Η ιστορία μας ξεκίνησε σε κάτι κόκκινα κεραμίδια της Αγγλίας, σαν φιλμ του Μπόγκαρτ και της Μπέργκμαν και μας συνεπήρε πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε. Αποφάσιζε ο σκηνοθέτης για εμάς.

Στην Ελλάδα ζούσα με έναν γάτο επί επτά χρόνια. Για να πω την αλήθεια δεν ήμουν φτιαγμένη για συμβίωση με γάτους. Υπήρξα πάντα μια δύσκολη γάτα. Όταν ήθελα να σαγηνεύσω κάποιον, ήμουν τέλεια, δοτική, χαριτωμένη, γοητευτική, γουργουριστή. Αυτό μου έβγαινε, αυτό ζητούσαν, αυτό τους έδινα. Ήμουν η πεμπτουσία της γάτας.

Ήμουν και κωλόγατο του κερατά. Εκεί που δέναν τον γάιδαρό τους, εκεί εγώ έπαιρνα στροφές ανάποδες και άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση, αλλά αυτοί δεν το ήξεραν, δεν ήθελαν να το ξέρουν, δεν άκουγαν τα μηνύματά μου. Εμένα φούντωνε η γούνα μου, κύρτωνε η πλάτη μου και έψαχνα διαφυγή.

Μ’ αυτόν της επταετίας περνούσαμε καλά μέχρι που δεν περνούσαμε. Ο καημένος το έπαιξε πολύ λαρτζ στην αρχή για να κερδίσει την γάτα, αλλά το χούι βγαίνει μετά από την ψυχή. Περνώντας τα πρώτα χρόνια του μελιού και του μπαρμπουνιού, άρχισε το χούι να σηκώνει το άτιμο το κεφάλι του και που να κρυφτεί ο έρημος γάτος έξω από τα νερά του. Για να είμαι ακριβοδίκαιη, ήταν έξω από τα νερά του επειδή τα δικά μου νερά ήταν λίμνη από πάνω και φουρτούνα από κάτω. Μόλις αντιλαμβανόμουν ότι άλλο μου παρουσίαζες και άλλη ήταν η πραγματικότητα, έκανα 180 μοίρες στροφή. Κανένας δεσμός, καμία κοινωνική προσταγή δεν με κρατούσε σ΄ ένα κλουβί.

Ο Επταετίας προέκυψε ζηλιάρης μέχρι ψυχικής ασθένειας. Όσο περισσότερο έλαμπε το τρίχωμά μου, όσο περισσότερο με κοιτούσαν στα κεραμίδια, τόσο αρρώσταινε. Δεν του έφτανε ότι εγώ δεν έδινα την παραμικρή σημασία στους γύρω, ήθελε να ανακαλύψει την σκευωρία που θα τον δικαίωνε ότι καλά έκανε και ήταν καχύποπτος.
Δεν ξέρω για εσάς αλλά εγώ έχω μάθει ότι δεν πρέπει να προκαλείς το σύμπαν. Πιστεύω ότι αν τρέχεις στους γιατρούς χωρίς λόγο γιατί είσαι πεπεισμένος πως αφού παθαίνει τόσος κόσμος καρκίνο, δεν μπορεί, θα έχεις κι εσύ και δεν το ανακάλυψαν ακόμα, ε κάποια στιγμή θα το αρρωστήσεις το καημένο το κορμάκι σου. Πιστεύω πως κάπως έτσι γίνεται και με το κέρατο. Αν συνέχεια τρίβεις το κούτελό σου για να δεις αν μεγάλωσε τίποτε εκεί πάνω, τρίψε τρίψε θα κάνεις κάλους εκεί που τρίβεις και οι κάλοι τι θα γίνουν καλά μου γατιά; Κέρατα θα γίνουν, α μπράβο σας.

Εκείνη την εποχή, ήμουν στα επαγγελματικά μου ντουζένια. Δεν αρκούσε παρά να ζητήσω ψάρια, την άλλη μέρα ροφούς με σέρβιραν. Ψηλά στην γατοιεραρχία, ποιόν θα στέλναν στις γάτες στην Αγγλία όταν χρειάστηκε; Την αφεντιά μου έστειλαν.

Φτάνω πρώτη μέρα στα γραφεία της ξένης εταιρείας χωρίς ιδέα ποιος ήταν το αφεντικό. Μπαινόβγαιναν στην αίθουσα του μήτινκ κάτι χοντροί γάτοι με κόκκινα μούτρα Εγγλέζικα, κάτι ποντίκια έτρεχαν από δω κι από κει, όλο έλεγα “αυτός να ‘ναι;”. Αυτός δεν ήταν. Είχα περιέργεια πως μπορεί να ήταν αυτό το αφεντικό που από την αλληλογραφία είχε φανεί τόσο πολύ οργανωμένος, σχολαστικός, τελειομανής.

Κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Μελ Γκίμπσον σε έκδοση αφεντικού. Κυρίες και κύριοι γατιά μου, τι να σας πω! Κάτι μάτια μπλε και γελαστά, πάνω από 1.90 στο ύψος, λεπτός, ντυμένος στην τρίχα, κολλαριστός. Πως κατάφερα να μην κεκεδίσω το “χαίρω πολύ”, πως κατάφερα να σκουπίσω τα σάλια χωρίς να με πάρουν χαμπάρι, πως κατάφερα να μη γίνω ρεζίλι, μη με ρωτήσετε. Ευτυχώς η ατμόσφαιρα χαλάρωσε και εξελίχθηκε σε αστειάκια ότι περίμενε να δει έναν κλώνο της Νανάς Μούσχουρη γιατί μόνο αυτήν ήξερε απο Ελληνίδες.

Νομίζω ότι εδώ πρέπει να σας πω ότι ο τύπος της Μούσχουρη μάλλον δεν ήταν το ιδανικό του γιατί πολύ χάρηκε που οι Ελληνίδες δεν είμαστε κλώνοι της και η ατμόσφαιρα μεταξύ μας έγινε ηλεκτρική. Δεν ήξερα που να βάλω τα μάτια μου, που όλο βαθιά στα δικά του γύριζαν μόνο για να διαπιστώσω ότι αυτά τα μπλε κάρβουνα δεν φεύγαν από πάνω μου.

Όταν, το βράδυ που με έβγαλε έξω σαν πελάτισσα, διαπίστωσα ότι έτρεμα καθώς στεκόμουν στο πλάι του μέχρι να μας πάνε στο τραπέζι μας, άρχισα τον μονόλογο μ’ αυτήν την σκατόγατα την κόκκινη που με πήγαινε για μπελάδες.

Είσαι εντελώς μαλακισμένο, σύνελθε. Είσαι παντρεμένη. Ο γάτος ο Έλληνας έχει ήδη στραβώσει που του είπες ότι σε βγάζουν έξω από την εταιρεία. Ετούτον εδώ θα τον κυνηγάει το θηλυκό γατομάνι Αγγλίας, Ιρλανδίας και Σκωτίας, ΑΝ δεν είναι παντρεμένος ήδη. Θα σε πάρει είδηση και θα γελάνε και τα Εγγλέζικα μαγιοβότανα.

Αν με πήρε είδηση, ότι πήρε είδηση το ερωτεύτηκε. Όταν με ρώτησε αν είμαι παντρεμένη του έπεσαν τα μούτρα. Με έκανε όλο το βράδυ να γελάω και μου έκανε αναπαραστάσεις χωρίς να τον νοιάζει ποιος τον έβλεπε. Αισθάνθηκα ξανά σαν θηλυκό και όχι σαν ιδιοκτησία. Ξέχασα ότι υπήρχαν γάτοι και στην Ελλάδα. Μου είπε ότι είναι χωρισμένος. Αργά το βράδυ, καθισμένοι σε δυο πολυθρόνες στο μπαρ, δεν σταματήσαμε να μιλάμε μέχρι τις εφτά το πρωί. Μου άγγιξε το χέρι στιγμιαία εκεί γύρω στις 6 το πρωί και το τράβηξα πανικοβλημένη. Μου είπε διστακτικά, χαμηλόφωνα, πως δεν είχε γνωρίσει ποτέ γάτα σαν εμένα. Μου είπε ότι δεν ήθελε να φύγω, ότι δεν του είχε ξανασυμβεί να μη θέλει να φύγει μια γάτα που μόλις γνώρισε.

Η πτήση μου έφυγε για την Αθήνα στις 9 το ίδιο πρωί. Σ’ όλη τη διάρκεια έκλαιγα σιωπηλά. Τον είχα ερωτευτεί κεραυνοβόλα και ανεπιστρεπτί.
Δεν αξίζει να σας διηγηθώ τα γεγονότα που ακολούθησαν στην Ελλάδα. Θα χαλάσουν αυτήν την μαγεία στην οποία έχω ξανά βουτηχτεί καθώς αναπολώ τον υπέροχο έρωτα που γνώρισα σ’ εκείνο το επαγγελματικό ταξίδι. Δεν θα σας πω για τις τύψεις που με κατέτρωγαν, για τα πεντάωρα καθημερινά τηλέφωνα από την Αγγλία στην Ελλάδα. Για τις απειλές, τα κλάματα, τις υποσχέσεις, τις συγγνώμες από τον Επταετία.

Θα σας πω μόνο αυτό που αξίζει σ’ αυτήν την ερωτική ιστορία της γάτας και του αφεντικού της. Τον γνώρισα τον Απρίλη. Τον ξαναείδα μια φορά τον Μάιο και άλλη μία τον Αύγουστο. Στα τέλη του Σεπτέμβρη μετακόμισα στην Αγγλία. Ζήσαμε μαζί 15 υπέροχα χρόνια. Υπέροχα και στο απόγειο της ευτυχίας, υπέροχα και στο ναδίρ της δυστυχίας και της κατάθλιψης. Αγαπιόμαστε ακόμα. Μαζί δεν είμαστε πια.