Την κοιτάζω… Η φωτιά φωτίζει το πρόσωπό της με έναν τόσο όμορφο τρόπο, σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία που αναδεικνύει τις πιο όμορφες λεπτομέρειές της. Την κάνει να φαίνεται τόσο ήρεμη, τόσο γαλήνια, τόσο γλυκιά…
Εκείνη κοιτάζει μια τη θάλασσα, μια τ’ αστέρια. Παίζει αμήχανα με τα χέρια της και το βλέμμα της καθηλωμένο στον ορίζοντα, μάλλον για να αποφεύγει να με κοιτάξει.
Τι να σκέφτεται άραγε; Πού να ταξιδεύει; Περνάει όμορφα ή βαριέται;
Πλησιάζω, κάθομαι κοντά της και της λέω πρόσχαρα : «για πες!».
Γυρνάει και με κοιτάζει, μια στα μάτια, μια στα χείλη και με ρωτά κάπως σφιγμένα: «τι να πω;».

Την παρατηρώ με μια γρήγορη ματιά… Τα μαλλιά της μακριά, σγουρά, καστανά. Γυριστές, μακριές βλεφαρίδες στολίζουν τα επίσης καστανά μάτια της. Ένα ζευγάρι μάτια παιχνιδιάρικα, που εκτοξεύουν σπίθες αστείρευτης ζωντάνιας και πάθους ανά τις στιγμές. Τα χείλη της, ελαφρά σαρκώδη, τα δαγκώνει συνεχώς την τελευταία μισή ώρα που έχουμε μείνει μόνοι. Όλο της το σώμα, το τρόπος που με κοιτάζει, ο τρόπος που κάθεται, δείχνει ότι μάλλον τελικά την ελκύω, μα φαίνεται πως προσπαθεί να το κρύψει.
Ακουμπάω το χέρι μου κάτω και δήθεν τυχαία την αγγίζω. Το χέρι της τινάχτηκε ελαφρά στην αρχή, μα δέχτηκε το χάδι μου και μετά από λίγο άρχισε να ανταποδίδει αμήχανα.
Έπειτα της κράτησα το χέρι και ξεκινήσαμε να μιλάμε. Μου είπε για τις σπουδές της, για τα σχέδιά της μετά, για την οικογένειά της… Είπαμε συνοπτικά για τα σχέδιά μας για το καλοκαίρι – χαλάρωση, μπάνια, βόλτες και τα συναφή-, καταλήξαμε στο γεγονός πως και οι δύο θα παραθερίζαμε στο ίδιο μέρος για όλο το καλοκαίρι και μετά σωπάσαμε.
Ήθελα τόσο να την φιλήσω, μα δεν ήθελα να βιαστώ, μην νομίσει ότι είμαι κανένας απεγνωσμένος  ή κάτι ανάλογο. Ούτως ή άλλως, ο σκοπός μου δεν είναι πρόστυχος· το μόνο που ήθελα ήταν να την γνωρίσω, να μπορώ να την χαζεύω απροκάλυπτα, να την ακούω να μιλάει και να χάνομαι στο άκουσμα της φωνής της με τις ώρες.
Τη σιωπή μας διέκοπταν μόνο τα μικρά κυματάκια που έσκαγαν ρυθμικά στην ακτή. Η σκέψη του φιλιού είχε κατακλύσει το μυαλό μου. Ταλαντευόμουν ανάμεσα στην απόφαση του να το τολμήσω ή όχι. Έκλινα πολύ περισσότερο στο πρώτο. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Δεν ήξερα τι να κάνω.
Ένιωθα σαν έφηβος που πρώτη φορά μένει μόνος με κοπέλα και κάνει όλες εκείνες τις αδέξιες, αστείες κινήσεις, μέχρι να καταφέρει να κάνει το βήμα να την φιλήσει.
«Κι αν δεν της αρέσει;». Περνά αυτή η σκέψη από το μυαλό μου και νιώθω  πιο άχρηστος από ποτέ. 25 χρονών μαντράχαλος και φέρομαι και σκέφτομαι σαν παιδάκι που κάνει τα πρώτα του ερωτικά βήματα. Απωθώ την μαύρη σκέψη και αποφασίζω πως πρέπει απλά να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο και να μην το τριβελίζω και πολύ. Και στην τελική ότι είναι να γίνει ας γίνει!
Με κοιτάζει, μου χαμογελά και ξαναδαγκώνει ελαφρά τα χείλη της. Την πλησιάζω ολοένα και περισσότερο, μέχρις ότου τα χείλη μας ακουμπήσουν. Είναι ζεστά και απαλά… Εκείνη έμεινε ακίνητη, μα δεν αποδοκίμασε την κίνησή μου. Ξεκίνησα να την φιλάω, πρώτα μόνο στα χείλη. Σιγά σιγά το φιλί έγινε πιο έντονο, τα χέρια άρχισαν να απελευθερώνονται δειλά δειλά. Οι ανάσες βάρυναν, το φιλί έγινε ακόμα πιο έντονο και συνειδητοποίησα πως την ήθελα πολύ.
Ξάφνου σταμάτησα, γιατί προχωρούσαμε πολύ γρήγορα και ήξερα πως από ένα σημείο και μετά δεν θα μπορούσα να κρατηθώ.
«Συγνώμη», της είπα. Με ρώτησε απορημένα γιατί και της εξήγησα πως δεν ήθελα να το προχωρήσουμε τόσο γρήγορα. Με πλησίασε χαμογελώντας και με φίλησε στο μάγουλο.

Ήθελα τόσο να ξαναγευτώ τα χείλη της. Άρχισα να χαϊδεύω τα ατίθασα μαλλιά της. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα και πιο δυνατά από ποτέ, και από μέσα μου τη μάλωνα, τη διέταζα να σωπάσει, μην ακουστεί και εκείνη γελάσει μαζί μου.
Μου χαμογέλασε, κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως την ερωτεύομαι. Δεν με ενδιέφερε το γεγονός πως την γνώριζα παρά ελάχιστες ώρες και ουσιαστικά δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτήν.
Της χάιδεψα το μάγουλο τρυφερά, έσκυψα πάνω της και τη φίλησα. Της έδειξα τα λίγα – και ταυτόχρονα ήδη πολλά – πράγματα που αισθανόμουν για κείνη, με εκείνο το φιλί.
Καθώς φιλιόμασταν, ξαπλώσαμε κάτω και συνειδητοποιήσαμε πως τα λόγια από εκείνο το σημείο και πέρα ήταν περιττά. Ήθελα όσο τίποτα να της κάνω έρωτα.
Τα κορμιά μας έγιναν ένα. Τυλιχτήκαμε σε μία δίνη συναισθημάτων που δεν νομίζω ότι μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Διάσπαρτα φιλιά, τα χέρια να ενώνονται, χαμόγελα να κάνουν την εμφάνισή τους, οι καρδιές να χτυπούν ταυτόχρονα και γρήγορα και τα κορμιά μας να πάλλονται στον ίδιο ρυθμό…
Μετά από λίγη ώρα σταματήσαμε… Καθίσαμε να κοιταζόμαστε στα μάτια, δεν ξέρω για πόσο. Ακόμη κι όταν αποκοιμήθηκε, εγώ έμεινα να την χαζεύω και να αναπολώ τις λιγοστές, μα τόσο πλούσιες στιγμές που ζήσαμε. Όταν θυμόμουν τις στιγμές που κάναμε έρωτα, μια ανατριχίλα διαπερνούσε όλο μου το κορμί απ’ άκρη σ’ άκρη!
Εκεί που την κοιτούσα άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως όταν ξυπνούσε το μετάνιωνε. Ίσως, όταν ξυπνούσε να μου έλεγε πως ήταν ωραία η χθεσινή βραδιά, μα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από αυτό. Ίσως να μην της άρεσε τελικά και προσποιήθηκε για να μου δώσει απλά κουράγιο…  Ή όταν θα έβλεπε το πρόσωπό μου ξανά, στο φως του ήλιου να έχανε το ενδιαφέρον της… Ίσως να σκεφτόταν πως μπορεί να είμαι μόνο λόγια, σαν τους περισσότερους άντρες, όπως θεωρούν οι γυναίκες. Ίσως, ίσως , ίσως…
Οι μαύρες σκέψεις μαζεύτηκαν σαν σύννεφα πριν την καταιγίδα. Προσπαθούσα να σκεφτώ πιο θετικά, γιατί ήμουν σίγουρος πως η χθεσινή βραδιά δεν ήταν απλά μία κοινή σαρκική απόλαυση της μιας βραδιάς και τίποτα παραπάνω. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε, αλλιώς δεν θα περνούσαμε όλο το βράδυ μαζί. Νομίζω…
Την κοιτάζω και απορώ πως μια κοπέλα που γνωρίζω τόσο λίγο έβγαλε προς τα έξω μια πλευρά του εαυτού μου που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε. Εάν κάποιος μου έλεγε παλιότερα πως θα σκεφτόμουν και θα έπραττα έτσι, το πιθανότερο σενάριο θα ήταν πως θα γελούσα περιπαικτικά, εξηγώντας του πως αυτά είναι τα αισθηματικά ρομάντζα που διαβάζουν οι γυναίκες σπίτι τους.
 
 
Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου ξεκίνησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Αναρωτιέμαι πως πέρασαν έτσι οι ώρες. Ανέκαθεν η αγαπημένη μου ώρα ήταν η αυγή. Ίσως επειδή την βλέπουμε πιο σπάνια… Πάντως, η αίσθησή της είναι διαφορετική από του ηλιοβασιλέματος.  Και τώρα που, αυτή την αυγή αντικρίζω αυτό το πανέμορφο πλάσμα που είναι κουρνιασμένο στην αγκαλιά μου, την αγάπησα ακόμα περισσότερο!
Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε ολόγυρα καθώς τεντωνόταν κι έπειτα το βλέμμα της σταμάτησε πάνω μου. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της και ξαναχώθηκε στην αγκαλιά μου μουρμουρίζοντας «καλημέρα».  Την φίλησα στο μέτωπο και την καλημέρισα με τη σειρά μου. Μείναμε αγκαλιασμένοι και έμεινα να απολαμβάνω την μυρωδιά της αλμύρας στα μαλλιά της και την ζεστή ανάσα της στο λαιμό μου.
Όταν ξύπνησε για τα καλά, μείναμε και κοιταζόμασταν στα μάτια, δεν ξέρω για πόση ώρα. Είναι απίστευτο πως χάνω την αίσθηση του χρόνου με αυτήν την κοπέλα!
Αργότερα την συνόδεψα στο δωμάτιο που νοίκιαζε κι έπειτα γύρισα κι εγώ στο κάμπινγκ. Δεν μπορούσα να σταματήσω να χαμογελάω! Κι αν κάποια στιγμή άθελά μου σταματούσα, τότε ερχόταν σαν αστραπή η σκέψη της και ξαναχαμογελούσα από την αρχή!
 
Το απόγευμα της ίδιας μέρας συναντηθήκαμε και πήγαμε βόλτα. Κρατιόμασταν χέρι χέρι, συζητούσαμε και κάναμε πλάκα σαν δύο άνθρωποι που γνωρίζονται χρόνια!
Υπήρχαν στιγμές που σταματούσε να μιλάει έμοιαζε σαν να αφουγκραζόταν την φύση και τη ζωή ολόκληρη.
Ένα πέπλο μυστηρίου την σκέπαζε μερικές φορές σαν συλλογιζόταν, μα ταυτόχρονα υπήρχε εκείνη η μεταξύ μας οικειότητα, που σχεδόν έκανε αντίθεση με το μυστήριο…
Την προσφωνούσα συχνά με το όνομά της, το οποίο κράτησα σαν φυλαχτό την ώρα που συστηθήκαμε το προηγούμενο βράδυ. Μ’ άρεσε να την λέω με τ’ όνομά της∙ και το προτιμώ απ’ το να το αντικαταστήσω με τα γνωστά «μωρό μου», «αγάπη μου» κλπ.
 
Οι μέρες μας ξεκινούσαν και τελείωναν με τον ίδιο συντελεστή. Μαζί. Ακόμη κι αν δεν κανονίζαμε να βρεθούμε, κάπως το έφερνε – η μοίρα θες; η λαχτάρα; – και πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλον. Χαιρόμασταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο.
Ήταν η φάση της ζωής μου που ένιωθα πιο ζωντανός από ποτέ. Η ζωή μου άξιζε πολύ περισσότερο, μόνο και μόνο με την αφορμή πως πλησίαζε η ώρα που θα την ξαναέβλεπα και θα την έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Ζωντάνευα και πάλι στην σκέψη του αγγίγματος των χειλιών της. Άξιζε να προσπαθώ καθημερινά, και χωρίς ιδιαίτερο κόπο, να καταφέρνω να της σχηματίζω το χαμόγελο στα χείλη. Το χαμόγελο εκείνο, που, όταν έκανε την εμφάνισή του, τα μάτια της έλαμπαν ακόμη περισσότερο.
 
Και τώρα; Τώρα που είναι η τελευταία μέρα του καλοκαιριού, που υποτίθεται ότι θα χωρίσουν οι δρόμοι μας, όπως αρμόζει στους καλοκαιρινούς έρωτες, ξέρω τι πρέπει να κάνω. Το πιο απλό πράγμα του κόσμου!  Θα συνεχίσω να προσπαθώ να σχηματίζω καθημερινά αυτό το χαμόγελο στο πανέμορφο πρόσωπό της. Θα επιμείνω. Δεν θα το αφήσω να ξεφτίσει σαν ένα όνειρο. Άλλωστε, όπως λένε, τα όνειρα είναι η πραγματικότητα που θα θέλαμε να ζούμε, μα δεν τολμάμε να την διεκδικήσουμε. Το δικό μου όνειρο θα το ζήσω όμως. Μαζί της.