Το κουκλόσπιτο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το σπίτι του, ποιο σπίτι του δηλαδή, το παλάτι του, ήταν η ακριβής λέξη, το είχε χτίσει ακριβώς όπως το ονειρευόταν. Κάθε πέτρα, κάθε σκαλί, κάθε γωνία, κάθε πλακάκι, ακόμα και το περίτεχνο  διακοσμητικό στα κάγκελα της τεράστιας αυλόπορτας και του φράχτη του κήπου, ήταν ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί και σχεδιάσει. Δούλευε το μυαλό του από πιτσιρικάς!
Όλες εκείνες τις παγωμένες νύχτες, στρωματσάδα όλο το ασκέρι στο μοναδικό δωμάτιο της παράγκας με το χωμάτινο πάτωμα, ανάμεσα στα αδέλφια του στριμωγμένος και με τον  μπέκρο τον πατέρα του παραδίπλα να ροχαλίζει, έκανε όνειρα πως θα γλίτωνε από αυτήν την μιζέρια πάση θυσία!
Τον σιχαινόταν τον άχρηστο τον πατέρα του! Τι τους έσπειρε πέντε αγόρια αφού δεν ήταν άξιος να τους θρέψει; Έστειλε και την μάνα τους νια και δροσερή στον άλλο κόσμο από το ξύλο και την “καλοπέραση”! Δεν ήταν ισάξια του, τάχα, επειδή εκείνος ήταν Αθηναίος κι εκείνη χωριάτα!  Φτου στα μουτρα του του χαμένου! Τον θυμήθηκε και πίκρισε το στόμα του! Και τα αδέλφια του, το σεβόταν το ρεμάλι! Πατέρας!  Τους ξαμόλησε σαν χαμίνια  μες στους δρόμους να του ακουμπάνε τις πενταροδεκάρες που έβγαζαν από το χαμαλίκι! Καλά θυματάκια της ζωής κι αυτοί! Καλά έκανε και πήρε πάνω του το μαγαζί και πρόκοψε! Κι ακόμα πιο καλά που πήρε το ταμείο κι έφυγε! Κι ας τόνε ψάχνουν τα “αδέλφια” του! Κι ας τόνε βρίζουν “κλέφτη”.
Το μάτι αγρίεψε,  τα φρύδια έσμιξαν , το χείλι τρεμόπαιξε, σημάδι πως φούντωνε ο θυμός!
Κλέφτης! Τι θα πει “κλέφτης” ρε χαϊβάνια; Ας ήταν έξυπνοι να πρόκοβαν! Πού αν δεν ήταν αυτός ούτε τις πέντε, δέκα  δεκάρες που είχαν βάλει στην άκρη δεν θα είχαν! Αμ δεν γίνεσαι μεγαλέμπορος με το σταυρό στο χέρι!
Αυτός έφερνε τις δουλειές, αυτός έπαιρνε τα ρίσκα, σ’ αυτόν άξιζε η μερίδα του λέοντος! Δεν του μιλάνε! Ε, ας μην του μιλάνε! Ο χρόνος θα τον δικαιώσει!  Εμ τους “έφτιαξε” με την καπατσοσύνη του, εμ θα του έριχναν τ ανάθεμα! Δεν βαριέσαι! Θα καταλάβαιναν πως έτσι ήταν το σωστό με το πέρασμα του χρόνου! Έτσι θα γινόταν! Και θα του ζητούσαν και συγνώμη!
Ανοιγόκλεισε τα μάτια να διώξει την κακιά ανάμνηση της φτώχειας, της μιζέριας κι όλων των δεινών που τις ακολουθούν κι ύστερα τα έκανε το βλέμμα του μια βόλτα,  να ξεκουραστεί στον κήπο!
Ο κήπος ήταν το αριστούργημα του! Είχε προσλάβει, κάτσε να δεις πώς του το είχαν πει, α, ναι, έναν <αρχιτέκτονα εξωτερικών χώρων> και του είχε σκάσει ένα κάρο λεφτά! Αλλά άξιζε το αποτέλεσμα! Χάρμα οφθαλμών! Όλων των ειδών τα δέντρα, οι θάμνοι, τα λουλούδια, ντόπια κι εξωτικά! Ακόμα και τα μικρά αγαλματίδια, οι νάνοι, τα λιονταράκια που διακοσμούσαν τις αλέες με το χοντρό βότσαλο και τις άλλες, με τα πολύχρωμα χαλίκια, ήταν διαλεγμένα απ’  αυτόν ένα, ένα, με ευλάβεια και προσοχή.  Όλη του η ζωή ένας αγώνας να φτιάξει αυτό το σπίτι! Και τι σπιταρόνα! Και τώρα θα το χαιρόταν!
Έπρεπε όμως να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του! Δεν το λαχταρούσε  τόσο για τον ίδιο, αλλά για τους άλλους! Τους περαστικούς που θα γύριζαν το κεφάλι να το παρατηρήσουν και να το  θαυμάσουν, αλλά κυρίως για τους γνωστούς! Δεν ήταν το όνειρο του μια πολυτελής έπαυλη, τόσο για να τη ζήσει και να τη  χαρεί αλλά για να τον μακαρίζουν και να τον ζηλεύουν! Πόσο φούσκωνε από υπερηφάνεια όταν τα “ανθρωπάκια” από την φτωχογειτονιά που γεννήθηκε, έμεναν μ’ ανοιχτό το στόμα  όταν τους έφερνε ο δρόμος τους στα Βόρεια Προάστια. Πράγμα σπάνιο γιατί ήταν ολόκληρη εκδρομή γι αυτούς! Τώρα που τελείωσε το σπίτι θα τους καλούσε να χορτάσει το μάτι τους λιγάκι. Τα κακόμοιρα! Θα έβαζαν τα φθαρμένα, παμπάλαια “καλά” τους ρούχα, το χάρτινο κουτί με τα σιροπιαστά στο χέρι και θα κινούσαν!  Κι όταν, θα  έφταναν, θα  άνοιγαν διάπλατα τα αγρίεψε ματάκια τους μπροστά στο μέγαρο του! Κι εκείνος θα τους καλοδεχόταν σαν ευγενικός οικοδεσπότης! Τάχα, δήθεν ένας απ αυτούς! Τρομάρα τους! Είχαν ξαναδεί πόρτες από μαόνι, είχαν περπατήσει σε πεντελικό μάρμαρο, γυαλισμένο, αστραφτερό λευκό σα γάλα, να τυφλώνεσαι από την ομορφάδα και τη λάμψη, είχαν φάει κι είχαν πιει σε πορσελάνες και κρυστάλλινα ποτήρια τα ανθρωπάκια που βρομούσε το χνώτο τους!
Ένα χαμόγελο στραβό ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του όταν σκέφτηκε το σούσουρο που θα “σηκωνόταν” στην παλιά γειτονιά για τα μεγαλεία του!
Ο γέρος, ο πατέρας του δεν μιλούσε πολύ αλλά ένα σωστό το είχε πει! “Η δύναμη στον άνθρωπο είναι το πορτοφόλι” Αλλιώς σε υπολογίζουν άμα έχεις γεμάτη την τσέπη κι αλλιώς άμα είσαι μπατίρης! Και δως του τεμενάδες και δως του καλοπιάσματα, όλους τους δρόμους τους ανοίγει το χρήμα! Σε κάνει “κύριο” κι ας μην είσαι, γιατί όλοι έχουν την ανάγκη σου αλλά εσύ δεν έχεις την ανάγκη κανενός!  Και τα αγοράζεις όλα με το χρήμα! Τον σεβασμό, την φροντίδα, την αγάπη γιατί πολύ απλά αγοράζεις τον άνθρωπο!
Μια νύχτα του ήρθε η ιδέα να τον ξεκάνει. Φύρα ήταν ο γέρος, άχρηστο κορμί, μα όσο να ναι θα χε μαζέψει ένα κομπόδεμα. Είχε πάρει το μάτι του ένα πορτοφολάκι στον κόρφο του. Έτσι κι αλλιώς σερνόταν ο γέρος, λίγα ήταν τα ψωμιά του, ένα σπρώξιμο στο πρώτο σκαλί της σιδερένιας σκαλίτσας της αυλής και πάει η καλιά του! Με το κομπόδεμα του γέρου έκανε μαγιά κι άνοιξε μαγαζί με τα αδέλφια του.

Το σούρουπο είχε πυκνώσει για τα καλά αλλά εκείνος χαμένος στην ονειροπόληση του δεν το είχε καλόκαταλάβει.  Ξαφνικά, λαχάνιασε από χαρούμενη ανυπομονησία στη σκέψη της φαντασμαγορίας που θα ακολουθούσε! Λίγες στιγμές ακόμα και το «αριστούργημά» του θα φωτιζόταν από αμέτρητα κρυμμένα φωτάκια κι έτσι ολόφωτο θα έλαμπε σαν καράβι που γλιστρούσε απαλά στη θάλασσα, με σιγανή μεγαλοπρέπεια. Το στέρνο του φούσκωσε από περηφάνια όταν στο πρόσωπό του χύθηκε λάμψη από το αντιφέγγισμα της έπαυλης! Είχε δημιουργήσει το τέλειο!
Ξαφνικά, μια σκιά διαπέρασε την ματιά του , σαν λόγχη! Ταράχτηκε! Πάνω από την δρύινη πόρτα της εισόδου, η μικρή απλίκα δεν είχε ανάψει! Μια λεπτομέρεια ήταν,  ένα τόσο δα, μικρό φωτάκι, οι άλλοι ούτε καν θα το πρόσεχαν  αλλά οπωσδήποτε δεν ξέφυγε από το δικό του, το αετίσιο του βλέμμα. Θα το έφτιαχνε την επόμενη, δεν χάθηκε πια ο κόσμος για να είναι όλα τέλεια για την πρεμιέρα του σπιτιού.
Μπα, τον ενοχλούσε! Του χαλούσε το ιδεώδες της απόλυτης ομορφιάς του έργου του. Ανέβηκε την μαρμάρινη σκάλα κι έσκυψε από το περβάζι. Ίσως, αν έσκυβε λίγο παραπάνω να μην χρειαζόταν σκάλα από το έδαφος, ίσως αν τεντωνόταν λίγο μέσα από τα μαρμάρινα κολωνάκια να την έφτανε..λίγο ακόμα ήθελε.. λίγα εκατοστά..
Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε άτσαλα, βαριά μ’ ένα γδούπο κούφιο.  Ίσα που πρόλαβε βγάλει μια κραυγή δυνατή, σαν κρώξιμο κόρακα.  Ένα κατάλευκο, αστραφτερό σαν πετράδι και σιωπηλό σαν οιωνός, μπήχτηκε σχεδόν στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ο χρόνος πάγωσε, κάτι το ασάλευτο, το οριστικό χύθηκε στον κόσμο και τον νέκρωσε για μια στιγμή.
Μισάνοιξε τα μάτια του, θολά σαν γυάλινα, που καθρέφτιζαν τον πανικό του θανάτου.  Από τα χείλια του που μόρφαζαν από έκπληξη και  πόνο, κύλησε ένα κόκκινο ρυάκι που πότισε τα πολύχρωμα χαλίκια της αλέας τα ταιριασμένα σε περίεργους σχηματισμούς. Προσπάθησε να μουρμουρίσει «βοήθεια», μα ο αέρας δεν έμπαινε στα πνευμόνια του, ίσα που πρόλαβε να στυλώσει την ματιά πάνω στην έπαυλη, πριν αφήσει ένα βαθύ στεναγμό.
Πάνω στον ουρανό, το φεγγάρι ήταν πορφυρό, σαν βουτηγμένο στο αίμα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook