Το καταφύγιο των πονεμένων ψυχών

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Μαίρη ήταν μια γλυκιά μεσόκοπη κυρία με μια δοτική ψυχή γεμάτη αγάπη και καλοσύνη. Ήταν γεννημένη ‘μάνα’. Η ζωή της είχε φερθεί πολύ καλά. Αξιώθηκε να εκπληρώσει το μεγάλο της όνειρο, που ήταν η δημιουργία μιας δεμένης και ευτυχισμένης οικογένειας με έναν άνθρωπο εξίσου δοτικό και ανοιχτόκαρδο. Τα παιδιά της, μεγάλα πια, είχαν απλώσει διάπλατα τα φτερά τους σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ο γιος της, ο Αργύρης, ήταν γιατρός σε μία διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση, που παρείχε επείγουσα βοήθεια σε άτομα που έχουν τραυματιστεί από ένοπλες συγκρούσεις, φυσικές καταστροφές ή ήταν αποκλεισμένα από την παροχή ιατρικής φροντίδας Η κόρη της, η Θάλεια,  ήταν φτασμένο στέλεχος μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρίας που την έστελνε επαγγελματικά ταξίδια σε όλον τον κόσμο.

Η Μαίρη ήταν συνταξιούχος δασκάλα. Διορίστηκε πολύ μικρή, επομένως όταν συνταξιοδοτήθηκε ήταν ακόμα νέα και ακμαία με ενεργειακά και ψυχικά αποθέματα. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Θωμάς. Το ενδεχόμενο να διοχέτευαν άμεσα όλη αυτή την ενέργεια και τη θετική διάθεση σε εγγόνια, μάλλον χλωμό, καθώς και τα δύο παιδιά τους, επί της παρούσης τουλάχιστον, ήταν δοσμένα στη δουλειά τους. Ο γιος στο λειτούργημα του γιατρού και η κόρη καριερίστα με μεγαλεπίβολα σχέδια και φιλοδοξίες. Η δημιουργία οικογένειας ήταν πολύ χαμηλά στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους.

Η Μαίρη λαχταρούσε να ήταν full-time μητέρα σε κάποιο οργανισμό που φρόντιζε παιδιά. Να μπορούσε όλο το 24ωρο να προσφέρει φροντίδα στις ψυχούλες αυτές που είχαν ανάγκη από μία τρυφερή αγκαλιά, έναν καλό λόγο, να γεμίσει με το περίσσευμα αγάπης της το συναισθηματικό τους κενό. Πρακτικά όμως, κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Η Μαίρη έπρεπε να βρίσκεται στη βάση της, στο σπιτικό της. Πρώτον, δεν μπορούσε να αφήσει μόνο του το Θωμά και δεύτερον, υπήρχαν και τα παιδιά της που επισκέπτονταν αρκετά συχνά την Ελλάδα και περίμεναν να απολαύσουν την περιποίηση της μάνας. Είχε όμως τόσο χρόνο και διάθεση προσφοράς. Συμμετείχε σε πολλές φιλανθρωπίες και συνέτρεχε τον συνάνθρωπο που είχε ανάγκη. Η ψυχή της όμως λαχταρούσε κάτι πιο μόνιμο.

Ένα ανοιξιάτικο απογευματάκι, απολαμβάνοντας στο μπαλκόνι το γλυκύβραστο καφεδάκι που της είχε φτιάξει ο Θωμάς και διαβάζοντας την κυριακάτικη εφημερίδα, έπεσε το μάτι της σε ένα άρθρο για την αναδοχή. Η αναδοχή ενός παιδιού ήταν ένας θεσμός που του έδινε τη δυνατότητα να ζήσει με μία οικογένεια αντί για το ίδρυμα. Τα παιδιά αυτά δεν ήταν ορφανά, αλλά για τον τάδε ή δείνα λόγο δεν ήταν εφικτό ή ασφαλές να ζήσουν με την βιολογική τους οικογένεια. Η ανάδοχη οικογένεια αναλάμβανε την καθημερινή φροντίδα του παιδιού καθώς και την ψυχοκοινωνική του εξέλιξη. Με λίγα λόγια αναλάμβανε να του προσφέρει τρυφερότητα και αγάπη.

«Τι διαβάζεις με τόση αφοσίωση; Ακόμα και τα μάτια σου χαμογελάνε!», παρατήρησε ο Θωμάς.

Η Μαίρη γύρισε προς το μέρος του άντρα της την εφημερίδα. Ο Θωμάς δεν άργησε να μοιραστεί τον ενθουσιασμό της.

«Αύριο, κιόλας, πάμε να ενημερωθούμε!», είπε με χαρά ο άντρας.

«Θωμά μου είσαι ένας θησαυρός!», αναφώνησε η Μαίρη.

Το ζευγάρι είχε στο παρελθόν φιλοξενήσει προσφυγόπουλα μέχρι αυτά να ενωθούν πάλι με την οικογένειά τους. Διέθετε μια σχετική πείρα. Χαίρονταν βέβαια όταν τα παιδάκια έσμιγαν με τους συγγενείς τους, αλλά το σπίτι τους ξανάδειαζε.

Η Ελισάβετ ήταν δώδεκα χρονών. Η θλίψη στα μάτια της ήταν ολοφάνερη. Κάποια εμφανή σημάδια στο σώμα της ήταν απόδειξη σωματικής βίας. Αυτά με τον καιρό θα επουλώνονταν και σταδιακά δεν θα φαίνονταν καν. Το πρόβλημα ήταν τα ανεξίτηλα σημάδια της κακοποιημένης παιδικής της ψυχής. Δεν ήταν ορφανή από γονείς η Ελισάβετ, αλλά επ’ ουδενί τρόπω ήταν δυνατόν να παραμείνει στο φυσικό οικογενειακό της περιβάλλον.

Τον πρώτο καιρό η Ελισάβετ τιναζόταν μόλις η Μαίρη πήγαινε να την αγγίξει. Από τον δε Θωμά, κρατούσε πολύ μεγάλη απόσταση. Έδειχνε να τον φοβάται. Ποιόν, τον Θωμά, που ήταν αμφίβολο αν είχε πειράξει ποτέ κουνούπι. Προτιμούσε να το αφήσει να του ρουφήξει το αίμα παρά να το σκοτώσει.

Το ζευγάρι πληροφορήθηκε αρκετά για το οικογενειακό ιστορικό της Ελισάβετ. Τους είχαν ενημερώσει ότι ήταν μια δύσκολη περίπτωση, μια παιδική ψυχούλα τόσο πρόωρα και βάναυσα βασανισμένη. Το κορίτσι αυτό είχε ανάγκη από πολλή αγάπη, υπομονή και κατανόηση. Το τρίπτυχο του ζευγαριού! Χωρίς δισταγμό και δεύτερη σκέψη, άνοιξαν το σπίτι και την καρδιά τους στο γλυκό αυτό πλάσμα. Το πρώτο τους μέλημα ήταν να χτίσουν μια σχέση εμπιστοσύνης με την Ελισάβετ. Το κορίτσι δεν είχε φοιτήσει κανονικά στο σχολείο καθώς τον περισσότερο καιρό δεν πήγαινε. Οι συχνές απουσίες της, όπως και κάποιες κακές φήμες για το οικογενειακό της περιβάλλον κινητοποίησαν το σχολείο να ειδοποιήσει την Πρόνοια, η οποία ευτυχώς παρενέβη άμεσα. Αν δεν είχε επέμβει, έστω και την ύστατη αυτή στιγμή, το μέλλον της Ελισάβετ προδιαγραφόταν πολύ ζοφερό. Η Μαίρη σαν παλιά και έμπειρη δασκάλα την ξεκίνησε από την αρχή. Η Ελισάβετ ήταν ένα εύστροφο και πανέξυπνο πλάσμα. Το πρώτο της χαμόγελο το έσκασε με το ‘Άριστα’ στην ορθογραφία.

Περνώντας οι πρώτοι μήνες, το κορίτσι άρχισε να εμπιστεύεται περισσότερο τη Μαίρη και να γίνεται πιο δεκτική στην αγκαλιά της. Η Μαίρη εν τω μεταξύ ήταν σε συνεχή επικοινωνία με την παιδοψυχολόγο που παρακολουθούσε την Ελισάβετ. Η ψυχή του παιδιού αυτού είχε σακατευτεί. Δε γνώρισε ποτέ την στοργή, την τρυφερότητα, το απονήρευτο χάδι, την μητρική προστασία, το πατρικό φιλί, την αδελφική αγάπη. Δε γνώρισε τον τρόπο που λειτουργεί μια σωστή οικογένεια. Ένα εξίσου θλιβερό κομμάτι της ιστορίας της Ελισάβετ και της κάθε Ελισάβετ, ήταν η αδιαφορία μιας κοινωνίας, μιας γειτονιάς, μιας κοινότητας που γνωρίζει αλλά σωπαίνει, που αφήνει αθώες παιδικές ψυχούλες να υποφέρουν και να αργοπεθαίνουν, που φοβάται να ανακατευτεί για να ‘μην μπλέξει’ που ρίχνει το μπαλάκι στους φορείς πρόνοιας, στους πολιτικούς, στο (ανύπαρκτο κάποιες φορές) κράτος.

Η Ελισάβετ βασανιζόταν από εφιάλτες σε καθημερινή σχεδόν βάση. Ένα βράδυ έτρεξε πρώτος ο Θωμάς να την καθησυχάσει. Η Ελισάβετ κουλουριάστηκε και τον εκλιπαρούσε με λυγμούς να μην την ‘πειράξει’. Ύστερα αφέθηκε στην αγκαλιά της Μαίρης και τα δάκρυά της άφησαν επιτέλους την ψυχή της να ελευθερωθεί.

«Κορίτσι μου, Ελισάβετ μου, είσαι ασφαλής εδώ. Εμείς σε αγαπάμε, σε υπερλατρεύουμε καρδούλα μου, κι εγώ και ο Θωμάς. Σου υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται ποτέ να σε πικράνουμε. Σώπα Ελισάβετ μου, σώπα κοπέλα μου…», την παρηγορούσε όλο στοργή η Μαίρη.

Ο Θωμάς τις άφησε μόνες. Πόσο ευλογημένος ένιωθε που ο Θεός του έστειλε τη Μαίρη για σύντροφο ζωής. Η Μαίρη έκανε και τον ίδιο καλύτερο άνθρωπο. Ήταν βέβαιο ότι θα βοηθούσε το πληγωμένο αυτό κορίτσι να σταθεί κάποτε στα πόδια της και να γνωρίσει την όμορφη όψη της ζωής. Πόσα προσφυγόπουλα είχαν βρει καταφύγιο στην αγκαλιά της Μαίρης όταν έτρεχαν έντρομα στον παραμικρό θόρυβο, περνώντας τον για βόμβα. Έτσι και η πληγωμένη ψυχή της Ελισάβετ θα έβρισκε καταφύγιο σε αυτόν τον άγγελο επί της γης.

Οι μήνες κυλούσαν όμορφα. Υπήρχαν μέρες με πισωγυρίσματα αλλά ευτυχώς ελαττώνονταν. Η Ελισάβετ αποκτούσε σιγά σιγά οικειότητα με τον Αργύρη και τη Θάλεια, τα καινούργια της ‘αδέλφια’. Μαγευόταν ακούγοντας για τα μέρη που ταξίδευε η Θάλεια, τις μεγάλες πρωτεύουσες, τους εξωτικούς προορισμούς. Οι αφηγήσεις του Αργύρη για τα παιδιά που βοηθούσε στις χώρες που πήγαινε από τη μία την στεναχωρούσαν αλλά από την άλλη της έδιναν μία πικρή παρηγοριά. Υπήρχαν στον κόσμο ψυχούλες που υπέφεραν λόγω πολέμου, αρρώστιας, φτώχιας, κακοποίησης. Δεν ήταν η μόνη που είχε υποφέρει. Ευτυχώς υπήρχε ο Αργύρης γι΄ αυτά τα παιδιά, όπως η κυρία Μαίρη για εκείνη.

Τα παιδιά της Μαίρης και του Θωμά πάντα έφερναν κάτι στην Ελισάβετ από τα μακρινά τους ταξίδια. Στην αρχή το κορίτσι δεν ήξερε πώς να αντιδράσει καθώς ποτέ της δεν είχε δεχτεί κάποιο δώρο. Διακρινόταν η αμηχανία και η ντροπή στην αντίδρασή της. Με τον καιρό όμως αυτά αντικαταστάθηκαν από προσμονή και ενθουσιασμό, όχι τόσο για τα δώρα, όσο για την ευκαιρία να δει αυτούς τους δύο τόσο καλοσυνάτους και ευγενικούς νέους ανθρώπους που την έκαναν να αισθάνεται καλοδεχούμενη στο σπίτι τους. Η τεράστια συγκίνηση έλαβε χώρα στο πάρτυ – έκπληξη για τα γενέθλια της Ελισάβετ. Τα παιδιά του ζεύγους ήρθαν στην Ελλάδα χωρίς να το ξέρει η μικρή και η Μαίρη κάλεσε δυο καλές φίλες που είχε κάνει η Ελισάβετ στο καινούργιο της σχολείο.

Η Ελισάβετ τα ’χασε! Δεν ήξερε καν ότι είχε γενέθλια! Δάκρυα χαράς κυλούσαν από τα μεγάλα αμυγδαλωτά καστανά της μάτια. Πρώτα απ’ όλους αγκάλιασε το Θωμά με μια παρατεταμένη και γεμάτη ευγνωμοσύνη αγκαλιά. Κανείς ποτέ δεν της είχε φερθεί με καλοσύνη και αγάπη. Η οικογένεια αυτή και κυρίως η κυρία Μαίρη ήταν το απάγκιο της ψυχής της. Το λιμανάκι που της πρόσφερε απλόχερα ηρεμία και ασφάλεια.

Η Μαίρη και ο Θωμάς της χάρισαν δύο δώρα. Ένα τρισχαριτωμένο παιχνιδιάρικο σκυλάκι και ένα βιβλιάριο τραπέζης στο όνομά της, με την οικονομική ενίσχυση που παρείχε το κράτος στην ανάδοχη οικογένεια. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσε μεγαλώνοντας η Ελισάβετ να τα αξιοποιήσει για τις μελλοντικές της ανάγκες.

«Να τα χιλιάσεις κούκλα μου! Να είσαι γερή και ευτυχισμένη! Εμείς δεν θα αφήσουμε ποτέ το πλάι σου», ψέλλισε με δάκρυα χαράς η Μαίρη και δίπλα της ο Θωμάς εξίσου συγκινημένος. Όλοι ευελπιστούσαν ότι η αναδοχή θα εξελισσόταν σε κανονική υιοθεσία.

Η Ελισάβετ τους σφιχταγκάλιασε. Επιτέλους άρχισε να φαίνεται φως στο σκοτάδι των ματιών της. Ενσωματωνόταν στην οικογένεια αυτή. Χαμογελούσε πιο συχνά. Ένιωθε άνθρωπος. Ένιωθε μικρό κορίτσι. Δεν είχε βιώσει την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Την είχαν αρπάξει βίαια και ανελέητα οι άνθρωποι που την έφεραν στον κόσμο.

Το σκυλάκι της, καθώς ήταν κάτασπρο, το ονόμασε Χιονάτη, από την ομώνυμη ηρωίδα των παιδικών παραμυθιών που τώρα άκουγε για πρώτη φορά από τη Μαίρη. Η βιολογική της ηλικία ήταν μιας κοπέλας στην εφηβεία. Μέχρι πρότινος η ψυχή της έμοιαζε ταλαιπωρημένη, γερασμένη, νεκρή σχεδόν. Άρχισε πια στην ψυχή της να αχνοφαίνεται το παιδί, που δεν πρόλαβε να βιώσει την παιδική ηλικία. Τα τραύματα της παιδικής ψυχής θα άφηναν μεν σημάδια, αλλά άρχιζαν σιγά σιγά να επουλώνονται. Το χειρότερο θα ήταν οι πληγές να έμεναν ανοιχτές και να επιμολύνονταν. Υπήρχε ελπίδα γι’ αυτό το παιδί, κυρίως χάρη της Μαίρης. Μακάρι η αγκαλιά της να μπορούσε να χωρέσει όλες τις πονεμένες ψυχές που ζητούσαν απεγνωσμένα ένα καταφύγιο.

Πόσο πιο όμοφρες, αλήθεια, θα ήταν του κόσμου οι μέρες, αν σ΄ αυτόν υπήρχαν περισσότερες Μαίρες…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook