Ήσουν διαφορετικός σήμερα. Πιο προσιτός, πιο ώριμος, προσγειωμένος, αλλά και αστείος μαζί. Παθιασμένος όπως πάντα. Επίμονος όπως πάντα. Όμορφος όπως πάντα.

Με άφησες να κάνω δυο βήματα ακόμα. Δύο φάνταζαν σε μένα που απ’ την αρχή σε είχα κλείσει στο μυαλό μου, για σένα ήταν πολλά, μεγάλη απόσταση. Μου πήρε μερικά χρόνια, αλλά σε έφτασα. Βήμα, βήμα. Να σου μιλάω ατελείωτα ελπίζοντας κάτι από αυτά να φτάσει στον πυρήνα σου, εκεί που κρύβεσαι απ’ όλους. Πολύ καιρό αργότερα μου αποκάλυψες πόσο πολύ σου άρεσαν τα κείμενά μου, οι καλημέρες, οι καληνύχτες.

Τις περίμενες πως και πως, απογοητευόσουν όταν δεν τις έβρισκες, εγώ κρατούσα απόσταση για να μη σε κουράσω κι εσύ σήκωνες άμυνες ρίχνοντας στη μάχη τον καλύτερο πολεμιστή, τον Εγωισμό σου. Είχες νεύρα και αναρωτιόμουν τι είπα πάλι, ενώ στην πραγματικότητα ήθελες να σε έχω προλάβει. Ήθελες να δεις τη λαχτάρα μου να παίρνει σχήμα, -το σχήμα των λέξεων- και διάρκεια. Ο χρόνος είναι κρίσιμος όταν δύο άνθρωποι ισορροπούν αγκαλιά με μαύρα γράμματα πάνω σε λευκό φόντο.

Ο καιρός περνούσε και η ζυγαριά μας λειτουργούσε τέλεια. Όσο ψήλωνα εγώ για να φτάσω να δω εκεί που κοιτούσες, τόσο εσύ χαμήλωνες. Υποκλινόσουν. Καθρεφτιζόσουν. Τόσο ίδιοι και συνάμα τόσο διαφορετικοί. Ήθελες τα πάντα. Και την αξία και την ομορφιά και το δόσιμο. Στην αρχή τα απαιτούσες. Έκανες επίδειξη της δύναμης σου. Και ο πολεμιστής δίπλα σου να σε συντροφεύει. Οι λέξεις όμως, είναι πιο κοφτερές κι από σπαθί. Σε αντιμετώπισα με τα δικά μου όπλα. Στα ίσα. Άρχισες να πληρώνεις γι’ αυτά που πριν απαιτούσες. Και πλήρωνες καλά. Στο δικό μου νόμισμα. Και σε γοήτευε. Σταμάτησα να σε κυνηγάω και άρχισες να με ακολουθείς. Τι γλύκα! Κανείς λογικός άνθρωπος δεν το βαριέται αυτό. Χαίρεται, γελάει, παίζει, αλλά δεν το χαλαλίζει.

Επιτέλους, ένιωθα να σε καταλαβαίνω. Να σε έχω. Οι λέξεις συνέχιζαν να μου έρχονται εντυπωσιακά εύκολα. Δεν τις έκρυβα, κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους και η δική μου επιθυμία, αυτή που κράταγε το χέρι για να γράφω, είχε όνομα και πρόσωπο. Το δικό σου. Γύρισα και στο είπα. Δεν πρόκειται ποτέ να βγεις από εκεί μέσα. Το υλικό σου, ότι κι αν είναι αυτό απ’ το οποίο είσαι φτιαγμένος, υπάρχει και μέσα μου, μαζεμένο σε ένα σημείο. Το νιώθω να με κεντάει εκεί κάθε φορά που θα σε φέρω μπροστά μου λίγο πιο έντονα. Γι’ αυτό θα σε αναγνωρίζω πάντα. Όποια μορφή κι αν πάρουμε εμείς οι δυο. Είχες πάντα ωραία νοήματα, δυνατά. Τη λάτρεψα αυτή τη δύναμη. Ήξερα πως κάποιες φορές σε όπλιζα εγώ με αυτή σου τη δύναμη και αυτό με έκανε να νιώθω μοναδική για σένα. Μου το επιβεβαίωσες. Χαμογελούσα, δεν με έβλεπες αλλά το ήξερες. Δεν ήθελα τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό που είχα κερδίσει. Χρόνο μέσα στο χρόνο σου. Ζωή μέσα στη ζωή σου. Ανάσα μέσα στην ανάσα σου. Πάντα περισσότερα, ποτέ λιγότερα.

Ακόμα κι όταν ο χρόνος έμπαινε ανάμεσά μας βίαια, βρίσκαμε εμείς τρόπο να παραμερίσουμε τα πλήθη, τις άνοες φωνές, να γαληνέψουμε μέσα στο χάος. Αυτό είσαι εσύ. Αυτό είμαι κι εγώ. Τι θα κάνω με εσένα, μου λες; Ακόμα εδώ. Μαζί.

Μου λείπεις.

Τέτοιες ώρες πάντα μου λείπεις. Όλα εσύ. Μόνο εσύ. Αυτή η καληνύχτα μου ήταν λίγο πιο μεγάλη απ’ ότι συνήθως. Κράτα ότι σου ταιριάζει. Αν και ξέρω πως την τελείωσες και διψάς κι άλλο.

 

 

Ελευθεριάζουσα