Το κρυφό ημερολόγιο της Κατίνας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Κατίνα ήταν μια μέτρια γυναίκα, μπαμπατσικη ρε παιδί μου, με τα πιασίματακια της, κάτι άσπρες τρίχες μαρτυρουσαν τα πενήντα και βαλέ χρόνια και έναν αέρα ίσαμε εκατό καρδινάλιους.

Παιδί του χωριού από τα παλιά τα χρόνια, εκείνα που αρμεγες τη γέλαδα και έβαζες το γάλα στη ξύλο σόμπα.

Εκείνα τα χρόνια που έφερνες γύρα το χωριό τα καλοκαίρια για να βρεις γαμπρό Αθηναίο με συνοικεσίο.

Η Κατίνα όμως ήταν παλιά καραβάνα πλέον, δεν είχε αφήσει παντρεμένο για παντρεμένο άπιαστο στο χωριό.

Οι μισές γυναίκες του χωριού ήθελαν να τη θάψουν και οι άλλες μισές να την κρεμάσουν στην πλατεία, κάτι σε ανάμεσα σε κυνήγι των μαγισσών και διαπόμπευση της πατσαβούρας.

Η Κατίνα ήθελε να τους έχει όλους απικο, εσύ κουβαλά μου τα ψώνια, εσύ πέσε κάτω και κάνε δέκα πους απς, εσύ πηδα από την ταράτσα, ήθελε να τσεκάρει τα κοκόρια, να δει μέχρι που θα φτάνανε για πάρτι της.

Είχε χωρίσει πεντε έξι ζευγάρια στο χωριό μέχρι τώρα και είχε αναλάβει εργολαβία ένα πρόσφατο ζευγάρι.

Τουρίστες που ήρθαν για διακοπές και έμειναν μόνιμα, που να ξέραν οι έρημοι τι τους περιμένει.

Μεγάλη φίρμα η Κατίνα, άμα ήσουν εμπόδιο στο δρόμο της, σου εκανε μαγια, σε έκανε ρεντικολο ετσι χωρίς λόγο και αιτία.

Νομίζω πως ο λόγος που όλες οι γυναίκες του χωριού ήθελαν να την λιντσαρουν, είναι γιατί δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα τι κάνει η ρημάδα και τους τραβάει όλους από τη μύτη και αυτές δε μπορούν να το κάνουν.

Η γυναίκα του παπά λέει πως κάνει μαγια, τους δένει με μαγια, τους τυφλώνει και πάρτους κάτω πέφτουν σαν κοτόπουλα.

Ζητάει η Κατίνα να χωρίσουν, χωρίζουν οι άντρες τις γυναίκες τους.

Άπαξ και χωρίσουν όμως, τους βαριέται και αναζητάει το επόμενο θύμα της.

Ξέρετε πόσοι παντρεμένοι κλαίνε κάτω από τα μπαλκόνια της;

Ξέρετε πόσες κερατωμενες τάρανδοι περνάνε και φωνάζουν (Να εδώ μένει η κ@ριολα)!

Μια παλιά κερατωμενη είχε γράψει και με κόκκινο σπρέι στους τοίχους της(Εδω μένει η κ@ριολα του χωριού).

Μία άλλη είχε πάρει το Ηθών και είχε πει αν έχει τον Θεό της, πως υπάρχει ιερόδουλη στη γειτονιά που δε κόβει αποδείξεις!Πολύ γέλιο είχαμε ρίξει εκεί.

Θα ρωτήσετε εσείς τώρα, άντρα δεν έχει αυτή Κατίνα, ποιος ποτιζει τα μποστάνια της τέλος πάντων.

Αμέ είχε άντρα, δεν έχει πια, τον έθαψε, έπεσε τυχαία μια μέρα από το μπαλκόνι.

Και παιδιά είχε ούτε ε ζωγραφιστή δε θέλουν να την βλέπουν, σηκώθηκαν και φύγαν τα παιδιά πριν πέντε χρόνια, δεν άντεξαν άλλο τα ξεφτλικια της μανας τους.

Οι κόρες της δεν ήθελαν ούτε να τη δουν, οι γιοι της ούτε να της μιλήσουν, καλά οι νύφες ας μη το σχολιάσω καν, την απέφευγαν όπως ο διάολος το λιβάνι.

Και έτσι έμεινε μόνη η Κατίνα, τα ψωμιά της μπαγιατεψαν, τα παιδιά της δε θέλουν καμμια επαφή μαζί της, κανένας άντρας δε έμεινε δίπλα της, όλοι ανακαλυπταν στο τέλος τη σαπιλα της, όσο καλά κι αν την έκρυβε.

Και έτσι το πέτρινο σπίτι της πλέον είναι άδειο, δεν έχει χαρές, μόνο λύπες και μοναξιά, ούτε οι συγχωριανοι της μιλανε πλέον, βλέπετε είχε ανοιχτά μέτωπα με όλους.

Και έτσι έπεσε μια μέρα η Κατίνα στο μπάνιο της, μόνη όπως ήταν και έσπασε και το χέρι της και το πόδι της.

Σφαδάζοντας από τους πόνους, άρχισε να φωνάζει για βοήθεια, μα κανείς δεν πήγε, άκουγαν τις φωνές της, αλλά δεν ήθελαν να πάνε, βλέπετε οι πληγές τους ήταν ακόμα νωπές.

Με πολύ κόπο και πόνο, έφτασε στο σαλόνι και επιασε το τηλέφωνο της, πήρε τα παιδιά της ένα προς ένα, πήρε ακόμα και τις νύφες της, κάνεις δεν απάντησε.

Μέσα στον πόνο και στην απελπισία της άρχισαν να ξυπνάνε οι μνήμες της, για τα ζευγάρια που χώρισε, για τις γυναίκες που έκλαψαν εξαιτίας της και την καταραστηκαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους.

Θυμήθηκε τον άντρα της και το σοκαρισμένο βλέμμα του, την ώρα που τον έσπρωχνε από το μπαλκόνι.

Θυμήθηκε τα παιδιά εκείνου που του τα στέρησε, ποσο δηλητήριο είχε σταξει τότε για τον αναγκάσει να χωρίσει από τη γυναίκα του με απειλές και φωνές και κλάματα.

Πόσα σπιτια είχε καταστρέψει.

-Ασε με πεθάνω, φώναξε λες και ο Θεός θα την άκουγε.

Ούτε αυτός την άκουσε, όπως εκείνη δεν άκουσε εκείνον τόσα χρόνια και δεν έκανε πίσω, δεν μετανόησε, ότι έκανε το έκανε εσκεμμένα για να ικανοποιήσει την ματαιοδοξία της.

Και έτσι έμεινε εκεί, βρεγμένη για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες, πνιγμένη στα ουρά της και στα σκατα της, ξεχασμένη απο όλους, πεινασμένη, διψασμένη και στο τέλος ξεψυχησε.

Και ακόμη και τότε αγαπητοί μου φίλοι δεν μετανόησε για όλα όσα είχε κάνει.

Όμως η δικαιοσύνη δεν ξεχνάει κανέναν, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Τέλος

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook