Γεννήθηκε σε ένα τραχώνι στα βόρεια της Χίου το 1920 η Ματρώνα. Δύσκολα χρόνια, φτωχά. Έξι αδέρφια που ορφάνεψαν μικρά από μάνα κι έμειναν με τον πατέρα. Τι να σου κάνει κι εκείνος; Όλη μέρα στο καΐκι, στην περαταριά, να μεταφέρει ανθρώπους και εμπορεύματα. Φώναξε μια ξαδέλφη να του φροντίζει τα παιδιά, να φτιάχνει ένα τσουκάλι φαΐ, να τα πλένει, να τα προσέχει. Μάνα δεν ήταν η ξαδέλφη. Ξύλο, φωνές και κατάρες για το κακό που την βρήκε. Δεν έζησαν σαν παιδιά, μεγάλωσαν απότομα και μόνα, σαν αγριάδες.

Η μικρή Ματρώνα ίσα που μπόρεσε να τελειώσει το δημοτικό, με γυμνά πόδια και στομάχι άδειο. Ύστερα έμεινε στο σπίτι να φροντίζει τα μικρότερα αδέρφια της και να βοηθάει. Μα κι αυτό, δεν έφτανε. Τόσα στόματα πως να χορτάσουν; 12 χρόνων κοπελίτσα, την έστειλαν υπηρέτρια σ’ ενός μπακάλη το σπίτι, στον Περαία. Καλοί ανθρώποι. Δεν της κακοφέρθηκαν, έφαγε ένα κομμάτι ψωμί δίπλα τους.

Στα 16, γύρισε πίσω στο νησί. Είχε γίνει μια όμορφη νεαρή γυναίκα. Κοντούλα, μα νόστιμη, με δυο μάτια που πετούσαν φλόγες. Την πλεύρισε ένα από τα αρσενικά του χωριού, την ζήτησε και του την έδωσαν. Στα 17 παντρεύτηκε κι ένα χρόνο μετά, κρατούσε την κόρη της αγκαλιά. Καλή ζωή δεν είχε. Σατράπης και μπερμπάντης ο άντρας της. Παρατούσε τις γυναίκες στο σπίτι και αλήτευε για μέρες. Είχε όμως την αγάπη της πεθεράς και της κουνιάδας της. Πάλευαν οι γυναίκες μόνες, να αναστήσουν το μωρό.

Ώσπου ήρθε ο πόλεμος κι όλα έγιναν πιο δύσκολα. Μέρα με τη μέρα το φαΐ λιγόστευε. Μάζευε τσουκνίδες κι έβραζε να ταΐσει το παιδί. Κι εκείνο, μάζευε. Σταμάτησε να μιλάει και να περπατάει από την πείνα. Το έπαιρνε ο αέρας σαν έβγαινε έξω. Είχε και το νεογέννητο να κλαίει και να μην φτάνει το γάλα της να το χορτάσει. Σπάραζε η καρδιά των γυναικών να βλέπουν τα μωρά να υποφέρουν. Το βρέφος δεν πρόκαμε να σαραντίσει. Στέρεψε το γάλα της Ματρώνας, έσβησε η ανάσα του. Δεν γινόταν να χάσει και την κόρη της. Μάζεψε σε μπόγους τα απαραίτητα, πήρε την πεθερά, την κουνιά και το κορίτσι της και χώθηκαν σε ένα καραβάνι για Αφρική. Προσφυγιά ή θάνατος.

Στοιβάχτηκαν σε ένα καΐκι με πολύ κόσμο και πέρασαν στην Τουρκία. Οι άνθρωποι τούς υποδέχτηκαν σαν οικογένεια. Τους φρόντισαν, τους τάισαν να πάρουν δυνάμεις. Την Ματρώνα επειδή είχε το κορίτσι, την έβαλαν να μείνει σε σπίτι, όχι σε τέντα στον καταυλισμό. Γέμισαν δάκρυα τα μάτια της. Τους φιλούσε τα χέρια. Τίποτα δεν είχε να δώσει για να τους ευχαριστήσει, μόνο τις κεντημένες πετσέτες της προίκας της. Την έβαλαν πάνω σε ένα μουλάρι με το παιδί που ήταν αδύναμο. Κι ύστερα Συρία, άλλη οικογένεια, άλλη αγκαλιά. Μετά Ιορδανία, Αίγυπτος. Το καραβάνι τους προχωρούσε και παντού οι άνθρωποι τους αγκάλιαζαν και τους φρόντιζαν μέχρι τον επόμενο καταυλισμό.

Έτσι κατάφεραν να φτάσουν μέχρι το τέρμα, στον καταυλισμό του Élisabethville στο Κονγκό. Έλληνες πατριώτες τον είχαν στήσει και υποδέχονταν τα καραβάνια. Εκεί, στην υποδοχή, ήταν ο Φραντζέσκος. Άντρας όμορφος, με καθάριο βλέμμα και ψηλό παράστημα. Το πρόβλημα που είχε στην καρδιά δεν του επέτρεπε να πολεμήσει κι έτσι βρήκε άλλον τρόπο να βοηθήσει. Έβαζε τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες σε καλύβια και τους έδινε τα απαραίτητα για να σταθούν. Ήξερε καλά από προσφυγιά. Παιδάκι 5 χρόνων ήταν όταν μπήκε σε ένα καΐκι με την οικογένειά του και είδε πίσω του την Πόλη να φλέγεται. Τα μάτια του έμειναν πάνω στην κοντούλα Ματρώνα, που ήταν αδύνατη σαν κλαράκι. Τον μάγεψε τούτο το θηλυκό με το αγριεμένο βλέμμα. Προσπάθησε να την προσεγγίσει, μα εκείνη ήταν βράχος. Είχε πονέσει πολύ. Δεν είχε περιθώρια. Δεν το έβαλε κάτω ο Φραντζέσκος! Είχε την μικρή από κοντά. Της έλεγε παραμύθια και της έδινε κεράσματα. Την πηγαινόφερνε στο καλύβι για να σκάσει ένα χαμόγελο στην γυναίκα που του έκλεψε την καρδιά. Σιγά σιγά, μαλάκωσε. «Τι θες από μένα;» τον ρώτησε. «Να σε κάνω γυναίκα μου. Να γεράσουμε μαζί. Τίποτα δεν έχω. Μόνο τα δυο μου χέρια, ένα πριόνι κι ένα σκεπάρνι στην Αθήνα, αν υπάρχουν ακόμα. Μα θα σε φροντίσω και θα ‘χω την κόρη σου, σαν δική μου. Πες μου μόνο από ποιον πρέπει να σε ζητήσω.» «Δεν έχω κανέναν εδώ. Μόνο την πεθερά μου». Πήγε και την βρήκε να της ζητήσει τη νύφη της, κι εκείνη τον γέμισε με ευχές μέσα από τα δάκρυά της. «Να είσαι καλός γιόκα μου και να την σώσεις, γιατί με τον αλήτη τον γιο μου χαντακώθηκε».

Κίνησε γη και ουρανό ο Φραντζέσκος και βγήκε το διαζύγιο. Έκαναν τον πολιτικό γάμο και γίνηκαν οικογένεια. Λίγο καιρό μετά, ήρθε στη ζωή τους η δεύτερη κόρη, το Δεσποινιώ τους. Μαζί τις μεγάλωνε τις κόρες του. Παιδιά του και τα δυο, αίμα του. Ήταν καλός άνθρωπος ο παππούς. Μετρημένος και πονετικός. Δίκαιος, άντρας αληθινός. Την κοίταζε στα μάτια την γιαγιά. Την αγάπησε με όλη τη δύναμη της καρδιάς του. Μέσα στον όλεθρο του πολέμου, σε ένα καλύβι στο Κονγκό, μια οικογένεια προσφύγων είχε γεννηθεί. Τους αγαπούσαν όλοι και με τους μαύρους είχαν σχέση εκτίμησης και σεβασμού. Ποτέ δεν τους είδαν σαν πιο λίγους. Μα, δεν ήταν όλοι οι λευκοί έτσι. Οι περισσότεροι τους είχαν σκλάβους. Τους βασάνιζαν και τους έκλεβαν τον πλούτο της γης τους. Φούσκωνε μέσα τους ο θυμός από το άδικο. Ξεσηκώθηκαν. Ένα βράδυ ειδοποίησαν τον παππού να μαζέψει τις γυναίκες του και να φύγει γιατί θα γίνει σκοτωμός. Εκείνον και λίγους ακόμα. Μάζεψαν το βιός τους και κίνησαν για το λιμάνι. Πίσω τους γίνηκε μεγάλη σφαγή. Φορτώθηκαν σε ένα καράβι και έφτασαν με τα πολλά στην Ελλάδα που μετρούσε ακόμα τις μεταπολεμικές πληγές της. Πάλεψαν με χίλιες δυσκολίες για να στηθούν στα πόδια τους.

Μεγάλωσαν τα παιδιά τους, είδαν εγγόνια. Το Δεσποινιώ, έκανε έναν γιο και μια κόρη. Έδωσε και στα δυο το όνομα του παππού. Στο αγόρι δεύτερο όνομα, στο κορίτσι κανονικό. Στην ρουφιάνα του! Ο παππούς που έκανε την άρρωστη καρδιά του να αντέξει, να δει τις κόρες του γυναίκες, και να πάρει αγκαλιά όλα του τα εγγόνια. Και η Ματρώνα, που ευτύχησε να ζήσει δίπλα του και να πάρει αγάπη σαν ατόφιο χρυσάφι. Είδε τη ζωή να την ξεχρεώνει για όσα δεν χάρηκε σαν παιδούλα. Κι ας της τον πήρε νωρίς. Εκείνος την υπόσχεση την κράτησε.

Εγγόνα προσφύγων είμαι. Μεγάλο καμάρι να κουβαλάω αυτούς τους ανθρώπους μέσα μου. Να μπορώ να πω την ιστορία τους. Αυτήν την ιστορία που άκουγα χρόνια από το στόμα της γιαγιάς και μια φορά δεν ηχογράφησα, να την έχω με την φωνή της. Την κράτησα όμως, την έγραψα. Για εκείνη, για τον παππού, για όλους. Τα καραβάνια προσφύγων κυλάνε στο αίμα μας. Τούτος ο κόσμος πάντα ματώνει απ’ τους πολέμους των μεγάλων. Τούτος ο κόσμος, γεμάτος από την αγωνία των προσφύγων για σταθερή γη. Και πάντα, μέσα σε όλα τα δεινά, η αγάπη θα ανθίζει.