Το επόμενο κεφάλαιο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο λευκός φάκελος στο κρεβάτι παρέμενε κλειστός. Τον κοίταξε μέσα από τον ολόσωμο καθρέφτη καθώς φορούσε τα μακριά χρυσά σκουλαρίκια της. Επάνω ήταν γραμμένο μόνο το όνομα και η διεύθυνση της, κανένα στοιχείο του αποστολέα. Η Εύα γνώριζε καλά τον γραφικό χαρακτήρα. Ίσως γι’ αυτό καθυστερούσε τόσο να ανοίξει αυτό το γράμμα. Είχαν περάσει πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που τον είχε δει.

Έστρεψε την προσοχή της στο λευκό της φόρεμα. Ήταν το ίδιο φόρεμα που φορούσε εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό. Ένιωσε το στομάχι της να συσπάτε με την διαπίστωση. Γύρισε αποφασιστικά προς το ξύλινο κρεββάτι, άνοιξε βιαστικά τον φάκελο και ρούφηξε κάθε λέξη με αδημονία. Ερχόταν Αθήνα και ήθελε να την δει. Την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο καφέ. Έκλεισε τις πυκνογραμμένες σελίδες μέσα στις χούφτες της.

Είχαν συναντηθεί πολύ νωρίς στη ζωή. Εκείνη ήταν μόλις δεκαέξι χρονών, εκείνος φοιτητής στην Αγγλία. Η σχέση τους κράτησε λιγότερο από ένα καλοκαίρι. Καταλάβαινε τώρα πως αυτή είχε σαμποτάρει από την αρχή την όποια συνέχεια. Παρ’ όλα όσα έγιναν, κράτησαν επαφή όλα αυτά τα χρόνια. Έκαναν άλλες σχέσεις, εκείνος τελείωσε το διδακτορικό του στην Αμερική, εκείνη παράτησε τις σπουδές της για να δουλέψει, παντρεύτηκαν, απέκτησαν παιδιά, οι ζωές τους δεν είχαν τίποτα κοινό εκτός από εκείνους τους μήνες. Όμως σε κάθε τους συνάντηση, παλιοί κώδικες επικοινωνίας πρόδιδαν πως ο ανολοκλήρωτος έρωτας είχε αφήσει και στους δύο τα δικά του σημάδια.

Άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω στο υπνοδωμάτιο. Ο υγρός αέρας του Ιουνίου, ανασήκωνε ελαφριά την μεταξωτή μπεζ κουρτίνα. Από τον κήπο ακούγονταν οι φωνές και τα γέλια του άντρα της και των γιών τους. Την περίμεναν να κατέβει. Ο Αριστοτέλης έστρεψε το κεφάλι ψηλά. Την είδε όπως στέκονταν στο πλάι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας, με τα δάχτυλα έδειξε το ρολόι του ενώ το στόμα του σφιγγόταν σε μια αποδοκιμαστική γραμμή. Η Εύα γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Σταμάτησε στο ισόγειο, έσπρωξε τις τσαλακωμένες σελίδες στο συρτάρι του γραφείου της, το κλείδωσε και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα.

Οι μέρες μέχρι την συνάντησή τους κυλούσαν αργά. Ο χρόνος σκάλωνε στους λεπτοδείκτες κάνοντας την νευρική και ευερέθιστη.
«Τι σκέφτεσαι;» την ρώτησε ψυχρά ο άντρας της, βλέποντάς την βυθισμένη στις σκέψεις της.
«Την αποφοίτηση του Νικόλα» απάντησε ξαφνιασμένη εκείνη από την φωνή του.
«Μην με περιμένεις, θ’ αργήσω απόψε» μουρμούρισε εκείνος ενοχλημένος. Μέρες τώρα την έβρισκε στην αγαπημένη της πολυθρόνα να χαμογελά αφηρημένη στις ονειροπολήσεις της. Κάτι στην αλλαγή της του προκαλούσε μια αδικαιολόγητη δυσφορία.

Η Εύα έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Ήξερε που πήγαινε. Πέντε χρόνια πριν, σ’ εκείνο το καφέ, είχε ακούσει την συμβουλή του. Δεν διέλυσε το γάμο της. Η αίσθηση του σωστού σαν αλυσίδα την κράτησε εκεί, καθηλωμένη για άλλη μια φορά μακριά από αυτά που ήθελε να ζήσει.
Άνοιξε το φορητό υπολογιστή και συνδέθηκε με το προφίλ της. Βρήκε την φωτογραφία του στην λίστα των φίλων της και πάτησε επάνω της. Τα καστανά του μάτια σχεδόν γέμισαν την οθόνη. Ανέπνευσε την θάλασσα του Αιγαίου που βρισκόταν πίσω του. Είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο νησί. Έδειχνε ευτυχισμένος. Άραγε ήταν;

Τα μάτια του. Την τελευταία φορά που τα είχε δει από κοντά είχαν δακρύσει. Δεν τόλμησε να τον ρωτήσει γιατί. Δεν τόλμησε να τον αγγίξει κι ας φώναζαν τα χέρια της αγανακτισμένα από τον πόθο. Δεν έσκυψε να τον φιλήσει, άφησε τα χείλη της να καίγονται από την απόσταση που τα χώριζε από τα δικά του, καθόταν στητή απέναντί του ενώ τον φανταζόταν σε αργή κίνηση να σηκώνεται από την μαύρη υφασμάτινη καρέκλα και να την κρατάει στην αγκαλιά του. Ούτε εκείνος είχε τολμήσει. Της μιλούσε κυνικά, σαν ένα μικρό αγόρι που πάσχιζε να αποδείξει ότι την είχε ξεπεράσει πια κι ας φούσκωνε η φλέβα στην βάση του λαιμού του όταν χανόταν μέσα στα πράσινα μάτια της. Έπαιρνε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο από το πακέτο της, τόσα χρόνια κάπνιζε μόνο μαζί της, ακουμπούσε το φίλτρο στο στόμα του σαν μόλις εκείνο να είχε αγγίξει το δικό της, όπως τότε που δεν την άφηνε δήθεν να καπνίζει ολόκληρο το τσιγάρο της, μόνο και μόνο για να την αισθάνεται πάνω του όλη την ώρα.

Το πρωί της Δευτέρας ξημέρωσε όπως τα περισσότερα πρωινά. Η Εύα φίλησε τους δυο γιους της, έκανε ντους, ντύθηκε στα λευκά και κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Ο Αριστοτέλης την ακολούθησε.
«Εύα, περίμενε».
«Βιάζομαι Αρίστο. Είναι κάτι επείγον;»
«Ήθελα να σου πω….»
«Λυπάμαι δεν θέλω να αργήσω, θα μιλήσουμε μετά» του είπε κοιτάζοντας τον αποφασιστικά.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Χώθηκε στο ταξί που την περίμενε. Με την άκρη του ματιού της είδε το φορτηγάκι της εταιρείας ταχυμεταφορών να σταματάει λίγο πιο πίσω. Έκανε νόημα στον οδηγό να περιμένει. Όταν ο υπάλληλος με την μπλε φόρμα έφτασε μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού της, εκείνη κατέβηκε και τον πρόλαβε πριν χτυπήσει το κουδούνι.
«Καλημέρα, τι θα θέλατε;»
«Καλημέρα, παράδοση για την κυρία Πετροπούλου, εσείς είστε;»
«Ναι, εγώ» αποκρίθηκε. Υπέγραψε με το δάχτυλο στην ηλεκτρονική οθόνη και πήρε το δέμα στα χέρια της.
Έσκισε το καφετί χαρτί, άνοιξε κουτί και από μέσα τράβηξε ένα δερματόδετο βιβλίο. Πάνω στο βαθύ τιρκουάζ εξώφυλλο ήταν τυπωμένο το όνομά της. Το άνοιξε αργά. Οι σελίδες ήταν κενές. Εκτός από μια.
«Ποτέ δεν είναι αργά για να γράψεις το επόμενο κεφάλαιο.»

Ένιωσε το βλέμμα του άντρα της στην πλάτη της. Γύρισε το κεφάλι και τον είδε να την κοιτάζει από το μπαλκόνι. Η μηχανή του ταξί ήταν ακόμα αναμμένη. Ο δρόμος μπροστά της έρημος, όπως οι σελίδες αυτού του βιβλίου. Ανέπνευσε βαθιά την πρωινή δροσιά. Τα πρέπει και τα θέλω είχαν στήσει μάχη μέσα της. Η ζωή της έκλεινε το μάτι πίσω από τις ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιου. Κοίταξε άλλη μια φορά, το σπίτι της, το κίτρινο αυτοκίνητο, τον άδειο δρόμο. Άφησε το στήθος της σαν πυξίδα να την σπρώξει προς την κατεύθυνση που έλαμπε μπροστά στα βλέφαρά της, ναι δεν ήταν αργά!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook