Το Μακρινό Τούνελ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Στην αρχή υπήρχε μοναξιά

Έπρεπε να κάνει υπομονή και να περιμένει να κριθεί το μέλλον του.  Ο οικοδεσπότης του όφειλε να φροντίζει για τη γνωριμία του με τα κατάλληλα άτομα, έτσι ώστε να ταιριάξει με κάποιο από αυτά και να συνεχίσει την πορεία του.  Αλλιώς, σύντομα θα έπρεπε να εγκαταλείψει το μέρος που το φιλοξενούσε, κάτι που ισοδυναμούσε με θάνατο.

Από την πρώτη στιγμή που αισθάνθηκε μέσα του τη ζωή, ήξερε -είχε περάσει μέσα του σαν αρχέγονο ένστικτο- ότι η επιβίωσή του εξαρτιόταν από δύο πράγματα:  Από τη θολή θέληση του οικοδεσπότη του και από την προθυμία και την ικανότητα των ατόμων που θα έπρεπε να ταιριάζει, έτσι ώστε μ’ ένα από αυτά να συνεχίσει την ύπαρξή του.  Ειδάλλως η ζωή του θα ήταν πολύ, μα πολύ σύντομη και ελάχιστη η πιθανότητα να ξαναγεννηθεί, τουλάχιστον σύντομα.  Οι μνήμες των ομοίων του που, είτε είχαν πεθάνει προτού ολοκληρωθούν, είτε είχαν κατορθώσει να ζήσουν και να πεθάνουν ολοκληρωμένα, είχαν περάσει κι αυτές μέσα του.  Γνώριζε ότι όλα περίμεναν να ξαναγεννηθούν.  Τα περισσότερα -αυτά που είχαν αποβληθεί από τον ξενώνα- με λαχτάρα, ανυπομονησία και ελπίδα, ότι αυτή τη φορά θα πετύχαιναν την ολοκλήρωση και τη συνέχειά τους.  Άλλα με αδιαφορία -αυτά που πέθαναν αφού ολοκληρώθηκαν- και μερικές φορές με τρόμο και ελπίδα να αποτύχουν στην ολοκλήρωσή τους.

Το Ωμέγα λοιπόν περίμενε υπομονετικά με ανάμικτα συναισθήματα.  Ποιον να πιστέψει, τι να εύχεται.  Να αποβληθεί ή να ολοκληρωθεί.  Είχε πληροφορίες ότι ο οικοδεσπότης του δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να ολοκληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι στους φιλοξενούμενούς του.  Και δεν έβρισκε γιατί να ενδιαφερθεί τώρα που ήρθε αυτό.

Αλλά και πάλι, κανείς δεν ξέρει. Μπα, δεν το έβλεπε και πολύ πιθανό.

Το ίδιο τελικά όμως τι προτιμούσε;  Αποφάσισε να μην το σκέφτεται άλλο και να αφήσει τη μοίρα να διαγράψει την πορεία του.  Η άμμος στην κλεψύδρα του χρόνου παραμονής του στον ξενώνα τελείωνε και κατά συνέπεια η ύπαρξή του λιγόστευε συνεχώς.

Σκοτάδι, ησυχία, μοναξιά και ναι, απελπισία.  Στο κάτω-κάτω δεν είχε γνωρίσει την ολοκλήρωση.  Γιατί να εξαφανιστεί έτσι άδοξα;  Προς τι, η ύπαρξή του;  Γιατί να περιμένει, ποιος ξέρει πόσο καιρό, για μια δεύτερη ευκαιρία;

Είναι άδικο, είναι άδικο! συλλογιζόταν ανίκανο ν’ αντιδράσει.  Καταλάβαινε ότι είχε απομείνει ελάχιστος χρόνος.  Σε λίγο θα του κοινοποιούσαν -κι όχι και τόσο αβρά- την εντολή εγκατάλειψης του ξενώνα.  Τα λεπτά κυλούσαν απελπιστικά γρήγορα, βασανιστικά αργά.  Ευχόταν πλέον να τελειώνει μ’ αυτή την υπόθεση και να βυθιστεί στην ανυπαρξία διατηρώντας μόνο αυτή τη θλιβερή ανάμνηση της σύντομης ζωής του και μεταδίδοντάς την στους ομοίους του.

Τότε τα είδε.  Όχι, δε γελιόταν. Ήταν μακριά ακόμη, αλλά όσο πλησίασαν αναγνώριζε τα άτομα που προοριζόταν για σύντροφοι, συμμέτοχοι και αποδέκτες της ολοκλήρωσής του.  Ένιωσε τη χαρά να πλημμυρίζει το είναι του.  Ευχαρίστησε νοερά τον οικοδεσπότη του για την φροντίδα και βρέθηκε να εξετάζει τα άτομα που συνεχώς το πλησίαζαν.  Ήταν ομολογουμένως καλή πάστα.  Κρίμα που θα έπρεπε να διαλέξει μόνο ένα.

Τι ανοησίες σκέφτεσαι.  Να δούμε κι αυτό το ένα, αν θα το αποκτήσεις.

Ανήσυχο παρατηρούσε ότι ο αριθμός είχε μειωθεί.  Πολλά απ’ αυτά είχαν μείνει πίσω προσπαθώντας λαχανιασμένα να πάρουν ανάσα, άλλα καθυστερούσαν γιατί χάζευαν το τοπίο και άλλα έχασαν το δρόμο τους λόγω κακού προσανατολισμού.  Παρόλα αυτά όμως κάποια συνέχιζαν να προσπαθούν.  Και τι ευτυχία!  Έφτασε το πρώτο (το είχε ξεχωρίσει απ’ την αρχή λόγω της κορμοστασιάς και της δυναμικότητας που εξέπεμπε) και χαρούμενο αγκάλιασε με δύναμη το Ωμέγα.  Εκείνο τα είχε χάσει.  Ήταν ανέλπιστη αυτή η ευτυχία.  θα ζούσε, θα επιβίωνε και θα μάθαινε.  Ό,τι εμπειρίες και να ζούσε δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτή τη μοναδική στιγμή της ολοκλήρωσης.

ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΞΕΧΑΣΕΙ.

Σαν σε όνειρο έσμιξε με το άτομο που το σφιχταγκάλιαζε και περισσότερο ένιωσε παρά άκουσε, το όνομα με το οποίο του συστήθηκε:  Άλφα.

Μείνανε έτσι ενωμένα, αγκαλιασμένα, ευτυχισμένα και περίμεναν.  Πράγματι σε λίγο καταλάγιασε η αρχική αναστάτωση και απομακρύνθηκαν τα άτομα που απότυχαν να πλησιάσουν ή πλησίασαν όταν ήταν πια αργά.  Έμειναν πλέον στην ησυχία τους και ξεκίνησαν να μαθαίνει το ένα το άλλο.  Άλλωστε αυτή ήταν η ουσία της ολοκλήρωσης.

Δεν ήξεραν πόσος χρόνος πέρασε, όταν ένιωσαν ότι ο οικοδεσπότης τους έδινε πλουσιοπάροχα να φάνε.  Συνειδητοποιώντας ξαφνικά την πείνα τους, ενωμένα όπως ήταν, έπεσαν με βουλιμία στην τροφή.  Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό.  Ο οικοδεσπότης τους ήταν πραγματικά γενναιόδωρος.  Όλη μέρα τρώγανε, γνωριζόντουσαν, κοιμόντουσαν.  Και τελικά κατάλαβαν ότι μεγάλωναν.

Μα τι συμβαίνει; Αυτή ήταν η ολοκλήρωση λοιπόν.

Ξαφνικά κατάλαβαν ότι είχαν γίνει ένα.  Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από το αγκάλιασμά τους.  Πράγμα παράξενο όμως, δεν τα ενοχλούσε καθόλου.  Ήξεραν ότι είχαν ενωθεί για πάντα.  Τα δύο έγιναν ένα.  Το μόνο που ένιωθαν ήταν άφατη ικανοποίηση.

Οι αλλαγές επέρχονταν σιγά-σιγά.  Το σώμα τους (πλέον) άρχισε να μεγαλώνει, να διαμορφώνεται διαφορετικά, να αποκτά άκρα και να αισθάνεται πρωτόγνωρα αισθήματα.  Το ΑΩ προχωρούσε προς την ωριμότητα.  Άρχισε να χάνει τις αρχέγονες μνήμες και να διαμορφώνει μια διαφορετική συνείδηση.   Πού και που αισθανόταν κάποιο πόνο σ’ όλη αυτή τη διαδικασία εξέλιξης και αντιδρούσε με απότομες κινήσεις.  Αποζημιωνόταν όμως από την άφθονη τροφή και την απόλαυση της ώριμης συνείδησης.

Πέρασε αρκετός καιρός.  Είχε μεγαλώσει ακόμη πιο πολύ.  Αισθανόταν πλέον δυσφορία.  Τώρα δεν μπορούσε να κουνηθεί σχεδόν καθόλου, ήταν πολύ μικρός ο ξενώνας τελικά για την ολοκλήρωση.  Συμπιεζόταν από παντού. Μια μόνο διέξοδος –ήταν άραγε;– υπήρχε, αλλά και αυτή, χώρια που δεν ήξερε πού έβγαζε, ήταν και πολύ στενή.  Πώς θα χωρούσε εκεί μέσα;  Συνέχισε όμως να υπομένει με την ελπίδα ότι θ’ αλλάξει η κατάσταση.

Τότε έλαβε την πρώτη ειδοποίηση του οικοδεσπότη, να  εγκαταλείψει τον ξενώνα.  Πανικοβλήθηκε.  Μα αφού έγινε η ολοκλήρωση, πώς ήταν δυνατόν να αποβληθεί;  Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Τόσο σύντομο ήταν λοιπόν;  Η ταπεινή του ύπαρξη είχε πάρει απλώς μια παράταση;  Η δεύτερη ειδοποίηση ήταν αυστηρότερη.  Ήξερε πλέον ότι έπρεπε να φύγει.  Έψαξε απελπισμένα για δίοδο διαφυγής.  Τίποτε. Τα πάντα ήταν κλειστά.  Μόνο εκείνο το στενό τούνελ.  Να το επιχειρούσε;  Έβλεπε πλέον κι από μόνο του, ότι δεν μπορούσε, ακόμα κι αν του το επέτρεπαν, να μείνει εκεί μέσα.  Είχε μεγαλώσει πολύ.  Δύσκολα θα έβγαινε και από το τούνελ.  Άλλη λύση όμως, δεν υπήρχε.  Έπρεπε να προσπαθήσει.  Έτσι κι αλλιώς, ασυναίσθητα, τον τελευταίο καιρό είχε πάρει την ανάλογη θέση για να επιχειρήσει αυτό το τόλμημα.  Άρχισε να σπρώχνει δοκιμάζοντας τα τοιχώματα του τούνελ.  Είχαν ευτυχώς μια κάποια ελαστικότητα.  Με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να περάσει μεγάλο μέρος του σώματός του από μέσα.  Πονούσε πολύ κι αγωνιούσε για το τι θ’ αντιμετώπιζε.  Μάλλον τον θάνατο.  Συνέχισε να σπρώχνει και να  προσπαθεί απελπισμένα ν’ ανασάνει.  Και να, τα πνευμόνια του γέμισαν ξαφνικά αέρα.

Από το υγρό σκοτάδι βρέθηκε άξαφνα να αιωρείται στο φως.  Δεν είχε κουράγιο να συνεχίσει.  Αισθάνθηκε όμως ότι δεν χρειαζόταν πια.  Κάποιος το τράβηξε με δύναμη σ’ ένα άλλο κόσμο.  Κοίταξε γύρω του.  Του άρεσε.  Πάτησε τα κλάματα από τη χαρά του.  Πεινούσε, αλλά ήταν χαρούμενο.  Ένιωθε χάλια και ήθελε περιποίηση.  Παντού γύρω του έβλεπε θολά σχήματα κι ένα που ένιωσε ότι το γνώριζε πολύ καλά.  Τι του θύμιζε;

Και τότε για πρώτη φορά κατάλαβε πως έβλεπε τον οικοδεσπότη του, που του χαμογέλασε ευτυχισμένα.  Χαμογέλασε κι εκείνο, και αφέθηκε στις αμείωτες περιποιήσεις.

Το θαύμα της ζωής είχε συντελεστεί.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook