Δεν είναι ένας συνηθισμένος μπαμπάς. Είναι ο μπαμπάς μου και ο άνθρωπος που έχω πληγώσει περισσότερο απ’ τον καθένα.

Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι άσχημα γι’ αυτό αλλά ξέρει ότι πάντα θα είμαι το κορίτσι του. Το ανυπάκουο, ξεροκέφαλο κορίτσι του. Είμαι. Και πολλά άλλα ακόμα και οι γονείς μου έπρεπε να εξοπλιστούν με περίσσια υπομονή και δύναμη γιατί ήμουν εντελώς ασυμβίβαστη και έπρεπε κάπως να με κοντρολάρουν. Καλά, όσοι το διαβάζουν τώρα αυτό το κείμενο και με γνώρισαν μετά τα 26 σίγουρα θα γελάνε. Μα εσύ; ΕΣΥ; Κι όμως, ΕΓΩ.
Σ’ αυτό το σημείο δεν θα ήθελα να πω περισσότερα αλλά αν το διαβάζει το κείμενο το φιλαράκι μου ο Νίκος ας γράψει από κάτω (σατανικό γέλιο).
Θα αναφέρω βέβαια κάποια ολίγα παραδείγματα για να πάρετε μια ιδέα.

Στα 14 λοιπόν, έφαγα την πρώτη μου αποβολή γιατί αρνιόμουν πεισματικά να συμβιβαστώ με την θεοσεβούμενη, τότε, διευθύντριά μας. Δεν θα πω λεπτομέρειες. Ένα χρόνο αργότερα έφαγα την δεύτερη αποβολή μου καθώς αποφάσισα να απαρνηθώ μια για πάντα τον ρόλο του θύματος και να γίνω θύτης στον άνθρωπο που με κορόιδευε επί δύο χρόνια για τα κιλά μου. Κοινώς τον σάπισα στις σφαλιάρες και με τα νύχια μου του γρατζούνισα μάγουλο και λαιμό. Ήμουν τόσο αδύνατη που όταν φυσούσε κρατιόμουν αναγκαστικά και κυριολεκτικά από κάποιον. Φτερό στον άνεμο; Αυτό. Έτσι, η καλή και πάνω απ’ όλα θεοσεβούμενη διευθύντριά μας, αρνήθηκε να ακούσει την δική μου πλευρά και τα λόγια των φίλων μου για το πόσο υπέφερα από τούτο το αγόρι και έδωσε σε μένα αποβολή. Τριήμερη. Στους γονείς μου δεν ανέφερα ποτέ τίποτα. Απλά είπα ναι, το έκανα, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.

Όλο αυτό και η αδικία της υπόθεσης λειτούργησε τόσο ανάποδα σε μένα που όχι μόνο δεν συμμορφώθηκα αλλά εκφόβιζα κάθε συμμαθητή μου που ύψωνε την φωνή του ή άκουγα να λέει το οτιδήποτε πίσω απ’ την πλάτη μου. Έχω ζητήσει απ’ όλους συγγνώμη. Και την εννοούσα. Απόλυτα.

Στα 16 και χωρίς κανένα ουσιαστικό οικονομικό θέμα, για την ακρίβεια, τα είχα όλα και δεν μου έλειπε τίποτα, αποφάσισα ότι θέλω να ανεξαρτητοποιηθώ οικονομικά γιατί μου την έσπαγε η κίνηση του χεριού, της παλάμης βασικά, κάθε φορά που ζητούσα χρήματα. Και το έκανα. Ταυτόχρονα με το σχολείο προωθούσα τυριά και κασέρια σε σούπερ μάρκετ και σταμάτησα το φροντιστήριο. Τέλειο;

Στα 17 απαίτησα και πήγα μόνη μου πρώτη φορά διακοπές με τις φίλες μου στην Χαλκιδική. Η μητέρα μου πρέπει να είχε κατεβάσει καρτέλες ηρεμιστικά. Σ’ αγαπώ μαμά.

Τέλος, στα 19 στην γιορτή του φίλου Αντώνη κατέβασα ένα μπουκάλι Bacardi για πλάκα. Καλά ήμουν σχετικά. Οι γονείς βέβαια έπαθαν σοκ. Ας μην το αναλύσω. Κλαίω λίγο.

Η μόνιμη κατάσταση των γονιών μου για αρκετά χρόνια ήταν “τι θα κάνουμε μ’ αυτό το παιδί πια;” και να τα κλάματα και να τα “μήπως να την στείλουμε εσώκλειστη στα εξωτερικά;”

Βασικά, αυτή τη στιγμή που γράφω το κείμενο γελάω μόνη μου. Για την ακρίβεια, χτυπιέμαι, μα δεν μπορώ! Κι αυτό ήταν το λιγότερο. Πολλά πέρασαν οι καημένοι μαζί μου. Το ομολογώ, ήμουν κωλόπαιδο και για την ηλικία μου δεν φοβόμουν ούτε τον Θεό.

Η αδελφή μου βέβαια καμία σχέση. Ήταν αυτό το ήσυχο μέχρι αηδίας παιδάκι που σου ‘σπαγε τα νεύρα και ήθελες να του καρφώσεις το στυλό στο μάτι. Ήμαρτον όμως με ‘σας τα φλωράκια παιδιά. Αγανάκτηση είστε.

Με τον πατέρα μου η σχέση μας δοκιμάστηκε σε απίστευτα μεγάλο βαθμό όπου και μέχρι τα 25+ δεν του συγχώρεσα ορισμένες “συμπεριφορές”. Όπως, το γεγονός ότι δεν δεχόταν την “παραίτηση”, το “μπαμπά δεν μπορώ, δεν θα τα καταφέρω”! Του γυρνούσε το μάτι και μου έλεγε πάντα “μπορείς, είσαι γενναία και σήκω πάνω κωλόπαιδο που δεν μπορείς”! Ήταν κάτι που με εξόργιζε.

Ίσως γιατί δεν μπορούσα να δεχτώ ότι ο ίδιος δεν δέχεται αυτό που είμαι. Ότι υπήρχαν φορές που δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς και γούσταρα να παραιτηθώ.

Πόσα λόγια του, μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο μυαλό, σαν να τον έχω απέναντι μου και να τον ακούω να μου φωνάζει: “ακόμα και την μεγαλύτερη βλακεία του κόσμου να έχεις κάνει, ακόμα κι αν σου είναι δύσκολο να το παραδεχτείς θα πάρεις μια στιγμή μόνο, θα χαμηλώσεις το βλέμμα σου και θα ζητήσεις συγγνώμη, άκουσες;”
Άκουσα μπαμπά, ακόμη κι αν τότε, εκείνη την στιγμή, ήθελα απλά να σε βρίσω και να σηκωθώ να φύγω.

Μετά από τέτοιες συζητήσεις αυτό που σκεφτόμουν πάντα ήταν γιατί δεν με υποστήριζε ποτέ; Γιατί; Ήμουν τόσο ηλίθια όμως που δεν καταλάβαινα ότι ακόμα και στα πιο τραγικά λάθη μου, αυτός μου έλεγε: “ακόμα ένα μάθημα μικρή μου!” Έβλεπα και άκουγα μόνο όσα ήθελα να ακούσω και να δω.
Πόσο έπρεπε να τον πληγώσω για να καταλάβω τι ακριβώς μου έλεγε και πόσο θα με βοηθούσαν όλα αυτά στην μετέπειτα ζωή μου; Παιδιά. Ακριβώς. Ήμασταν παιδιά και καμιά φορά, απίστευτα σκληρά και άδικα.
Και σεις γονείς, πόσα αντέχετε;

Στο ενδιάμεσο ανταλλάξαμε πολλές κουβέντες μέχρι που μετά το Λύκειο, άρχισα να ηρεμώ, κάπως.

Το γεγονός που στάθηκε αφορμή ώστε να καταλάβω πόσο ατίθαση ήμουν, ήταν ένα τραγικό μεθύσι με τεκίλα. Άσπρη με αλάτι και λεμόνι (μου λείπεις αγαπημένη μου -κλαματάκι-)! Κοιμόμουν περίπου εικοσιέξι ώρες με ενδιάμεσα διαλείμματα καθώς η μητέρα μου ερχόταν να με ξυπνήσει για δευτερόλεπτα να δει αν είμαι καλά. Δεν έχω δει την μητέρα μου πιο νευριασμένη και πιο φοβισμένη και τον πατέρα μου πιο απογοητευμένο, ποτέ ξανά. Η δε αδελφή μου προσπαθούσε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Δεν μου είπαν κουβέντα, όταν μπόρεσα να σταθώ κάπως αξιοπρεπώς στα πόδια μου, αλλά ένιωθα την πίκρα τους.

Αυτό ήταν. Από το βράδυ της επόμενης ημέρας, η Τζόαν -τώρα-, Γιάννος -τότε- για τον πατέρα μου, ναι με φώναζε με αντρικό όνομα, μην σχολιαστεί, σας φάω τα σωθικά, κιότεψε Πολύ. Άφησα εγωισμούς, αντίδραση και φωνές στην άκρη. Όχι αμέσως βέβαια, σιγά σιγά.

Πλέον, οι σχέσεις μας είχαν αποκατασταθεί πλήρως και αυτή η διαρκής κόντρα που βρισκόμασταν σταμάτησε. Μπορούσαμε να συζητήσουμε σε χαμηλούς τόνους πια και ‘γω είχα γίνει αρκετά διαλλακτική. Είχε πολλά όνειρα ο πατέρας μου για ‘μας. Ένα απ’ αυτά να ασχοληθώ σοβαρά με την μουσική που τόσο αγαπούσα και συνεχίζω. Ήθελε να με στείλει στην Αγγλία να την σπουδάσω. Τελικά επέλεξα απλά να μείνω στην Ελλάδα. Το μετανιώνω σήμερα. Τότε, όχι. Ελπίζω όμως, ότι είναι περήφανος έτσι κι αλλιώς.

Το ομολογώ ότι ήταν και είναι ένας εντελώς ασυνήθιστος πατέρας που οι αξίες του πολλές φορές μας έφεραν σε δύσκολη θέση. Ιδίως το αίσθημα δικαίου που τον διακατέχει. Επίσης είναι ένας τρελός τρελός Πασόκος. Αυτό δεν ξέρω αν το λέω για καλό βέβαια. Αγνοήστε το.

Αν μου ζητούσε κάποιος να τον περιγράψω θα έλεγα ότι είναι μια εκδοχή του Πέτρου Φιλιππίδη στο 50-50 (μην πειράξετε τις κόρες μου καθίκια, δεν τις μεγάλωσα εγώ για να κλαίνε για πάρτη σας, είναι πολύτιμα ακόμα και τα δάκρυά τους, ναι τα είχαμε κι αυτά) και ενός συναισθηματικού γίγαντα που διαβάζει Πλάτωνα πίνοντας φασκόμηλο με μια εσάνς ουίσκι Glenfiddich. Μόνο.

Βασικά να σας πω κάτι; Είναι ο πιο δίκαιος, ειλικρινής, ανατρεπτικός και ονειροπόλος τύπος που έχω γνωρίσει ποτέ στην ζωή μου. Ακόμα και σήμερα, στα 65+ τον θαυμάζω τόσο πολύ που παρά τα ζόρια που πέρασαν για πάρτη μου με την μητέρα μου δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Θυμάμαι ένα βράδυ τον είχα πάρει τηλέφωνο μες τα κλάματα και του είπα: “μπαμπά δεν μπορώ να κοιμηθώ, μου λείπετε”!
Μαντέψτε ποιος ήταν σε δύο ώρες εδώ στις τρεις το ξημέρωμα. Γίνεται να μην τον λατρεύω; Να μην τον θαυμάζω;

Τον έχω δει να κλαίει για μένα. Ένα ολόκληρο θηρίο να κλαίει σαν παιδί για το παιδί του. Κι αυτές οι τεράστιες παλάμες του που ποτέ δεν έχουν κινηθεί επιθετικά εναντίον κάποιου, μου έχουν χαρίσει τα ωραιότερα και πιο αληθινά χάδια. Και εκείνα τα πράσινα μάτια του μου έχουν χαρίσει το ωραιότερο χαμόγελο που έχω δει σε άνθρωπο.

Κι αν τώρα ορισμένοι μου λένε πόσο κότα είμαι, απαντάω “ΝΑΙ ΡΕ! ΕΙΜΑΙ!” και μέσα μου γελάω. Ξεκαρδίζομαι για την ακρίβεια!

…κι αν κάποτε με είπες ασυμβίβαστη, μάντεψε σε ποιον έμοιασα πατέρα. Σ’ αγαπώ.