Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Τα γύρω μαγαζιά είχαν κλείσει από ώρα, μα τα Χριστουγεννιάτικα φώτα ακόμα έδιναν ζωή στο έρημο στενό. Ο Ανδρέας κοίταζε το νερό να κυλάει στο τζάμι, σαν την ζωή του που κυλά και φεύγει και τελειώνουν οι στιγμές. Το βλέμμα του ήταν άδειο. Το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό του σαν να τον ξύπνησε απότομα. Το ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του, θαρρείς και απορούσε για το πώς βρέθηκε εκεί αυτό το δάκρυ. Κοίταξε γύρω του. Δεν είχε στολίσει φέτος. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Σάμπως θα έβλεπε και κανείς τα στολίδια του; Από καιρό είχαν πάψει οι πελάτες να μπαίνουν στο μαγαζί του. Το πολυκατάστημα που άνοιξε δίπλα του, δεν τους άφηνε ούτε να κοιτάξουν την δική του μικρή βιτρίνα.

Είκοσι χρόνια το είχε το μαγαζάκι του εκεί ο Ανδρέας. Είχε προικίσει τόσα νοικοκυριά με τα λευκά του είδη. Είχε δει τόσα χέρια μανάδων να τρέμουν από συγκίνηση, διαλέγοντας σεντόνια και πετσέτες για το καινούριο σπιτικό της μοναχοκόρης τους. Είχε δει τόσες γυναίκες, με το ένα χέρι να χαϊδεύουν την φουσκωμένη τους κοιλίτσα και με το άλλο να αγοράζουν απαλά κουβερτάκια για το μωρό που περίμεναν.

Μα λίγους μήνες πριν, ήρθε και στην πόλη τους το διάσημο πολυκατάστημα που όλοι περίμεναν πως και πως. Και το άτιμο, είχε τα πάντα. Ότι βάζει ο νους σου μπορούσες να βρεις εκεί μέσα. Στην αρχή οι πελάτες του δεν τον εγκατέλειψαν. Μα μετά, σιγά σιγά, όλο και πιο σπάνια φαινόταν. Και πώς ο Ανδρέας να συναγωνιστεί τις τιμές του κολοσσού;

Κι είχε δουλέψει τόσο σκληρά για να το φτιάξει! Τίποτα δεν του χαρίστηκε, τίποτα δεν βρήκε έτοιμο. Από δώδεκα χρονών δούλευε, δυο και τρεις δουλειές για να φτάσει ως εκεί. Μα πάντα όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα για τον Ανδρέα. Χαμογελαστός, καλοσυνάτος άνθρωπος. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Εφήμερες σχέσεις, περαστικές. Ο μεγάλος έρωτας δεν του χτύπησε ποτέ την πόρτα.

Το χτύπημα στη τζαμαρία τον ξάφνιασε. Γύρισε απότομα και χαμογέλασε βλέποντας τον παιδικό του φίλο. Ο Σταύρος του έκανε ένα ανυπόμονο νόημα κι ο Ανδρέας του άνοιξε την πόρτα.
«Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα παλιομαγκούφη;» είπε μπαίνοντας φουριόζος.
«Απολαμβάνω την ησυχία μου, αλλά δεν αφήνεις άνθρωπο να ηρεμήσει εσύ! Τι θες πάλι; Σπίτι δεν έχεις;» ο Ανδρέας γέμισε ένα ποτήρι με κρασί για τον φίλο του, που ήξερε πόσο του άρεσε να απολαμβάνει τα βράδια ένα κρασάκι.
«Έχω, πώς δεν έχω! Αλλά μέσα στο σπίτι έχω και τη Μαιρούλα, που είναι και φιλόζωη τρομάρα της και μ’ έστειλε να σε μαζέψω, να φάμε μαζί, μη μένεις μόνος σου χρονιάρες μέρες λέει! Κι αντί να απολαμβάνω το ζεστό μου σπιτάκι, με τις παντοφλίτσες μου και την κουβερτούλα μου, μπροστά στο τζάκι, πήρα τους δρόμους για τα μούτρα σου!».
«Παντοφλιτσες, κουβερτουλα, σπιτάκι… Ούτε συνταξιούχος!» γέλασε ο Ανδρέας.
«Μακάρι να ήμουν συνταξιούχος! Θα περνούσα εγώ… ζωή και κότα! Αλλά επειδή έχω ακόμα μια εικοσαετία για την σύνταξη και αύριο δουλεύω πρωί πρωί, τελείωνε! Δε θα το ξημερώσουμε!»
Ο Ανδρέας γέμισε ένα ποτήρι και για τον εαυτό του και τσούγκρισε το ποτήρι του Σταύρου που ήταν ακόμα επάνω στο γραφείο δίπλα στην ταμειακή.
«Βάζω λουκέτο φίλε…» είπε κοιτώντας το κενό κι ύστερα έφερε το ποτήρι στα χείλη του.
Ο Σταύρος τον κοίταξε με μάτια γουρλωμένα.
«Μα γιατί…» ψέλλισε άσκοπα, μιας που ήξερε πολύ καλά το γιατί.
«Δεν πάει άλλο. Καλύτερα τώρα, πριν καταστραφώ κι άλλο.»
«Τι εννοείς κι άλλο;»
Ο Ανδρέας εξήγησε στον φίλο του την κατάσταση.
Λίγο μετά ο Σταύρος ξεφύσηξε δυνατά, σα να ήθελε να διώξει την πίκρα του για την στεναχώρια που έβλεπε στα μάτια του φίλου του και τσούγκρισε χαμογελώντας το ποτήρι του Ανδρέα.
«Δε βαριέσαι! Κλείσ’ το το ρημάδι να ησυχάσεις! Έτσι κι αλλιώς θα στο έλεγα, χρειάζομαι βοήθεια στο εργοστάσιο. Δε μπορώ να εμπιστευτώ όποιον να ‘ναι!»
«Σταύρο, μην το κάνεις αυτό…»
«Εντάξει βρε παιδί μου, όχι κι αμέσως! Καταλαβαίνω, ευκαιρία είναι τώρα να καθίσεις λίγο καιρό να ξεκουραστείς. Καλά θα κάνεις! Ήρθε η ώρα να φας απ’ τα έτοιμα.»
«Ποια έτοιμα…»
«Ε πώς! Τόσα χρόνια, θα ‘χεις κάνει το κουμάντο σου…» ο Σταύρος έσμιξε τα φρύδια παρατηρώντας το ύφος του Ανδρέα. «Τι, δεν το έχεις κάνει; Και που τα έφαγες ρε; Παιδιά, σκυλιά δεν έχεις, κραιπάλες δεν κάνεις, σπάταλος δεν ήσουν ποτέ, τι σκατά έκανες τα λεφτά που έβγαζες τόσα χρόνια; Στα ιδρύματα τα έδινες;» αμέσως γούρλωσε τα μάτια «Ανδρέα;»
Ο Ανδρέας χαμήλωσε το κεφάλι.
«Ρε συ…» τα μάτια του Σταύρου τώρα είχαν βουρκώσει.
«Δεν ήθελα ρε να περνάνε άλλα παιδιά αυτά που περάσαμε εμείς… Τα παιδιά δεν πρέπει να στερούνται…»
Ο Σταύρος προσπάθησε να αρθρώσει κάτι μα δεν τα κατάφερε. Από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα που δεν μπορούσε να ελέγξει… Σηκώθηκε βιαστικά και βγήκε από την πόρτα. Ο Ανδρέας δεν αντέδρασε. Δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Ήξερε. Ήξερε την ευαισθησία του φίλου του για ‘κείνα τα χρόνια. Είχαν μοιραστεί τόσα πολλά. Μόλις που είχαν κλείσει και οι δύο τα σαράντα, μα οι πληγές έμεναν ακόμη ανοιχτές.

Το ξημέρωμα τον βρήκε εκεί, στην ίδια θέση να φέρνει γύρω γύρω στο μυαλό του τα ίδια πράγματα. Σηκώθηκε αργά και πήγε στο μικρό μπάνιο. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε ζωή ακόμη μπροστά του και έπρεπε να την ζήσει. Δεν του άξιζε να βαλτώνει και να βουλιάζει στη μιζέρια. Θα την έβρισκε την άκρη. Εδώ δεν το έβαλε κάτω τα πιο δύσκολα χρόνια, τώρα θα το βάλει; Μπροστά, μόνο μπροστά έπρεπε να κοιτάζει.

Το χτύπημα στο τζάμι τον παραξένεψε. «Να τα πούμε;» άκουσε παιδικές φωνές να ρωτούν.
«Είναι παραμονή Χριστουγέννων!» χαμογέλασε στη σκέψη και έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Και τότε ο Ανδρέας ένιωσε τη μαγεία των Χριστουγέννων να τον τυλίγει! Δεκάδες παιδιά με τριγωνάκια στα χέρια γέμισαν το μαγαζάκι του με μελωδίες και χαμόγελα. Έμπαιναν, έμπαιναν, ώσπου δεν χωρούσαν άλλα μέσα στο μαγαζί και περικύκλωσαν την μικρή του βιτρίνα. Τραγούδησαν τα κάλαντα με όλη τους την καρδιά, με μάτια φωτεινά και ζεστά χαμόγελα. Κι ύστερα, ένα ένα πήγαινε κοντά στον αποσβολωμένο Ανδρέα και του έδινε ένα μικρό δωράκι και μια αγκαλιά. Άλλο παιδί είχε φτιάξει μια ζωγραφιά, άλλο είχε κόψει ένα λουλούδι από τον κήπο του ιδρύματος, άλλο του κρατούσε ένα αρκουδάκι, άλλο κάποιο ξεχωριστό βότσαλο… Τα πιο πολύτιμα δώρα που είχε πάρει ποτέ του! Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Λέξη δεν έβγαινε από τα χείλη του μα τα μάτια του έλαμπαν! Τελευταίο τον πλησίασε ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά. Του έδωσε έναν φάκελο και του έσφιξε το χέρι.
«Σας ευχαριστούμε πολύ κύριε Ανδρέα! Για όλα σας ευχαριστούμε! Καλά Χριστούγεννα!» κάνοντάς του νόημα να ανοίξει τον φάκελο.
Ο Ανδρέας υπάκουσε σαν υπνωτισμένος. Προσπάθησε να ξεθολώσει τα μάτια του και διάβασε.
Λίγα λεπτά αργότερα άρχισε να αναρωτιέται αν βλέπει όνειρο… Δεν πίστευε στα μάτια του. Η εταιρεία στην οποία ανήκε το πολυκατάστημα, του προσέφερε ένα τεράστιο ποσό για να αγοράσει το μαγαζί του, προκειμένου να επεκταθεί! Κοίταξε γύρω του. Τα παιδιά είχαν φύγει. Στην πόρτα στεκόταν βουρκωμένος ο Σταύρος.
«Τελείωνε με τα μυξοκλάματα και πάμε για φαγητό! Η Μαιρούλα έδωσε σαφείς εντολές. Δε θα μου κλείσεις το σπίτι εσύ!»
«Ρε συ… Πώς… Πώς το έκανες;»
«Τελείωνε είπα!»