Ήταν ένα ακόμα, όχι και τόσο κρύο, φυσιολογικό θα το έλεγες, βράδυ του Νοέμβρη. Ο Απόλλωνας είχε γυρίσει σπίτι του μετά από μια πολύ κουραστική μέρα. Σήμερα, ναι σήμερα, βρήκαν να γίνουν όλα μαζί!

Το πρωί, τον τράκαρε ένας μπάρμπας που έστριψε χωρίς να κοιτάει καθώς πήγαινε στο γραφείο. Κάτι που δεν εκτίμησε καθόλου ο διευθυντής του, που τον περίμενε μαζί με την σχετική παρουσίαση και τα συναφή υλικά ώστε να κάνουν meeting με τους μετόχους της εταιρείας για τον προϋπολογισμό του 2019 (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω θα ήταν και πάλι μειωμένος και αμυντικός, χωρίς πολλά περιθώρια χαράς κι ανάπτυξης).

Το απόγευμα, καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, τον πήρε τηλέφωνο ο σπιτονοικοκύρης του και του είπε ότι έχει περιθώριο 60 ημέρες να φύγει από τη μονοκατοικία, γιατί τη θέλει για ιδιοκατοίκηση. Παπαριές καμαρωτές, για να την κάνει airbnb τη θέλει, αλλά άντε να το αποδείξεις αυτό τώρα, γαμώ το κέρατο του τράγου το βερνικωμένο!

Το βραδάκι, του έστειλε μήνυμα η κόρη του και του ζητούσε κι άλλα λεφτά για να βγει ο μήνας της γιατί «αγόρασε κάτι ακριβά συγγράμματα». Μπορεί να σπούδαζε στην άλλη άκρη της χώρας, αλλά, πες το υποψία, πες το βεβαιότητα, ο Απόλλωνας ήταν αρκετά σίγουρος ότι αν πήγαινε αιφνιδιαστική επίσκεψη στην μονάκριβή του θυγατέρα, δε θα έβρισκε μια τεράστια βιβλιοθήκη με δεκάδες συγγράμματα, όχι. Είναι πολύ πιθανό να έβρισκε δυο-τρεις κάβες με άδεια μπουκάλια, ή ένα μπάνιο γεμάτο με τα καλύτερα καλλυντικά, αλλά…
Και τι να της έλεγε τώρα, ότι δίνει διατροφή στη μάνα της που αλλάζει τους γκόμενους που σπιτώνει με ρυθμό πολυβόλου και πώς θα βγει ο μήνας του; Άστο, Απόλλωνα πασά μου, κάνε το μαλάκα λίγο ακόμα και στο τέλος του έτους αν τα μαθήματα που απομένουν για να τελειώσει τείνουν προς το άπειρο, θα την στείλεις να γίνει κομμώτρια κι ας μην θέλει.
Ήθελε η κόρη να γίνει σκηνοθέτις και την είχε μία ο Απόλλωνας, μα υπάρχουν και όρια ώρες-ώρες.

Ο Απόλλωνας έφαγε κάτι πρόχειρο, φόρεσε τις γαλάζιες πιτζάμες του με ρίγες και σκέφτηκε να κοιμηθεί νωρίς σήμερα, αφού πρώτα έβλεπε τίποτα να τον πάρει ο ύπνος. Αύριο θα ήταν μια άλλη ημέρα…
Πλατς. Πλατς. Πλατς.
Τι ήταν αυτό; Τι στο δαίμονα ακούγεται μες στα μαύρα μεσάνυχτα;
Πλατς. Πλατς. Πλατς.
Ο Απόλλωνας σηκώθηκε και πήγε μέχρι το μπάνιο. Ο νιπτήρας ήταν ερμητικά κλειστός και δεν είχε ίχνος νερού. Η μπανιέρα, το ίδιο. Στην κουζίνα, ο νεροχύτης, μια από τα ίδια. Και τότε, γιατί ακουγόταν κάτι σα να είχε αφήσει τη βρύση ανοιχτή; Ξαναξάπλωσε, σκεπτόμενος ότι μπορεί να ήταν κάτι απ’ έξω. Κοιμήθηκε κιόλας, μετά από κανένα δεκάλεπτο.

Πλατς. Πλατς. ΠΛΑΤΣ.
Πετάχτηκε πάνω κάθιδρος. Η ώρα ήταν 2:08, ούτε μιάμιση ώρα δεν είχε κοιμηθεί. Σταμάτησε να ανασαίνει για λίγο, αφουγκραζόμενος τον τοίχο στα αριστερά του και το δωμάτιο του στο σύνολό του. Δεν άκουγε τίποτα, παρά μόνο την ανάσα του.
Καλού-κακού, φόρεσε ωτοασπίδες γιατί τον ενοχλούσε να ακούει περίεργους ήχους, ακόμα και κουνούπια. Δε μπορούσε να κοιμηθεί, επικεντρωνόταν στους ήχους. Με το που φόρεσε τις ωτοασπίδες άκουγε τον ήρεμο ήχο της αναπνοής του και τίποτα άλλο από τον εξωτερικό κόσμο. Ωραία! Πλάγιασε και αγκάλιασε λίγο το μαξιλάρι για να βολευτεί καλύτερα.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά.
Πλατς. Πλατς. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ.

Ο Απόλλωνας κάθισε οκλαδόν στο κρεβάτι. Μα δεν άκουγε τίποτα! Τίποτα απολύτως! Τι ήταν αυτό το πράγμα πάλ…
Πλατς. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ.

…Α στο διάολο. Κάτι έσταζε, που το άκουγε μέσα από τις ωτοασπίδες; Δεν ήταν δυνατόν αυτό το πράγμα. Έβγαλε τις ωτοασπίδες. Άκουγε το ίδιο πράγμα. Σταγόνες να πέφτουν μέσα σε μια λιμνούλα με νερό, με διαρκώς αυξανόμενη ένταση και διαύγεια. Τώρα πλέον, άκουγε ένα πλατςπλατςΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣ λες και κάποιος είχε αφήσει λίγο πιο ανοιχτή τη βρύση. Μα, ΠΟΙΑ ΒΡΥΣΗ;

Δεν γινόταν αυτό. Δεν συνέβαινε αυτό. Δεν υπήρχε αυτό! Σαν ελατήριο που τινάζεται αφού το έχεις πιέσει στο τέρμα, πήδηξε από το κρεβάτι και φόρεσε τη ρόμπα του και τις κλειστές παντόφλες. Άνοιξε την αποθηκούλα και πήρε το κουτί με τα εργαλεία του. Αφουγκράστηκε για λίγο, γύρω του. Δεν άκουγε τίποτα.
Μετά από μερικά λεπτά, να’ το πάλι. Πλατς. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ.

Ακουγόταν, ξεκάθαρα τώρα, από μέσα από τον τοίχο, κάτω από το νεροχύτη. Σταμάτησε. Ξαναξεκίνησε. Ετοίμασε τα εργαλεία του, ο Απόλλωνας, να τρυπήσει τον τοίχο να δει τι συμβαίνει, μα μόλις ήταν έτοιμος να πατήσει το κουμπί στο τρυπάνι… σταμάτησε.
«Ρε Δία, σήμερα βρήκες να κάνεις τα όργια σου; Με μένα; Καμία ντροπή;» μονολογούσε ο Απόλλωνας καθώς συνειδητοποίησε ότι τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας από την ένταση της στιγμής.
Πλατς. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ.

Ο Απόλλωνας τρύπησε τον τοίχο. Δεν ακουγόταν τίποτα. Μετά, το ξανάκουσε, αλλά από πιο μακριά: Πλατς, πλατς, πλατς. Κάτι συνέβαινε. Κάτι είχε διαρροή. Κι αν δεν ήταν νερό και ήταν από το φυσικό αέριο, αν είχε μαζευτεί σε καμιά εσοχή και είχε υγροποιηθεί; Θα έπιαναν όλοι φωτιά, καταστροφή, εκρήξεις, όλεθρος!

Δε μπορούσε να το αφήσει αυτό να συμβεί. Ήταν 3 και κάτι τα ξημερώματα, ποιον να φώναζε, τις βλάβες, για κάτι που μισοάκουγε; Δεν θα ερχόταν κανείς. Έπρεπε να το βρει μονάχος του.

Πέρασαν δύο ώρες. Ο Απόλλωνας είχε περάσει δύο ώρες τρυπώντας, ακούγοντας, ξανά τρυπώντας, ξανά ακούγοντας κι ούτω καθεξής – Κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε. Εκεί που τρύπαγε, δεν ακουγόταν τίποτα. Ο ήχος μετατοπιζόταν λιγάκι πιο πέρα. Σαν να τρύπαγε και να έσπρωχνε την πηγή του πλατς πλατς πλατς μερικά μέτρα πιο εκεί. Μπορεί να ήταν επικίνδυνο. Μπορεί να έσκαγε στα μούτρα του Απόλλωνα το αέριο και να αναφλεγόταν κιόλας.
Αλλά έπρεπε να το βρει. Έπρεπε να το καταστήσει ασφαλές. Έπρεπε… να το κάνει… ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ.

Με ανανεωμένο σθένος και τα μάτια του να διακρίνονται μέσα από τα γυαλιά του κόκκινα από την αϋπνία, την ένταση και ναι – την παράνοια, βγήκε έξω και άρχισε να τρυπάει αριστερά-δεξιά περιμετρικά της αυλής του. Μάταιος κόπος. Τώρα αισθανόταν πραγματικά σαν να τον κορόιδευε ο ήχος.
Πλατς. Πλατς. Πλατς – «Είσαι τόσο άχρηστος που
Πλατς. Πλατς. Πλατς – Ούτε μια απλή, απλούστατη
Πλατς. Πλατς. ΠΛΑΤΣ – διαρροή δε μπορείς να βρεις!»
ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ. ΠΛΑΤΣ. – «Σου έχει πάρει τόση ώρα, ηλίθιε
ΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣ – που αν σε δουν οι γείτονες, θα γίνεις ρεζίλι!»
ΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣΠΛΑΤΣ – «Α, μπα, τι έγινε, τελικά βρήκες από πού προέρχεται ο ήχος; Βρήκες τη διαρροή; Άντε ντε! Τρύπα να τη φτιάξεις! ΤΡΥΠΑ ΠΡΙΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΔΟΥΝ! ΑΝΙΚΑΝΕΕΕΕΕ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΛΕΜΕ!»

Μερικές ώρες μετά, ο αστυνόμος Κρουσαρλής έβγαινε από το ταλαιπωρημένο περιπολικό, έξω από μια μονοκατοικία στους Αμπελόκηπους. Δάγκωσε δυνατά το τσιγάρο του και πέταξε τη γόπα μακριά. Ένας αστυφύλακας του έδωσε το φάκελο με τις σημειώσεις του ιατροδικαστή.

ΩΡΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: 05:00 – 06:00 ΠΜ
ΑΙΤΙΟ ΘΑΝΑΤΟΥ: Ελικοειδές τραύμα στην δεξιά κροταφική περιοχή, προκληθέν από ηλεκτρικό εργαλείο το οποίο βρέθηκε σφηνωμένο και σε διακοπτόμενη λειτουργία, με το χέρι του θύματος περασμένο στην λαβή λειτουργίας. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος.

Ο αστυνόμος κοίταξε την αυλή και είδε όλους τους τοίχους, σε όλο το σπίτι και όλη την περίμετρο να έχουν λεπτές τρύπες σαν κάποιος να είχε προσπαθήσει να τους ανοίξει με τρυπάνι με περισσή επιμέλεια και προσοχή.

Στην άκρη του κήπου, με ένα διεστραμμένο χαμόγελο στα χείλη, θα το έλεγε κάποιος και χαμόγελο ικανοποίησης, βρισκόταν το θύμα, με το κεφάλι του ανοιγμένο, όπως ακριβώς έγραφε η έκθεση.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο αστυνόμος κύκλωσε το «Αυτοκτονία, χωρίς ενδεχόμενο δόλο», υπέγραψε, έβαλε τη σφραγίδα με το όνομά του και ξεκίνησε να περπατάει αργά προς το περιπολικό. Άλλη μια μέρα ξεκινούσε, με το χειρότερο δυνατό τρόπο…