έρχονταν η μια πίσω από την άλλη.
Στο πάτωμα σημάδια από τα έπιπλα. Το γραφείο που διάβαζε με το ραδιόφωνο ανοιχτό μέσα στη νύχτα. Θυμήθηκε τα τηλέφωνα στο σταθμό που άκουγαν όλοι και κάνανε αφιερώσεις ο ένας στον άλλον. Τις ατέλειωτες κούπες καφέ και τις σοκολάτες που κατανάλωνε στη διάρκεια των εξετάσεων. Πόσο όμορφα ήταν εκείνα τα ξενύχτια. Όλα ήταν όμορφα.
Τα γέλια που έκανε με τις φίλες της.
Όταν περπατούσαν ξυπόλητες, με τα τακούνια στο χέρι, στις 7 το πρωί.
Όταν γίνανε μούσκεμα από τη βροχή και γύρισαν σπίτι στάζοντας νερά.
Όταν έκλαιγαν αγκαλιά με ένα μαξιλάρι, για τον γκόμενο που τα ‘φτιαξε με άλλη.
Όταν την έστηναν κάθε βράδυ κάτω από το σπίτι του υποψήφιου γκόμενου και καθάριζαν το αυτοκίνητο στις 12 τη νύχτα, για να δείχνουν απασχολημένες.
Όταν τρέχανε με ανοιχτά τα παράθυρα του αυτοκινήτου μέσα στο χειμώνα.
Της ήρθε στο μυαλό εκείνος ο ανεγκέφαλος που καρφώθηκε στο λεωφορείο μπροστά του γιατί προσπαθούσε να τις πείσει να βγούνε μαζί του για ποτό, ενώ οδηγούσε δίπλα τους και δεν έβλεπε μπροστά του.
Πάλι καλά που δεν τρέχανε τότε και δεν έπαθε τίποτα.

Τόσα βράδια, τόσες μέρες γεμάτες. Αναμνήσεις που φέρνουν τόσα χαμόγελα στο μυαλό.
Πολλά πρόσωπα, πολλές ευτυχισμένες στιγμές, κάποιες στενάχωρες αλλά ποτέ ξεχασμένες.
Τι θα γινόταν από δω και πέρα; Η πιο ανέμελη περίοδος της ζωής της, τέλειωνε εδώ.
Εδώ θα μένανε όλα. Σε ένα δωμάτιο που είδε τόσα πολλά να συμβαίνουν .
Σε ένα σπίτι που δεν ήθελε να αγαπήσει και λάτρεψε.

Αυτό το δωμάτιο έρχεται ακόμα στα όνειρά της. Είναι το μόνο που έρχεται πλέον.
Πολλές φορές στον ύπνο της, βλέπει ανθρώπους εκεί μέσα, που τότε δε γνώριζε.
Σαν να θέλει να ενώσει το πριν με το μετά. Να γεφυρώσει το χάσμα χρόνων.

Δε θέλει να περνάει από την παλιά γειτονιά πλέον. Κάθε γωνία της θυμίζει κάτι.
Δε θέλει να βλέπει εκείνο το δωμάτιο και να σκέφτεται ότι κάποιος άλλος ζει με τις αναμνήσεις της χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει.

Χωρίς να το υποψιάζεται καν. Μόνο εκείνη το ξέρει.

 

Β.Θ