Το καλό σερβίτσιο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το πιάτο έσπασε με έναν εκκωφαντικό κρότο, σκάζοντας σαν πυροτέχνημα πάνω στα σαπουνισμένα ποτήρια.  Η βρισιά της Ισμήνης πάνω από το χάος ήταν απλώς το κερασάκι.

Στέναξε και πήρε προσεκτικά με το χέρι της τα μεγαλύτερα κομμάτια ακουμπώντας τα πάνω σε ένα χαρτί κουζίνας.  Τρία πιάτα είχαν εξολοθρευτεί μεμιάς, και το καθημερινό της σερβίτσιο πλέον έμενε κολοβωμένο για τα καλά.  Όχι δηλαδή πως πριν ήταν και κανένα αριστούργημα, τα μισά πιάτα ήταν χτυπημένα εδώ κι εκεί, χώρια που ήταν στην ουσία απομεινάρια από άλλα παλιά σερβίτσια παράταιρα και ξεθωριασμένα πια.

Ζύγισε το βρεγμένο κομμάτι του πιάτου στην παλάμη της, σαν να γύρευε κάποια απάντηση.  Γιατί έπεσες;  Αφού σε κρατούσα.  Δεν τρέμουν τα χέρια μου κι έχω γερό κράτημα, όλοι το λένε αυτό.  Γιατί έσπασες;

Το ξέθωρο, γκριζογάλανο σχέδιο έμεινε ωστόσο βουβό.  Και τι στεναχωριόταν τώρα αυτή για ένα πιάτο;  Εντάξει, ήταν από το μοναδικό σερβίτσιο που της είχε απομείνει από εκείνα που είχε αγοράσει η μάνα της.  Τότε, με τη φρενίτιδα που την είχε πιάσει την μακαρίτισσα, όπου γύριζε η Ισμήνη από το σχολείο κι αντί να βρίσκει φαγητό, έβλεπε μια εξάδα φλιτζανάκια του καφέ (τζάμπα τα είχαν) ή μια δωδεκάδα από πιατάκια λιμόζ (τα έξι δώρο ήταν, χαζή είμαι να μην τα πάρω;) ή μια οχτάδα από άσχετα πιάτα (μην τα βλέπεις έτσι, τα κάνεις συνδυασμό σκέτο λουκούμι, τύφλα να ‘χει η Βε-Εμ-Εφ!).

Πόσα χρόνια πριν, είκοσι, τριάντα;  Να συσσωρεύονται κρυμμένα τα πιατικά στο σκρίνιο στο σκοτεινό σαλόνι που δεν πατούσε άνθρωπος, αλλά ήταν εξοπλισμένο όσο ένα τριώροφο πολυκατάστημα ειδών προικός.  Κι όμως, μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα πορσελάνης, κεντημάτων, ασημικών και κρυστάλλων το μόνο ολοκληρωμένο σερβίτσιο ήταν αυτό, γερμανική πορσελάνη, με ντελικάτες γιρλάντες στο χρώμα του σκονισμένου ουρανού κι ενδιάμεσα λίγα άλικα ρόδα.  Όλα τα είχε, και βαθιά πιάτα και ρηχά και του φρούτου και πιατέλες, μέχρι και μια κανονική σουπιέρα με καπάκι σαν αυτές που έδειχναν στις παλιές ελληνικές ταινίες.

Η ίδια της ποτέ δεν έδινε σημασία σ’ αυτά, όταν ήταν ελεύθερη.  Έκαμνε το χατίρι στη μάνα της και τη θαύμαζε (πωπω βρε μαμά, απίθανα είναι, πού τα ξετρυπώνεις!) της έκαμνε και πλάτες να τα κρύβουν μη τα δει ο πατέρας της (όχι πως έδινε σημασία, αλλά έτσι για την έξαψη του παράνομου, τι μυαλά!) και τα ξεσκόνιζε αραιά και που, με το χαρτομάντιλο στη μύτη γιατί την έπιανε αμέσως η αλλεργία.

Μετά από κάποια χρόνια που η Ισμήνη είχε φύγει από το πατρικό σπίτι γιατί παντρεύτηκε, η μάνα της, φορτικά σχεδόν, της είχε δώσει το σερβίτσιο μαζί με χίλια μύρια άλλα: πιατάκια για γλυκό του κουταλιού, ποτηράκια του λικέρ από κρύσταλλο Βοημίας, παράξενα τριγωνικά φλιτζανάκια του καφέ, όλα όμορφα αλλά άχρηστα, αφού κανένας δεν τα χρησιμοποιούσε.

Κι όταν είχε κάνει τη λίστα του γάμου της, όπως ήταν τότε πολύ της μόδας σε ένα πολυκατάστημα με είδη για το σπίτι (όπου έβρισκες από θήκη για ομπρέλες μέχρι τα πιο φίνα ποτήρια σαμπάνιας) είχε βάλει κι ένα καλό σερβίτσιο.  Γιατί;  Ε, γιατί όλοι έτσι έκαμναν τότε κι εκείνη δεν την ένοιαζε κιόλας ιδιαίτερα, το έβρισκε σαν έναν τρόπο να συνταιριάξει περισσότερο με τους νέους της συγγενείς.   Παρότι έγινε βιαστικά, το σερβίτσιο που είχε διαλέξει ήταν από τα πιο καλά και κυρίως ήταν από τα πιο χρωματιστά που κυκλοφορούσαν τότε.  Επειδή η μόδα ήταν κάτι τελείως λευκά με χρυσές λεπτές γραμμές ή κάτι ψόφια γκρι, μπεζ, βεραμάν, αχνογάλαζα, χρώματα που της έφερναν κατάθλιψη.

Όταν το είχε μάθει η μάνα της φρύαξε, μια γιατί δεν την είχε πάρει μαζί της να της διαλέξει το καλύτερο στην πιο συμφέρουσα τιμή και μια γιατί, όπως της είχε πει, μα τι το ήθελες, τόσα έχω να σου δώσω εγώ.  Κι η Ισμήνη αναγκάστηκε να της πει ψέματα, πως της το είχαν κάνει δώρο οι κουμπάροι και δεν άλλαζε για να μην την κακοκαρδίσει και το θέμα ξεχάστηκε με μόνη συνέπεια να της φορτώσει με το ζόρι το άλλο το γερμανικό σερβίτσιο.

Η ειρωνεία ήταν πως η μάνα της, όλα αυτά τα πιατικά που έπαιρνε ποτέ δεν τα χρησιμοποίησε.  Τα είχε για καλά, “για μια ιδιαίτερη περίσταση” όπως της έλεγε, καθημερινά χρησιμοποιούσε κάτι πιο απλά μπλε και λευκά.  Κι η Ισμήνη, παρότι διαφωνούσε, ενδόμυχα είχε κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, είχε ένα σκρίνιο γεμάτο με άπειρα κομψά κρυστάλλινα ποτήρια που τα έκαμνες γκελ με το δάχτυλο κι ακούγονταν σαν τις καμπάνες των αγγέλων.  Πού να τολμήσεις να τα χρησιμοποιήσεις;  Ιεροσυλία σχεδόν, χώρια το άγχος μη σπάσουν.  Και το καλό σερβίτσιο;  Με το πράσινο της χλόης και τα όμορφα ροζ-μωβ και κίτρινα αγριολούλουδα;  Κι αυτό μάζευε σκόνη κάτω στα συρτάρια του σκρίνιου της περιμένοντας αυτή την “ιδιαίτερη περίσταση“.  Και περίμενε.  Και περίμενε.  Στο μεταξύ, το άλλο το σερβίτσιο της μάνας της, που το χρησιμοποιούσε καθημερινά εδώ και δέκα χρόνια και της έδινε στα νεύρα με τα μουντά του χρώματα, ολοένα και λιγόστευε, έσπαζαν πιάτα, τσάκιζαν στις άκρες, ράγιζαν εδώ κι εκεί, ώχραινε το σχέδιό τους και έμοιαζε τώρα σαν γαριασμένος λεκές που δεν λέει να φύγει.

Το πατρικό σπίτι, όλα αυτά τα χρόνια, μάζευε σιωπηλό σκόνη και σκιές,  περιμένοντας την “ιδιαίτερη περίσταση” για να βγουν τα καλά πιατικά.  Για να μπει φως στο αραχνιασμένο σαλόνι που είχε καταντήσει αποθήκη με γυαλικά που αχνόφεγγαν στο μισόφωτο σαν παράξενα απολιθωμένα ζώα στις βιτρίνες.  Και οι τσαγιέρες βούλιαζαν στη λήθη κι οι καράφες θάμπωναν και γίνονταν φιγούρες από μαρμαρωμένες Χίλιες και μια Νύχτες, προσμένοντας κάποιον Αλαντίν να κάνει μια ευχή μπας και ζωντανέψουν.  Άδικα όμως.  Ούτε γάμος γιορτάστηκε εκεί, μια που κι η ίδια και η αδερφή της παντρεύτηκαν μακριά, ούτε βαφτίσια έγιναν, ούτε Χριστούγεννα, ούτε Πάσχα, ούτε καν κάποια γενέθλια, έτσι για να χαρούν οι πορσελάνες λίγο φως και φασαρία από κόσμο πάνωθέ τους.

Η Ισμήνη κούνησε το κεφάλι της απογοητευμένη, καθώς μάζευε με το βέτεξ τα ψιλά, κοφτερά σαν βελόνες κομματάκια γυαλιού και πορσελάνης από τον ανοξείδωτο νιπτήρα.  Κάποτε, παίρνοντας θάρρος από την ανυπόφορη ερημιά του πατρικού σπιτιού, που άνθρωπος δεν είχε πατήσει έστω και για τυπική επίσκεψη, είχε ρωτήσει τη μάνα της: τα χρόνια ολοένα και περνούσαν και τα πιατικά έμεναν ανέγγιχτα, πότε πια θα ερχόταν αυτή η “ιδιαίτερη περίσταση“;

Εκείνη είχε απλώς κουνήσει αόριστα το κεφάλι της και απέφυγε να της απαντήσει παίρνοντας ένα ποτήρι από τα πλυμένα, ένα φτηνιάρικο από χοντρό, στραβοχυμένο γυαλί με σταμπωτές αγελαδίτσες που ήταν προσφορά με το γάλα που αγόραζε, για να το γεμίσει με νερό.  Ενώ υπήρχαν σωριασμένα μέσα στο σκρίνιο, δωδεκάδες από τα πιο ντελικάτα και πανέμορφα κρυστάλλινα νεροπότηρα που απλώς μάζευαν την ύλη του σύμπαντος.

Τότε κατάλαβε η Ισμήνη πως η “ιδιαίτερη περίσταση” δεν θα ερχόταν ποτέ, ήταν μόνο ένα πρόσχημα για να δικαιολογεί η μάνα της όλα αυτά τα πιατικά που αγόραζε.  Γιατί η πραγματική λαχτάρα της ήταν να αγοράζει, να κάνει όλη τη διαδικασία, στοχεύοντας στο πιο ποιοτικό αντικείμενο με τη πιο συμφέρουσα συναλλαγή.  Να γυροφέρνει σε έρευνα αγοράς από μια σειρά καταστημάτων, να επιδίδεται σε ακούραστη συζήτηση με τον εκάστοτε καταστηματάρχη για το πόσο καλό, παλιό, ποιοτικό ήταν το τάδε σερβίτσιο και μήπως μπορεί να κάνει μια καλύτερη τιμή, σαν να βλέπει μια ραγισματιά εδώ στην άκρη της πιατέλας;  Και δώστου τελικά να καταφέρνει να παίρνει με ελάχιστα χρήματα κάτι απίθανα σπάνια πιατικά.  Τα έφερνε στο σπίτι και της τα έδειχνε όλο καμάρι, αναφέροντας με κάθε λεπτομέρεια τα παζάρια που έκαμνε μέχρι να το καταφέρει.  Η Ισμήνη την άκουγε και την επιδοκίμαζε, τι άλλη χαρά είχε η γυναίκα στο κάτω-κάτω της γραφής, τι της κόστιζε κιόλας ο έπαινος;  Αλλά μετά ήξερε τι θα επακολουθούσε.  Ο θρίαμβος ξεφούσκωνε μετά από λίγες μέρες κι έβλεπε τη μάνα της, που κοίταζε με θολωμένο πια βλέμμα το πιατικό και σηκωνόταν και το καταχώνιαζε μαζί με τα άλλα, τα παλιά της “κατορθώματα”.  Και ξεκινούσε πάλι από την αρχή, σαν ένας Ιντιάνα Τζόουνς των Πιατικών προς άγραν θησαυρών πορσελάνης και κρυστάλλων.

Τα χρόνια όμως πέρασαν αμείλικτα κι η άμοιρη η μάνα της βυθίστηκε μια μέρα σαν τη φρεγάτα μέσα στον ωκεανό της άνοιας και πάνε τα σερβίτσια, πάνε και τα κρύσταλλα, πάνε όλα.  Είχε πέντε χρόνια που είχε πεθάνει, με τον εαυτό της χαμένο σε ένα κουκούλι παλιμπαιδισμού, με όλα τα βραβεία των πιατικών της άχρηστα και παρατημένα.  Η Ισμήνη κανένα από κείνα δεν είχε κρατήσει, τα έδωσε σε όποιον τα άρεσε.  Δεν ήθελε να το ομολογήσει αλλά βαθιά μέσα της δεν ήθελε ούτε να τα βλέπει, δεν της ερχόταν στη μνήμη καμιά ευτυχισμένη ανάμνηση της μάνας της, πιο πολύ η θλίψη πως όλη της τη ζωή εκείνη κυνηγούσε άψυχα αντικείμενα για να γεμίσει το κενό μέσα της.

Αχ, βρε μαμά, σκέφτηκε με πίκρα, πόσα ήθελες αλλά δεν πήρες στη ζωή σου γιατί τα φύλαγες σαν τα πιατικά, για “ιδιαίτερη περίσταση;”  Δεν ταξίδεψες, δεν βγήκες έξω, δεν χάρηκες μια κουβέντα με μια φίλη, δεν έπιασες τον μπαμπά να τον ξεκουνήσεις από την νιρβάνα του, δεν τα έδωσες όλα μία να πάνε στον βρόντο και να ζήσεις όπως ήθελες.  Είχες περιχαρακώσει τον εαυτό σου μέσα στην οικογένειά σου και έβαζες προτεραιότητα πάντα όλους εμάς.  Κι ας μας γκρίνιαζες ολημερίς κι ολοχρονίς, κι ας παραπονιόσουν πως σε τίποτα δεν σου μοιάσαμε –όντως δεν σου μοιάσαμε– κι ας έλεγες πως τόσα προτερήματα που έχουμε, στα γουρούνια τα πετάμε και παινεύουμε άλλους πιο άχρηστους από μας… 

Η Ισμήνη ήξερε πως ό,τι είχε προσπαθήσει η μάνα της, πιέζοντάς την να κάνει το ένα και το άλλο για το μέλλον της το είχε κάνει για να την προστατέψει, να την θωρακίσει, για να καταφέρει η κόρη της ό,τι δεν είχε τολμήσει η ίδια.  Μόνο που τα όνειρα δεν ήταν της Ισμήνης αλλά της μάνας της κι ας τα ακολουθούσε υπάκουα χωρίς να παραπονιέται, βάζοντας τα δικά της όνειρα στην αναμονή, για να κάνει τη μάνα της περήφανη.  Και μετά, το λαμπρό μυαλό της μάνας της απλώς χάθηκε σαν καρφίτσα μέσα σε τρισεκατομμύρια ηλίθια άχυρα.  Πάνε τα όμορφα πιατικά, πάνε οι έξυπνες αγορές, πάνε τα μεγάλα, θαυμαστά σχέδια για το μέλλον που τα είχε στην αναμονή.  Ο ήχος τους καθώς διαλύονταν ήταν ίδιος με τον κρότο που έκανε ο μπόγος με τα σπασμένα πιάτα μέσα στο βρεγμένο χαρτί κουζίνας, όταν τα πέταξε στον κάδο απορριμμάτων.

Μπορεί, ναι, να είχε ξεφύγει τελικά η Ισμήνη από εκείνη την λίμνη την ακύμαντη του πατρικού της, είχε παντρευτεί έναν άνθρωπο που αγαπούσε κι είχε πάει σε άλλη πόλη.  Μα παρασυρμένη με την “ιδιαίτερη περίσταση” της μάνας της στα κύτταρά της, ακολουθούσε κι εκείνη κάτι τέτοια τερτίπια.  Όχι να αγοράζει πιατικά βέβαια, Θεός φυλάξει, ευτυχώς ήταν αρκετά ανίκανη και τεμπέλα για κάτι τέτοιο.  Αλλά έμενε στάσιμη σε αρκετά πράγματα γιατί περίμενε κι εκείνη την “ιδιαίτερη περίσταση“.  Τα άφηνε όλα για την μέρα που θα είχε καιρό για να κάνει όσα ονειρευόταν, τι έφταιγε που μια είχε ζόρια στη δουλειά και δεν έμενε χρόνος μετά ή που αντιμετώπιζε δυσκολίες με το παιδί της και δεν είχε κουράγιο, ή που ήταν διαλυμένη από τις τύψεις για την ανικανότητά της ν’ αντιμετωπίσει τη μια και την άλλη αναποδιά, ή που ένιωθε γελοίο κι ανήκουστο να ακολουθήσει κάτι που αφορούσε μόνο τον εαυτό της;  Ποτέ δεν έβρισκε τον χρόνο και το σθένος για να κάνει έστω κι ένα όνειρό της αληθινό, να ταξιδέψει, να γράψει, να ζωγραφίσει, να γελάσει, να ζήσει, να, να, να…

Και πότε θα ερχόταν δηλαδή αυτή η στιγμή, ε;

Ποτέ, αυτή ήταν η αλήθεια.  Αυτό ήξερε η μάνα της και γι’ αυτό απλώς απέφευγε να ξεδιαλύνει γιατί κυριευόταν από την ανάγκη της για αγορές.  Ποτέ δεν θα ερχόταν μια μαγική στιγμή που, σαν τα ηλιοβασιλέματα στις ταινίες, θα επερχόταν η φώτιση, η λύση, η αλχημεία και θα πραγματοποιούσε όλα τα όνειρά της.

Κοίταξε το λειψό πια σερβίτσιο, μετρώντας μηχανικά τα παράταιρα πιάτα.  Ποτέ δεν τα είχε χωνέψει αυτά τα πιάτα, τι στην ευχή, γιατί τα κρατούσε τόσα χρόνια;  Δεν τα είχε διαλέξει εκείνη, απλώς τα είχε αποδεχτεί γιατί της τα είχε δώσει η μάνα της.  Και λοιπόν;  Γιατί να τα κρατά ακόμα;  Η μάνα της είχε λυτρωθεί εδώ και καιρό, την είχε ονειρευτεί τόσο ζωντανά την προηγούμενη μέρα, που θα μπορούσε να την αγγίξει με τα χέρια της.  Ζούσε τώρα εκεί ψηλά σε ένα πανώριο πέτρινο κάστρο, γεμάτο από τα πιο όμορφα πράγματα, με θέα τη θάλασσα.  Και την είχε δει τόσο ευτυχισμένη εκεί, όσο δεν την είχε δει ποτέ της όταν ζούσε.  “Κοίτα” της έλεγε, δείχνοντας τα ντουλάπια πάνω από τον πέτρινο πάγκο της κουζίνας “καρυδιά σε ανοιχτό μελί, δες και τι ωραία τα μεσαιωνικά πόμολα, έκτακτα, ούτε καν χρειάζονται καθάρισμα!”  Το πρόσωπό της ήταν τόσο λαμπερό, τόσο ανάλαφρο σαν κοριτσίστικο, φοβήθηκε να μιλήσει, μόνο της χαμογελούσε, για να μη χαλάσει τη μαγεία.  Κι όταν ξύπνησε το πρωί, δεν ήταν καθημερινή κι έτσι δεν ξεχάστηκε στο κυνήγι της δουλειάς, είχε απομείνει να σκέφτεται το όνειρο ενώ ξέπλενε μηχανικά τα πιάτα για να τα βάλει στο πλυντήριο πιάτων.  Κι έτσι, ενώ σκεφτόταν το λαμπερό πρόσωπο της μάνας της, δεν πρόσεξε και γλίστρησε από τα χέρια της το πιάτο καταφέρνοντας συντριπτικό χτύπημα στα λιγοστά πια απομεινάρια του παλιού σερβίτσιου.

Γιατί λοιπόν κρατούσε ακόμα το καλό της σερβίτσιο κλειδωμένο στα σκοτεινά ντουλάπια του σκρίνιου της; Για ποια περίσταση, που όσες είχαν γίνει ποτέ, είχε χρησιμοποιήσει τελικά το καθημερινό της, με τα παράταιρα μαζί;  Δεν είχε σημασία για κείνη αν της έλεγαν “πω πω, τι ωραίες πορσελάνες; ΙΩΝΙΑ, είναι;”  Γιατί δεν ήθελε να έχει απλώς ένα σωρό από όμορφα πράγματα.  Ήθελε όσα πράγματα είχε, να της προκαλούν χαρά, είτε γιατί θα τα είχε διαλέξει με δική της προτίμηση, είτε κυρίως, γιατί θα της θύμιζαν ευχάριστες μνήμες με ανθρώπους που αγαπούσε.

“Μάλιστα” μονολόγησε αποφασιστικά και ανοίγοντας ένα συρτάρι έβγαλε ένα ρολό με σακούλες απορριμμάτων.  Έβγαλε μία, τινάζοντάς την για να ανοίξει και χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή, πήρε την λειψή στοίβα των πιάτων, που έσταζε ακόμα σαπουνόνερα και την έχωσε μέσα.  Ύστερα, άνοιξε το ντουλάπι που είχε στοιβαγμένα και τα υπόλοιπα παράταιρα πιάτα και με γρήγορες κινήσεις, χωρίς να της γλιστρήσει ούτε ένα πιάτο πια, τα έβαλε όλα μέσα κι έσυρε προσεκτικά τη σακούλα ακουμπώντας δίπλα στην εξώπορτά της για να τα πάει μετά στην ανακύκλωση.  Ύστερα, άνοιξε το ντουλάπι του σκρίνιου και τράβηξε έξω τα χαρτόκουτα με τα πλουμιστά, καλά της πιάτα.  Με το σερβίτσιο του λιβαδιού, όπως το έλεγε.  Που της θύμιζε μια όμορφη, ανοιξιάτικη μέρα γεμάτη φως, μαζεμένοι όλοι τους στο ανθισμένο γρασίδι να κάνουν πικ-νικ και η μικρή της κόρη να μαζεύει αγριολούλουδα και να τη ρωτάει, πως το λένε το καθένα.  Όχι, δεν είχε ζήσει κάτι τέτοιο, αλλά το σερβίτσιο πάντα της έφερνε μια τέτοια εικόνα.  Κοίταζε τώρα πίσω της και έβλεπε κάποιες αναμνήσεις, στενάχωρες έως τώρα, που μεμιάς έγιναν απλώς περασμένες, γλυκόπικρες στιγμές.  Χαμογέλασε στην όμορφη, ανθισμένη πιατέλα.

“Γεια σου” της είπε, λες κι ήταν κάποιο ξωτικό και γέλασε με το ανόητο της σκηνής που της προκαλούσε όμως μια απέραντη ικανοποίηση.   Η “ιδιαίτερη περίσταση” ήταν κάθε στιγμή, κάθε μέρα, σήμερα, τώρα.  Και θα τη ζούσε χωρίς να εναποθέτει πλέον ατέρμονες ελπίδες σε ένα αόριστο μέλλον.

Το μεσημέρι ο άντρας της δεν πρόσεξε στην αρχή την αλλαγή.  Το φαγητό ήταν σε ένα πιάτο, δεν έκανε διακρίσεις στο τι πιάτο ήταν.  Αλλά, το συγκεκριμένο ήταν πολύ λουλουδιασμένο για να μην το προσέξει τελικά.  Ίσως επειδή εκείνη ήταν το ίδιο ανθισμένη, χαρούμενη, παιχνιδιάρικη, αν ήταν δυνατόν, σε τέτοια ηλικία.

“Τι έγινε;” τη ρώτησε διστακτικά, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν, έχει γούστο να του ετοίμαζε τίποτα, μήπως είχαν καμιά επέτειο και δεν το θυμόταν –που τα θυμόταν ο έρμος αυτά– και ψαχούλευε ανήσυχα στο μυαλό του τις ημερομηνίες.

“Τίποτα αγάπη μου” του είπε γλυκά η Ισμήνη και σκύβοντας να του αφήσει το πιάτο του έσκασε ένα φιλί “απλώς θα τρώμε πλέον στο καλό σερβίτσιο, δεν θα τρώει μόνο του σκόνη στα ντουλάπια, ναι;”  Εκείνος απέμεινε για μια στιγμή ασάλευτος, αλλά μετά ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.

“Βρε, παλαβιάρα” του ξέφυγε με τρυφερότητα κι ανακούφιση μαζί και μετά πρόσθεσε καρφώνοντας μια μπουκιά παστίτσιο “και σε κουβά να τρώμε άμα είναι να χαίρεσαι, χαλάλι σου!”

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook