Το κοριτσάκι με τους αναπτήρες

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μια φορά κι’ έναν καιρό, σε μια χώρα κοντινή, ζούσε ένα μικρό κορίτσι. Ήταν αδύνατο και καχεκτικό, με μεγάλα γκρι μάτια και κακοκουρεμένα κοντά μαλλιά. Η μικρούλα είχε γεννηθεί στα αγροτικά προάστια της μεγαλούπολης και έμενε σε μια παλιά αποθήκη τούβλων, μαζί με την οικογένειά της. Η μητέρα της δούλευε καθαρίστρια σε ένα μαγαζί με ρούχα, ενώ ο πατέρας ήταν άνεργος. Για μήνες περιφερόταν στο σπίτι σαν φάντασμα, περικυκλωμένος από αμέτρητα μπουκάλια, γυάλινα και πλαστικά. Επάνω στο τραπέζι, κάτω από το τραπέζι, στη ντουλάπα, κάτω από το νεροχύτη, στο κομοδίνο του παλιού κρεβατιού όπου κείτονταν η άρρωστη γιαγιά της, δίπλα από τη ραγισμένη κούνια του νεογέννητου αδελφού της, παντού. Μπουκάλια παντού. Δεν άρεσε στον πατέρα να του τα πετάνε.

Ήταν η τελευταία νύχτα του χρόνου. Το χιώνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Τις σκεπές των σπιτιών, τα δέντρα, τα καμπαναριά. Η παγωμένη αυτή νύχτα βρήκε το κοριτσάκι στο δρόμο, με μια χούφτα αναπτήρες στο χέρι. Τους είχε για να τους πουλάει στα καφενεία και τις ταβέρνες της πόλης, όπως έκανε κάθε μέρα μετά το σχολείο. Στο δεξί ώμο κρατούσε μια όμορφη πάνινη τσαντούλα, την οποία της είχε χαρίσει η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού όπου δούλευε η μάνα της. Στην τσάντα αυτή είχε μόνο ένα βιβλίο, τυλιγμένο προσεκτικά σε μια πλαστική σακούλα, και ένα παλιό πανί, με το οποίο καθάριζε καλά τα παπούτσια πριν μπει στα μαγαζιά. Πολλές φορές την έδιωχναν, γιατί στους ιδιοκτήτες δεν άρεσαν τα ίχνη λάσπης στα πλακάκια.

Είχε βγει νωρίς από το σπίτι. Έκανε τσουχτερό κρύο. Το κοριτσάκι περπατούσε αργά, τρεμάμενο και κουρασμένο. Είχε πουλήσει μόνο τρεις αναπτήρες και δεν είχε φάει τίποτε όλη μέρα. Έτσι πεινασμένη και παγωμένη ως το μεδούλι, τα βήματά της την έφεραν μέχρι την ταβέρνα του κυρίου «Χ». Είχε πουλήσει κάποτε έναν αναπτήρα εκεί. Τη θυμόταν καλά εκείνη τη μέρα. Ήταν καλοκαίρι και το μαγαζί δεν είχε ανοίξει ακόμη. Ο κύριος «Χ» μετρούσε χρήματα πίσω από το ταμείο. Το ράφι πίσω του ήταν γεμάτο κρασιά. Παντού πολύχρωμα μπουκάλια. Η μικρούλα έσπρωξε δειλά την πόρτα και περπάτησε σαν μεθυσμένη από τα αρώματα που ερχόντουσαν από την κουζίνα.

«Θέλετε να αγοράσετε έναν αναπτήρα, κύριε;» είπε, απλώνοντας το λεπτό σαν κλαράκι χέρι της.

Ο κύριος «Χ» σήκωσε βαριεστημένα τα μάτια του και την κοίταξε αμίλητος από πάνω μέχρι κάτω. Άνοιξε το ταμείο, έβγαλε μερικά ψιλά και της έκανε σήμα να πλησιάσει. Το κοριτσάκι ήρθε κοντά του και του έδωσε στο χέρι τον αναπτήρα. Με ένα άγνωστο γι’ αυτήν μειδίαμα, ο κύριος «Χ» την τράβηξε βίαια προς το μέρος του, της σήκωσε τη φούστα, άνοιξε το εσώρουχό της, έριξε μια κλεφτή ματιά και της πέταξε μέσα τα κέρματα. – Δεν καπνίζω-, της είπε, ενώ η μικρή έτρεξε σαστισμένη με όση δύναμη είχε. Οι έξι αναπτήρες που είχε στη τσέπη της φούστας έπεσαν στο πάτωμα του μαγαζιού, όμως δεν γύρισε ποτέ να τους πάρει. Εκείνη την ημέρα ο πατέρας έσπασε ένα άδειο μπουκάλι και με αυτό έκανε θυμωμένος μια χαρακιά στη σκουριασμένη πόρτα του ψυγείου. Δεν επέστρεψε σπίτι όλη νύχτα. Θυμόταν πως η μητέρα έκλαψε πολύ τότε.

Εκείνο το βράδυ, το μαγαζί του κυρίου «Χ» ήταν γεμάτο όπως πάντα. Είδε με δισταγμό από τη γωνίτσα του ακριανού παραθύρου. Άνθρωποι όμορφα ντυμένοι και χαμογελαστοί. Όλοι περίμεναν με ανυπομονησία να γευτούν τα θεσπέσια εδέσματα της κυρίας «Χ», η οποία σχεδόν ποτέ δεν έβγαινε από την κουζίνα.  

Έκανε τόσο κρύο. Τα χέρια της είχαν παγώσει. Έβγαλε από τη τσέπη της έναν αναπτήρα και προσπάθησε να τον ανάψει. 3, 4 φορές. Άναψε. Πέρασε από πάνω τα δάχτυλά της. Δεν ζεστάθηκαν καθόλου. Ενώ κρατούσε τον αναμμένο αναπτήρα, η φλόγα του αντικατοπτριζόταν στο τζάμι του παραθύρου. Φαινόταν τόσο μεγάλη… Μεγαλύτερη από τη φωτιά που μπουμπούνιζε στο τζάκι της ταβέρνας. Έκλεισε το ένα της μάτι και κατεύθυνε τη φλόγα του αναπτήρα προς το κεφάλι του κυρίου «Χ», ο οποίος γελούσε δυνατά πίσω από το μπουφέ. Η εικόνα αυτή τη ζέστανε. Ένα χοντρό, γλοιώδες σώμα, με ένα φλεγόμενο κεφάλι.

Είδε το μεγάλο ρολόι της πόλης. Η ώρα πλησίαζε 12. Κατάκοπη και μισοπαγωμένη, μάζεψε όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει και έφυγε τρέχοντας. Τα παλιά της παπουτσάκια δεν ακούγονταν στους δρόμους. Είχαν γεμίσει λάσπη, όμως δεν την ένοιαζε. Έτρεξε και έτρεξε, μέχρι που έφτασε σε ένα γνώριμο γι’ αυτήν σοκάκι. Εκεί δεν είχε γιορτινά φωτάκια, ούτε μυρωδιές ψημένου κρέατος. Κάτι έψαχνε. Και τελικά το βρήκε, στο παγκάκι ενός συνοικιακού τσιπουράδικου. Σταμάτησε τα βήματά της, σήκωσε το βλέμμα της προς το φεγγάρι και με το δάχτυλο στα χείλη ψιθύρισε «Σσσσς». Ο πατέρας της κοιμόταν καθιστός στο παγκάκι. Το κεφάλι του ήταν γερμένο μπροστά και στο χέρι του είχε αυτό που εκείνη έψαχνε. Ένα μισογεμάτο μπουκάλι. Του έριξε μια προσεκτική ματιά, σιγουρεύτηκε ότι κοιμόταν, πήρε το μπουκάλι και πέταξε.

Τα πόδια της την έφεραν και πάλι έξω από το παράθυρο της ταβέρνας του κυρίου «Χ». Άνοιξε το τσαντάκι, έβγαλε με προσοχή το βιβλίο από τη σακούλα και το άφησε κάτω από το πρεβάζι.

«Μπουκάλι. Πανί. Ποτό. Φωτιά. Μπουμ!» χαμογέλασε, ενώ άναβε τον αναπτήρα. Αυτή το φορά άναψε αμέσως.

 Κανείς δεν κατάλαβε πως έσπασε το τζάμι του παραθύρου. Το μισογεμάτο μπουκάλι εκσφενδονίστηκε και προσγειώθηκε πίσω από το μπουφέ. Η φωτιά φούντωσε γρήγορα. Μπουκάλια που άρχισαν να ανατινάζονται παντού. Τα μπατζάκια και η μεταξωτή πουκαμίσα του κυρίου «Χ» φλέγονταν και οι πελάτες εγκατέλειψαν τρομοκρατημένοι τα τραπέζια τους. Μέσα σε αυτή την αναμπουμπούλα, το κοριτσάκι μπήκε για δεύτερη φορά στην ταβέρνα.

Κανείς δεν την είδε ενώ γέμιζε τη σακούλα. Δεν έκατσε να δει πως όλοι κατάφεραν να βγουν έξω εγκαίρως, πως η γυναίκα του κυρίου «Χ» τύλιξε ένα τραπεζομάντηλο γύρω από το σώμα του, ούτε ότι το πυροσβεστικό κατάφερε να σώσει το μαγαζί. Δεν την ένοιαζε.

Κανείς δεν την είδε εκτός από το φεγγάρι. «Σσσσσς».

«Μπαμπά, ξύπνα, ξύπνα, σε παρακαλώ! Είναι Πρωτοχρονιά. Πούλησα όλους τους αναπτήρες. Αγόρασα και φαγητό».

Εκείνο το ξημέρωμα το σπίτι γέμισε αρώματα. Είχε κρύο και γιόρτασαν σιωπηλά. Θυμάται πως ο πατέρας έκλαψε πολύ τότε. 

Την επόμενη μέρα γύρισε για τέταρτη και τελευταία φορά στην ταβέρνα του κυρίου «Χ». Το βιβλίο ήταν ακόμη κάτω από το πρεβάζι. «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Το πέταξε στη λάσπη και δεν κοίταξε ποτέ πίσω.

Zergqueen

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook