Ιούνιος. Παρασκευή.
Έχει λαϊκή κάθε Παρασκευή στη γειτονιά σου, έχεις να πας και σούπερ μάρκετ, να πληρώσεις και λογαριασμούς. Λες ότι σε κουράζει αυτή η μέρα γιατί έχει πολλούς δρόμους, γι’ αυτό και δεν κανονίζεις τίποτα άλλο. Κυριούλες και κυριούληδες από νωρίς βγαίνουν να ψωνίσουν, να πάρουν τα καλά πράγματα. Δεν είσαι μόνο εσύ που έχεις εξωτερικές δουλειές την Παρασκευή. Ξεκινάς μια και δυο με το χαρτάκι στο χέρι που έχεις γράψει τι θα χρειαστείς, παίρνεις και το καρότσι, δεν κάνει να σηκώνεις βάρη, εδώ και ένα χρόνο σου παρουσιάστηκε πρόβλημα στην καρδιά, καπνίζεις και πολύ. Το χαίρεσαι κατά βάθος όμως αυτό το μέσα έξω, έχεις καλή δικαιολογία να περπατάς, να βγαίνεις λίγο από το σπίτι. Σκέφτεσαι ότι έχεις την υγειά σου αφού στέκεσαι στα πόδια σου και ξεκινάς για τα ψώνια. Ναι.

Επιστρέφεις και λες, «Δόξα Σοι Θεέ μου», έφτασαν τα χρήματα που είχα μαζέψει. Άντε να πας σπίτι να τακτοποιήσεις τα πράγματα, να βάλεις στο ψυγείο το κρέας. Ναι. Πηγαίνεις στο υπνοδωμάτιο. Τα σεντόνια είναι τραβηγμένα, το στρώμα δεν είναι στη θέση του, τα φύλλα της ντουλάπας σπασμένα, τα συρτάρια ανοιχτά και οι οικονομίες που κατάφερες να φυλάξεις, -τι οικονομία να κάνεις με 400 ευρώ σύνταξη;- φτερά κάνανε. Σιχαίνεσαι να ξαπλώσεις στο κρεβάτι. Πλένεις το στρώμα να φύγουν τα ξένα χέρια που το ψαχούλεψαν. Τι να πρωτοπλύνεις; Πόσοι μήνες πέρασαν κοιτώντας έντρομη τα ντουβάρια; Πόσες μέρες πεταγόσουν σε κάθε περίεργο ήχο; Πόσον καιρό πετάριζε η καρδιά σου όταν επέστρεφες στο σπίτι;

Το σπίτι σου. Το καταφύγιό σου. Αυτό το σκοτεινό, ο τάφος που το λες, το κρύο το χειμώνα και η λάβα το καλοκαίρι. Το σπίτι σου που δεν το ‘χεις μόνο για να τρως και να κοιμάσαι. Εκεί περνάς όλες σου τις ώρες κι ας μην το αγαπάς. Ο χώρος σου, που κλείνεις την πόρτα και δεν ανοίγεις σε κανέναν αν δε θες. Η αστυνομία δεν έκανε τον κόπο να έρθει. «Περάστε από το Τμήμα να δώσετε κατάθεση». Έδωσες κατάθεση. Σου είπαν ότι παρακολουθούν κάποιους και αναθάρρησες. Ναι. Δεν κατάφερες ακόμα να φτιάξεις τις σπασμένες ντουλάπες. Για κάποιο λόγο το σκυλί δεν γάβγισε την ώρα εκείνη. Φαντάζεσαι; Θα τους έβρισκες μέσα! Πιθανόν θα σε χτυπούσαν. Μέσα στο καταφύγιό σου. Ξέρεις ότι είναι παράνομο να τους επιτεθείς; Ναι.

Ιανουάριος. Παρασκευή.
Δεν κατάφερες να κοιμηθείς το προηγούμενο βράδυ. Ήσουν όρθια από τις 2 τα ξημερώματα. Να πλύνεις πιάτα, να μαγειρέψεις, να σιδερώσεις. Η μέση σου σε σκοτώνει, μα δεν προλαβαίνεις να ξαπλώσεις, έχεις λαϊκή και σούπερ μάρκετ. Δεν σου αρέσουν οι Παρασκευές. Τελειώνεις με τις δουλειές και τηλεφωνείς στο παιδί ότι θα κοιμηθείς νωρίς γιατί δεν αντέχεις. Ναι. Μετά από λίγη ώρα κάποιος χτυπά επίμονα το κουδούνι. Συνέχεια. Εκνευριστικά. Το σκυλί σου φωνάζει, φωνάζει και της διπλανής το σκυλάκι, είσαι όμως τόσο κουρασμένη, θέλεις απλά να κοιμηθείς. Δεν αντέχεις ούτε να του πεις να σταματήσει να γαυγίζει. Κάποια στιγμή βγάζεις το κεφάλι από τα σκεπάσματα. Σου φαίνεται ότι βλέπεις μια σκιά. Μπα, δεν φοράς και τα γυαλάκια σου. Σηκώνεσαι. Το συρτάρι του κομοδίνου ανοιχτό. Ευτυχώς δεν είχες χρήματα αυτή τη φορά, κάτι ψιλά. Μόνο το δαχτυλίδι που σου είχε δωρίσει χρόνια πριν ο αδελφός σου από κάποιο ταξίδι του. Το μόνο που σου είχε μείνει από εκείνον. Πάλι λες δόξα Σοι που δεν ξύπνησες την ώρα που ήταν δίπλα σου και άνοιγαν να βρουν τι θα κλέψουν.

Δεν κοιμήθηκες ούτε αυτήν την Παρασκευή. Πόσες κλειδαριές ακόμα να βάλεις για να γίνει το σπίτι το καταφύγιό σου; Μακάρι να μπορούσες να έχεις ένα όπλο, οτιδήποτε για να χτυπήσεις αυτούς που με τόση άνεση μπαίνουν στο χώρο σου και σε κλέβουν, σε γδύνουν, όχι από τα υλικά πράγματα, αλλά από το είναι σου. Το καβούκι σου. Είναι δικό σου! Ή μήπως όχι; Σκέφτεσαι να κρατήσεις μαχαίρι, κάτι αιχμηρό, βαρύ, κάτι να προκαλέσει σε αυτούς τους θρασείς τον ίδιο φόβο και ανασφάλεια που νιώθεις όλο αυτό το διάστημα. Όχι, δεν φώναξες τώρα την αστυνομία. Βλέπεις και να τους έπιανε, θα τους κρατούσε μερικές ώρες και μετά θα τους άφηνε. Εσύ όμως δεν έχεις το δικαίωμα να επιτεθείς στον εισβολέα. Εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να λες δόξα Σοι που δεν σε πείραξαν, περιμένοντας την επόμενη φορά.