«Κυρία Κυριάκου, δεν έχουμε άλλες εκκρεμότητες. Τελείωσε η διαδικασία της αποδοχής.
Θα σας στείλω ένα δέμα με κάποια έγγραφα και τα κλειδιά του σπιτιού. Οι μετοχές σας είναι στη διάθεσή σας, είτε τις αφήνετε ως έχουν, είτε τις πουλάτε στους υπόλοιπους μετόχους. Πουλώντας, όμως, παραχωρείτε και την κυριότητα της εταιρείας. Όπως και αν αποφασίσετε να πράξετε, είμαι στη διάθεσή σας»

Το είχε παρατημένο το δέμα καμιά βδομάδα. Οι επισκέψεις των χωριανών, τα κλάματα των συγγενών που προσφάτως απέκτησε και η κούραση που κάθε θάνατος και κηδεία επιφέρουν, δεν την είχαν αφήσει να ασχοληθεί με τα πρακτικά. Η μάνα της είχε κανονίσει τα πάντα από πριν. Και, όταν ένιωσε πως είχε χάσει το παιχνίδι, της μίλησε για τον πατέρα της. Τον βιολογικό. Ο θετός είχε πεθάνει δύο χρόνια νωρίτερα.
Κι η Αποστολία έψαξε να τον βρει. Όχι πως του άξιζε. Αλλά το αίμα τραβάει. Έτσι έλεγε η νόνα της. Και ναι μεν δεν τον βρήκε, αλλά ανακάλυψε μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία που την περίμενε υπομονετικά να την διεκδικήσει. Και να το τώρα το δέμα, αφημένο στο τραπέζι της εισόδου. Το σοκαριστικό νέο για εκείνη όμως, δεν ήταν τόσο οι αποκαλύψεις της μητέρας της όσο το γεγονός πως ο πατέρας της ο βιολογικός είχε αυτοκτονήσει. Ίσως δεν άντεχε τον εαυτό του. Και πολύ καλά έκανε.
Εκτός από έγγραφα, λογαριασμούς και πιστοποιητικά, ο φάκελος περιείχε κι έναν μικρότερο φάκελο, ταχυδρομικό, με το όνομά της γραμμένο καλλιγραφικά. Μέσα, βρήκε δύο φύλλα χαρτί, πυκνογραμμένα.

«Καλή μου,
Κόρη δεν μπορώ να σε πω. Δεν μου αξίζει ο τίτλος του πατέρα. Αφού διαβάζεις αυτές τις λέξεις, ξέρεις. Η μητέρα σου στο είπε. Κι εγώ έχω φύγει.
Την είδα ένα πρωί στην πλατεία του χωριού. Γέμιζε τις στάμνες νερό. Σαν τώρα την έχω μπροστά μου. Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα με λευκή δαντέλα. Είχε τα μαλλιά της ψηλά. Μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της σχηματιζόταν από την συγκέντρωση και την προσπάθεια να σηκώσει τις στάμνες. Προσφέρθηκα να την βοηθήσω μα δεν δέχτηκε. Τι θα έλεγε ο κόσμος.
Νιόπαντρη ήταν. Μα δεν τον ήθελε τον πολύφερνο γαμπρό που της δώσανε. Και καλά έκανε. Τα στόματα έλεγαν ότι τη χτυπούσε. Μα ήταν και μπερμπάντης, όλοι το ξέρανε αυτό. Ένα χρόνο παντρεμένοι και ήδη γύριζε με τις πόρνες. Κι εκείνη το ήξερε. Μα τιμωρούσε το εαυτό της. Ένα χρόνο παντρεμένοι και παιδί δεν έπιασε. Στέρφα. Έτσι έλεγαν τα στόματα. Και υπέμενε στωικά το ξύλο, της άξιζε, έτσι ένιωθε.
Ένα βράδυ, εμφανίστηκε στην πόρτα μου. Μπλαβό μάτι, σκισμένο ρούχο, ανακατεμένα μαλλιά, δάκρυα πασαλειμμένα μ’ αίματα. Ήξερε; Μάλλον. Ήξερε ότι ένα νεύμα της αρκούσε. Ήξερε ότι ο Τόλης ο Τρέλας θα έλιωνε για ένα της χάδι. Για ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, ένα κάτι.
Είχα φτάσει πια τα τριάντα. Καμιά πεθερά δεν με ήθελε γαμπρό. Κανένας αδερφός δεν με ήθελε κουνιάδο. Η τρέλα έτρεχε στο αίμα μου. Ο πατέρας μου – ο παππούς σου – είχε αυτοκτονήσει. Κρεμάστηκε στην ιτιά, δίπλα στο ποτάμι. Τον βρήκα εγώ. Ήμουν εφτά, οχτώ χρονών. Και πριν από εκείνον, ο δικός του πατέρας. Κρεμάστηκε σε εκείνο το ίδιο το ποτάμι, σ’ εκείνη την ίδια ιτιά. Όταν πήραν τον πατέρα μου, το δέντρο ξεράθηκε. Είχε χρόνια εκεί, δεν είναι αιωνόβιες οι ιτιές, είχε έρθει η ώρα του. Ίσως να μην άντεχε κι άλλο κρίμα, δεν ξέρω. Ξέρω όμως πως από τότε, ήμουν ο γιος του Τρέλα. Άλλαξα επίθετο αργότερα. Έτσι κι αλλιώς παρατσούκλι ήταν. Μόνο ο πόνος που μου άφησε όλο αυτό δεν άλλαξε. Θέριευε μέρα τη μέρα, με έστελνε σ’ εκείνο το μέρος το φωτεινό, με τα σάπια φύλλα και το άψυχο κορμί του πατέρα μου, τα πουλιά που τραγουδούσαν τον νεκρό και τον ήλιο που έδυε. Τόσο φωτεινά και τόσο σκοτεινά εκείνα τα χρόνια, εκείνα τα μέρη.
Την έμπασα στο σπίτι γρήγορα. Κάθισε άκρη άκρη στο ντιβάνι, μαζεμένα, σαν να είχε μετανιώσει που ήρθε, σαν να μην ταίριαζε. Της έδωσα λίγο νερό. Με άφησε να καθαρίσω τα αίματα, να χτενίσω τα μαλλιά, να βγάλω τα ρούχα, να φροντίσω και τις άλλες πληγές που έκρυβαν τα μεσοφόρια. Εκείνη τη νύχτα εγώ την αγάπησα. Εκείνη με ερωτεύτηκε. Κι εσύ πήρες το δρόμο για να ‘ρθεις.

Όταν μου είπε ότι ήταν έγκυος, έλαμπε. Πιο δυνατά από τον ήλιο. Τόσο αστραφτερή ήταν η χαρά της που με συνεπήρε. Για λίγο όμως. Ποιος ήμουν – και, κυρίως, τι ήμουν και τι κουβαλούσα – και ποια ήταν. Ήρθε στην πόρτα μου για παρηγοριά, για εκδίκηση για όλες τις πουτάνες που της ξέσκιζαν την καρδιά, για όλο το ξύλο που έφαγε. Και ερωτεύτηκε. Και μετά αγάπησε. Το Τόλη τον Τρέλα. Κι εγώ; Εγώ την αγαπούσα. Από την αρχή. Και ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δεν έπρεπε να την έχω. Δεν έπρεπε να υποκύψω, να την κάνω απόβλητη. Και εσύ; Εσύ σίγουρα θα κουβαλούσες μια ζωή την τρέλα μου στο αίμα σου. Δεν ήξερε ο κόσμος τότε από ψυχικές ασθένειες. Κάθε χωριό είχε τον τρελό του. Το δικό μας είχε πολλούς. Αλλά όλοι κρεμάστηκαν. Δεν γινόταν να συνεχίσω την γενιά μου. Κι έτσι, της είπα να σε ρίξει. Να πάει στη μαμή και να ζητήσει ένα ματζούνι. Εγώ δεν σε ήθελα. Ήθελα εκείνη μα όχι εσένα. Πες ότι είναι εκεινού της είπα όταν αρνήθηκε να σε «ρίξει». Εκείνος ήξερε ότι παιδιά δεν μπορούσε να κάνει και της το κρατούσε μυστικό. Μόνο ένα βράδυ που γύρισε μεθυσμένος της είπε να μην νοιάζεται, δεν φύτευε μπάσταρδα, δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Κι εκείνη έκλαψε από χαρά το βράδυ εκείνο. Μα τώρα δεν μπορούσε να του το πει. Τώρα ήξερε. Κι εκείνος είχε μαλακώσει μετά απ’ αυτό.
Μάζεψα πέντε πράματα κι έφυγα νύχτα. Κανείς δεν με έψαξε. Ψέματα. Η μητέρα σου με έψαξε στο ποτάμι. Φοβήθηκε. Σαν δεν με βρήκε όμως, κατάλαβε. Ήμουν απλώς δειλός. Και αυτό την άφησα να πιστεύει. Κι αυτό είμαι τελικά.
Εκείνος πέθανε στο χωράφι. Μια μέρα εκεί που όργωνε. Καρδιά είπε ο γιατρός. Έμεινε η μητέρα σου χήρα, με σένα στην κοιλιά. Πονεμένη για τα μάτια του κόσμου. Κι έκλαψε για τον άντρα της. Μα πιο πολύ, έκλαψε για σένα. Το ορφανό. Ο θείος σου ο Μάνος την πήρε στην πόλη, να γεννήσει εκεί. Της γνώρισε έναν φίλο του, τον πατέρα σου, που την αγάπησε όπως εγώ. Εξ αρχής. Και δεν τον ένοιαζε, σε υιοθέτησε και σε αγάπησε όπως σου αξίζει.
Έφυγα στο εξωτερικό. Έκανα περιουσία, δούλεψα σκληρά. Με βοήθησε η δουλειά να μην σκέφτομαι. Δεν άφηνε περιθώρια στην τρέλα μου να με κυριεύει. Σε παρακολουθούσα από μακριά. Μετακόμισα στην Αθήνα. Όπου μπορούσα, βοηθούσα διακριτικά, έλυνα θέματα, παραμέριζα εμπόδια. Αλλά συνέχιζα να είμαι δειλός. Πότε δεν βρήκα το κουράγιο να σου μιλήσω. Να σου πω τι έκανα και γιατί. Να το ακούσεις από μένα. Δεν ξέρω τι σου είπε η μητέρα σου. Ίσως μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Για να μην σε πληγώσει. Για να μπορέσεις να πορευτείς όπως σου πρέπει. Να όμως, εγώ εντελώς εγωιστικά σου τα λέω όλα. Δεν σε ήθελα. Δεν ήθελα να κληρονομήσεις την τρέλα μου. Δεν ήθελα να είσαι η κόρη του Τρέλα. Δεν ήθελα να σε βαραίνει ο πατέρας σου, η αρρώστια του, η ιστορία του. Και ήμουν δειλός.

Είμαι δειλός. Δεν δικαιολογώ τον εαυτό μου. Σου γράφω προσπαθώντας να εξηγήσω. Όχι να ζητήσω άφεση αμαρτιών, όχι να γίνω ανιδιοτελής ήρωας στα μάτια σου.
Στο ποτάμι φύτρωσαν πλατάνια. Εκεί, στη θέση εκείνης της ιτιάς, είναι ένα νεαρό. Αλλά σηκώνει το βάρος μου. Τις αμαρτίες μου δεν μπορεί να τις σηκώσει κανείς. Ούτε καν εγώ. Εκεί θα πάω απόψε. Δεν σου ζητώ να με συγχωρέσεις. Μόνο να ξέρεις ήθελα.
Ο πατέρας σου επέμενε να σε πούνε Αποστολία, το όνομα της μάνας του. Έμαθα ότι έγιναν ομηρικοί καυγάδες. Αλλά τελικά, η μητέρα σου υπέκυψε. Κι αναγκάστηκε να σε φωνάζει με το όνομά μου. Λες και άλλα βάσανα δεν υπήρχαν για εκείνη.
Κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η ζωή. Ποιες περίεργες συμπτώσεις θα βρεθούν στον δρόμο του. Και πόσο η μοίρα, ο Θεός, η τύχη θα τον εμπαίξουν. Ή, είναι ο άνθρωπος κι η ζωή του μονάχα οι επιλογές του; Δεν ξέρω.
Σήμερα το πρωί βούτηξα στο ποτάμι κι έπιασα τον σταυρό. Κανείς δεν αναγνώρισε τον ξένο που αξιώθηκε τέτοια τιμή. Τώρα το νερό είναι αγιασμένο. Ο,τι πρέπει για να ξεπλύνει αμαρτίες.
Σε φιλώ.

Αποστόλης»

 

Έκλεισε τα μάτια βουβή. Όλα όσα έχασε τα είδε μπροστά της. Όλα όσα είχε κερδίσει επίσης. Όντως, κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η ζωή.