Μια καλοκαιρινή, αυγουστιάτικη φωτογραφία ήταν ο λόγος που τον γνώρισε.

Οι πρώτες διακοπές της με φίλες, χωρίς γονείς. Έπαιζαν στην παραλία κι αποφάσισαν να τραβήξουν μερικές φωτογραφίες για ν’ απαθανατίσουν τη στιγμή. Μια άγνωστη παρουσία βρέθηκε μέσα στο πλάνο. Έσπευσε να ρωτήσει ποιος είναι. Της γυάλισε. Κολλητός της καινούριας κοπέλας που μόλις είχε μπει στην παρέα. Δεν έχασε χρόνο. Της είπε να κανονίσει να βγουν όλοι μαζί.

Της άρεσε πολύ και δεν το έκρυψε. Βγήκαν για ποτό το ίδιο κι όλας βράδυ. Δεν της έδινε τη σημασία που θα ήθελε, αλλά δεν του περνούσε κι αδιάφορη καθώς έδειχνε. Λάτρεψε το χαμόγελό του. Το χιούμορ του και την κοινωνικότητά του. Πάνω που ετοιμαζόταν να του μιλήσει, άρχισε να τους εξιστορεί τη σχέση του με την Ελένη. Ξενέρωσε μόλις άκουσα πως είναι «πιασμένος».
Δεν τον διεκδίκησε, δεν ασχολήθηκε. Ούτε καν που ξεστόμισε πως της άρεσε.

Έκατσαν έτσι οι συγκυρίες όμως, και τον ξανασυνάντησε, στην Αθήνα πια. Τυπικές συζητήσεις, ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο κι αυτό ήταν. Εξομολογήθηκε στη φίλη της, το πόσο πολύ θα ήθελε να τον κάνει δικό της. Εκείνη, ξενερωμένα της είπε πως είναι τόσο κολλημένος που δεν πρόκειται να δει ερωτικά άλλη γυναίκα.

Πείσμωσε. Τον ήθελε. Και θα έκανε τα πάντα για να τον κερδίσει. Είχε μάθει ό,τι θέλει, να το διεκδικεί. Έτσι, άρχισε να του στέλνει. Μιλούσαν αραιά και πού. Όταν ρώτησε να της πει μερικά πράγματα για εκείνον, σοκαρίστηκε. Όλα όσα της έγραφε, έμοιαζαν να τη χαρακτηρίζουν. Ένιωθε σαν να μιλάει με τον αρσενικό εαυτό της. Αποκορύφωμα της συζήτησης, εκείνο το τραγούδι.

«Άκου αυτό. Είναι το αγαπημένο μου. Θέλω να το χορέψω στο γάμο μου.»
Όταν είδε τον τίτλο, σάστισε. Ανατρίχιασε. Τα μάτια της βούρκωσαν. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν μπορεί να ήθελε να χορέψει το ίδιο τραγούδι στο γάμο του μ’ εκείνο που ήθελε κι αυτή. Αφού επανήλθε, του περιέγραψε το σοκ που έπαθε. Ξαφνιάστηκε. Δεν το περίμενε. Του φάνηκε απίστευτη σύμπτωση. Εκείνο το τραγούδι, ήταν και η «αρχή» τους.

Μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο. Κάθε πρωί, το πρώτο καλημέρα και κάθε βράδυ, το τελευταίο καληνύχτα. Μερικές φορές, την καλούσε τ΄ απογεύματα, απλά για ν΄ ακούσει τη φωνή της, όπως έλεγε. Ναι, αυτό ήταν ένα σημάδι. Όταν τηλεφωνούσε ενώ βρισκόταν έξω για καφέ κι έλεγε πως απλά του έλειψε η φωνή της, ένιωθε τόσο σημαντική. Στο μεταξύ, έμαθε πως χώρισε. Ήταν η ευκαιρία της.

Απέκτησαν ένα πολύ παράξενο δέσιμο. «Φίλοι» δήλωναν. Κι αυτό ήταν, πρακτικά. Τα πρώτα εισιτήρια κλείστηκαν. Άρχισαν οι αντίστροφες μετρήσεις. Κι έφτασε το πρώτο Σαββατοκύριακο που τη φιλοξένησε στο σπίτι του. Όταν πάτησε το πόδι της έξω απ’ το κτελ, έτρεξε και την αγκάλιασε λες και την περίμενε μήνες. Τη σύστησε αμέσως στη μητέρα του, η οποία ήταν απίστευτα φιλική μαζί της. Αφού έφτασαν στο σπίτι, την έκαναν να νιώσει πολύ οικεία και ζεστά. Περίμενε να νιώσει αμήχανα, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ξενύχτησαν χαζογελώντας, συζητώντας για τις ζωές τους, τα όνειρά τους και τους στόχους τους. Ύστερα, κοιμηθήκαν αγκαλιά, χωρίς να υπάρξει τίποτα ερωτικό ανάμεσά τους.

Το πρωί, τη βρήκε ξαπλωμένη σ’ ένα διπλό κρεβάτι, τυλιγμένη στα σεντόνια, μόνη.
Σηκώθηκε, κατέβηκε τις σκάλες και τον αναζήτησε. Βρισκόταν στην κουζίνα και της ετοίμαζε πρωινό. Η χαρά που την κατέκλυσε εκείνη τη στιγμή, απερίγραπτη. Ήθελε να γίνει δικός της, πάση θυσία!

Το απόγευμα, την ξενάγησε στα μέρη του, τη γνώρισε στους φίλους του και την κυκλοφόρησε στα στέκια του. Ένα υπέροχο διήμερο που δεν ήθελε να τελειώσει. Δυστυχώς, όμως, έφτασε ή ώρα της αναχώρησης. Εκείνος, δεν ήθελε να αποχωριστούν και το έδειχνε. Την πήγε στα κτελ, με βαριά καρδιά και την αποχαιρέτισε μ’ ένα φιλί στο μάγουλο. «Αρχίζω να μετράω αντίστροφα από τώρα μέχρι να σε ξαναδώ» είπε χαμογελώντας.
Τα λόγια του, η αφορμή της να κλείσει επιτόπου τα εισιτήρια για το επόμενο Σαββατοκύριακο. Κρυφά.

Γύρισε στην Αθήνα προσμένοντας να περάσουν οι μέρες το συντομότερο δυνατό.
Δεν της έκανε καμία νύξη για το οτιδήποτε μεταξύ τους όπως ούτε κι εκείνη. Οι μέρες περνούσαν, τα τηλεφωνήματα συνεχίζονταν κι εκείνη έβραζε στο ζουμί της. Ένιωθε ευτυχισμένη και ταυτόχρονα χαμένη. Δεν ήξερε τι γινόταν. Όλα έδειχναν πως τη θέλει, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση παραπάνω. «Θα’ ναι ντροπαλός» σκέφτηκε.

Παρασκευή βράδυ, ετοίμασε τη βαλίτσα της. Σαββάτο πρωί, ήταν εκεί. Τα είχε κανονίσει όλα με τη μητέρα του. Άνοιξε τα μάτια του και την αντίκρισε να τον χαζεύει. Πετάχτηκε. Την αγκάλιασε κι αναρωτήθηκε τι συμβαίνει. Χάρηκε που του έκανε έκπληξη. Άλλο ένα διήμερο απόλυτης γαλήνης κι ευτυχίας. Μα πάλι έφτασε η στιγμή του αποχαιρετισμού. Της ζήτησε να μείνει. Δεν αντιστάθηκε. Έχασε το κτελ και γύρισε δύο ημέρες αργότερα στο σπίτι της. Δικαιολογία στη μητέρα της; Απεργίες. Σιγά μην το έψαχνε. Κι ας φώναζε για τις απουσίες που θα έκανε στο σχολείο. Γιατί ναι, ήταν ακόμα σχολειαρόπαιδο.

Όταν ήρθε η στιγμή να φύγει, της έδωσε έναν φάκελο. Ένα γράμμα κι ένα μικρό αρκουδάκι μπρελόκ για να τη συντροφεύει στο ταξίδι, όπως είπε. Την όρκισε ν’ ανοίξει το γράμμα αφότου μπει στο κτελ. Το δέχτηκε. «Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί, να το ξέρεις. Περνάω υπέροχα μαζί σου. Σε αγαπάω τρελοκόριτσο και είσαι το διδυμάκι μου» ήταν κάποιες από τις φράσεις που έκαναν τα μάτια της να βουρκώνουν και ταυτόχρονα τα χείλη της να διακατέχει μια ανείπωτη χαρά.

Παρόλα αυτά, τη μπέρδευε. Έτσι, αποφάσισε να εκδηλώσει πρώτη τα συναισθήματά της. Του εξομολογήθηκε πως περνάει υπέροχα μαζί του αλλά πως δεν ήταν σίγουρη αν έχουν τις ίδιες επιθυμίες. Του εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά της. Kαι κάπου εκεί, γκρεμίστηκαν όλα της τα όνειρα. Μ’ εκείνο το ηλίθιο μήνυμα που έλαβε γι απάντηση. Που έλεγε πως τη βλέπει φιλικά. Ξενέρωσε. Στεναχωρήθηκε. Δεν απομακρύνθηκε, όμως. Απλά περίμενε τη δική του κίνηση.

Μία εβδομάδα αργότερα, εμφανίστηκε μπροστά της φάντης μπαστούνι. Την αγκάλιασε, τη φίλησε (στο μάγουλο, κλασικά) και πηγαν για έναν καφέ. Είπε πως δεν ήθελε να τη χάσει από τη ζωή του. «Είναι μοναδικό αυτό που έχουμε και δε θέλω να το χαλάσω», έλεγε συνεχώς. Το δέχτηκε.

Το Ναύπλιο – Αθήνα, το είχε κάνει Θησείο – Μοναστηράκι. Κάθε Σαββατοκύριακο ήταν εκεί. Ύστερα τα Χριστούγεννα. Και την Πρωτοχρονιά. Λειτουργούσαν σαν ζευγάρι. Δε διέφεραν σε τίποτα. Έμοιαζαν πολύ πιο ερωτευμένοι από πολλά ζευγάρια που γνώριζε. Μόνο που δεν ήταν. Η μόνη τους διαφορά, το ερωτικό κομμάτι. Δεν την ενοχλούσε. Την πονούσε μόνο, που φλέρταρε με άλλες κοπέλες. Αλλά η δική τους σχέση, ήταν μοναδική. Καμιά δε θα συγκρινόταν μαζί της.

Πέρασαν οι μήνες, εκείνος ερχόταν Αθήνα, αυτή πήγαινε Ναύπλιο. Όλα γνωστά. Καλά, ήρεμα. Ώσπου μια μέρα, αποφάσισε να δοκιμάσει να δει πως θα ναι να γίνουν κανονικό ζευγάρι. Και της το ζήτησε. Η περιγραφή των συναισθημάτων της, φαντάζομαι είναι περιττή. Της έκανε έκπληξη. Δεν ήξερε πώς να τον χαιρετίσει. Περίμενε να την φιλήσει… Κοιτάχτηκαν στα μάτια, γεμάτοι αμηχανία. Γύρω τους, οι φίλοι τους. Στάθηκαν στο κέντρο ενός κύκλου κι έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Έχουν δίκιο σε αυτό που λένε: Η ζωή αξίζει για εκείνα τα 30 δευτερόλεπτα πριν το πρώτο φιλί.

Ένας μήνας πέρασε. Η σχέση τους δεν άλλαξε διόλου. Μόνη αλλαγή, τα φιλιά στο μάγουλο που μετατράπηκαν σε φιλιά στα χείλη.

Ζούσαν ένα όνειρο. Ήταν πράγματι διδυμάκια. Σε αυτά που πίστευαν, στον τρόπο που μιλούσαν, σε κοινές τους εμπειρίες. Μονίμως ο ένας στο μυαλό του άλλου. Είχε φτάσει σε σημείο που τους τρόμαζε.

Κι ένα απόγευμα, καθώς ψώνιζε το δώρο του για του Αγίου Βαλεντίνου, έσκασε η βόμβα. Ήθελε να χωρίσουν. Προσπάθησε, έλεγε, αλλά δεν του βγήκε. Δεν ήθελε ν’ αλλάξει τίποτα μεταξύ μας. Προσπάθησε να τη δει ερωτικά, αλλά δεν μπόρεσε. Κλάματα, φασαρίες, χαμός. Η απάντηση του προς εκείνον ένα απλό «οκ» που δήλωνε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν.

Στεναχωρήθηκε. Δεν ήθελε να την πληγώσει και το ήξερε. Αλλά το έκανε. Δεν άλλαξε τίποτα μεταξύ τους. Του έδωσε το δώρο του κι εκείνος το δικό της και συνέχισαν σαν «φίλοι». Ποτέ δεν κατάλαβε πώς με όλα αυτά που έκανε για εκείνη κι έτσι όπως της φερόταν μπορούσε να τη δει σαν φίλη. Απλά το δέχτηκε γιατί δεν ήθελε να τον χάσει.

Συνέχισαν να πηγαινοέρχονται και να κοιμούνται αγκαλιά. Να τραγουδούν, να περπατάνε χέρι-χέρι, να πειράζουν ο ένας τον άλλον και να μιλούν όλη μέρα στο τηλέφωνο. Συνέχισε να την αποκαλεί «αγάπη του, λατρεία του, ματάκια του» και όλα αυτά τα γλυκούλικα. Κι εκείνη το ίδιο.

Το επόμενο καλοκαίρι, βρέθηκαν να κάνουν μαζί διακοπές σ’ εκείνη την παραλία που πρωτογνωρίστηκαν. Ζωγράφιζαν καρδιές στην άμμο με τα ονόματά τους, της έλεγε πόσο την αγαπάει και περπατούσαν αγκαλιασμένοι κάτω από τον καυτό ήλιο. Κανείς δε θα μπορούσε να καταλάβει πως δεν ήταν ζευγάρι. Τα βράδια, μαζεύονταν με την παρέα και τραγουδούσαν γύρω από τη φωτιά καθώς κιθάρες συνόδευαν τις φωνές τους. Μετά βουτούσαν στην αλμύρα της θάλασσας κάτω από τον έναστρο ουρανό. Εκείνος πάντα έβγαινε πρώτος και της έφερνε την πετσέτα για να μην κρυώσει καθώς την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Μόνο εκείνη ήξερε πώς χτυπούσε η καρδούλα τους, πώς άντεχε να τον έχει με αυτόν τον τρόπο.
Μια ιδιαίτερη σχέση, που ποτέ, κανένας δεν μπόρεσε να την καταλάβει. Ούτε καν οι ίδιοι.

Χάθηκαν έπειτα από έναν χρόνο, διότι οι σύντροφοί τους δεν μπορούσαν να δεχτούν την σχέση τους.

Τον συνάντησε πριν λίγο καιρό, ήπιαν έναν καφέ κι είπαν τα νέα τους. Αγκαλιάστηκαν και νοστάλγησαν τα παλιά. Εκείνη, έχει ακόμα εκείνο το κουτάκι που φυλάει όλα του τα γράμματα. Πού και πού το ανοίγει, τα διαβάζει, αναπολεί και χαμογελάει.

Δεν ξέρω τι θα έκαναν άλλοι στη θέση της και πώς θα το αντιμετώπιζαν. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά όμως, είναι πως, κάποιοι έρωτες, όταν δεν ολοκληρώνονται, μένουν ανόθευτοι κι αλώβητοι στο χρόνο. Αναλλοίωτοι κι αλησμόνητοι.

Κι εκείνη, είναι χαρούμενη που έχει ζήσει έναν τέτοιο έρωτα.