Το ματωμένο σεντόνι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Το κορίτσι και το σπασμένο πόδι δεν βγαίνουν από το σπίτι!” θυμόταν τη μαμά της να λέει συχνά. Θα ήταν κάπου 8-9 χρονών, όταν άρχισε η μάνα της να την μαλώνει όλο και περισσότερο για τα παιχνίδια που έπαιζε με τα άλλα παιδιά του χωριού. Ήταν κοπέλα πια! Δεν επιτρεπόταν να τρέχει σαν αγρίμι και να χοροπηδάει σαν κατσίκι στα χωράφια!

Μία την είχε η κυρά Μαριγώ. Μία και καλομαθημένη. Τέσσερις γιους είχε αναθρέψει, πριν κρατήσει στα χέρια της την πολυπόθητη κόρη. Ο κυρ Σταύρος, ο άντρας της, καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι μετά από κάθε γέννα που του χάριζε ένα ακόμη γιο, αλλά κι όταν γεννήθηκε το Αννιώ, έστησε γλέντι τρικούβερτο στον καφενέ του χωριού! Καλά τα σερνικά, χέρια για τα χωράφια, αλλά και μια τσούπρα να τους δώσει ένα ποτήρι νερό στα γεράματα την ήθελε.

Ήταν αυστηροί οι γονείς της, αλλά και ποιος γονιός δεν ήταν; Ήταν αυστηροί, αλλά την αγαπούσαν και πάντα την πρόσεχαν λίγο παραπάνω απ’ τους αδερφούς της. Γυμνάσιο δεν την άφησαν να πάει βέβαια, όπως και κανένα άλλο απ’ τα παιδιά τους, αλλά φρόντιζαν να μην την φορτώνουν με τις βαριές δουλειές. Στα χωράφια, την έπαιρναν μαζί, αλλά έκαναν ότι δεν έβλεπαν όταν η Άννα καθόταν κάτω απ’ το δέντρο για να πιει λίγο νερό και ξεχνιόταν για ώρα. Στο σπίτι, η μάνα της φρόντιζε να την μαθαίνει κέντημα και ζύμωμα, αλλά δεν την πίεζε όταν η Άννα έλεγε πως είχε κουραστεί κι ήθελε να ξαπλώσει. Ίσως έφταιγαν κι εκείνοι βέβαια. Την είχαν κακομάθει…

Η Άννα ήταν όμορφο κορίτσι. Τα καστανά μαλλιά της ήταν σγουρά και μακριά μέχρι τη μέση της και τα μπλε μάτια της ήταν στολισμένα με πυκνές βλεφαρίδες. Ήταν όμορφο το κορίτσι τους, αλλά όσο κι αν ο κυρ Σταύρος κι η κυρά Μαριγώ καμάρωναν γι’ αυτό, άλλο τόσο τους φόβιζε ότι κάθε Κυριακή που πήγαιναν την καθιερωμένη βόλτα στην πλατεία του χωριού, έβλεπαν τα παλικάρια να την κοιτάζουν. Δεν έβγαινε μόνη φυσικά. Εκτός απ’ τους γονείς τους, μαζί με την Άννα ήταν πάντα και οι τέσσερις αδερφοί της, αλλά το ότι η Άννα είχε αρχίσει να μεγαλώνει, άρχισε να βάζει στο νου τους κι άλλες σκέψεις.

Ήταν κάπου εκεί στα 17, όταν έφτασε στο σπίτι τους το πρώτο προξενιό για την Άννα. Κάποιος από διπλανό χωριό, την είχε δει κι είχε στείλει ανθρώπους να μιλήσουν στον πατέρα της. Εκείνος αρνήθηκε. Για εκείνον, η Αννούλα ήταν ακόμη παιδί. Στην Άννα, το είπε η μάνα της μέρες αργότερα, την ώρα που ζύμωναν παρέα ψωμί στην άκρη της αυλής. Η Άννα σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε έντονα. “Δεν θέλω να παντρευτώ!” είπε την ώρα που έβγαζε απ’ τα δάχτυλα της το κολλημένο ζυμάρι. Η κυρά Μαριγώ την κοίταξε με εξεταστικό βλέμμα. “Και τι θες να κάνεις;” τη ρώτησε αυστηρά έχοντας ακόμη τα χέρια της μέσα στο αφράτο ζυμάρι. “Δεν θέλω να παντρευτώ με προξενιό…” είπε η Άννα με κάποιο δισταγμό στη φωνή της, απέναντι στο τραχύ βλέμμα της μάνας της. Η κυρά Μαριγώ ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της. “Ρίξε λίγο ακόμη αλεύρι να τελειώνουμε…” της είπε και συνέχισε να ζυμώνει με έντονες κινήσεις.

Τον μικρό αυτό διάλογο που είχε με την κόρη της η κυρά Μαριγώ, δεν τον αποκάλυψε στον άντρα της. Φοβόταν την αντίδρασή του, αν μάθαινε για τις σκέψεις της μοναχοκόρης τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φανταστεί πως απ’ το μυαλό της περνούσε ο έρωτας. Ντροπής πράγματα! Δεν του είπε τίποτα, ήξερε όμως πως έπρεπε πάση θυσία να την παντρέψουν την κόρη τους. Να την παντρέψουν, πριν συμβεί κάτι και τους ντροπιάσει.

Λένε πως όταν βάλει μια γυναίκα κάτι στο μυαλό της, θα το κάνει, ακόμη κι αν γυρίσει ο κόσμος ανάποδα! Έτσι κι η κυρά Μαριγώ. Γυναίκα της εκκλησίας, αγράμματη και λιγομίλητη, αλλά απ’ τη στιγμή που έβαλε στο νου της πως έπρεπε να παντρέψουν την Άννα άμεσα, τα κατάφερε. Με το πες πες στον άντρα της, τον έπεισε να την δώσουν με δόξα και τιμή στον Ανέστη, τον δάσκαλο του χωριού.

Ο Ανέστης είχε έρθει 2 χρόνια πριν από ένα χωριό του διπλανού νομού. Ψηλός και ξερακιανός, με αυστηρό ύφος. Κόντευε τα 35 κι ήταν ανύπαντρος ακόμη. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά είχε το μισθό του και το σπίτι που του έδινε η κοινότητα για να μένει. Οικονόμος άνθρωπος, νοικοκύρης. Είχε και κτήματα στον τόπο του… Η Μαριγώ το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και τ’ αποφάσισε. Δεν είπε τίποτα στον Σταύρο στην αρχή, αλλά βρήκε τον τρόπο να ρίξει τα δίχτυα της στον δάσκαλο. Με τρόπο, μίλησε σε κάποιες συγχωριανές της, που ήξερε πως δεν θα κρατούσαν το στόμα τους κλειστό και κάπως έτσι την πρόσεξε την Αννούλα ο Ανέστης. Η κόρη της βέβαια, ήταν λίγο μικρή για εκείνον, αλλά ήταν κορίτσι από σπίτι και καλή νοικοκυρά. Ήταν και γερό το σκαρί της, θα του έκανε σίγουρα πολλά παιδιά.

Όταν η Άννα έμαθε, πως ο δάσκαλος της είχε στείλει προξενιό και ότι οι γονείς της το είχαν δεχτεί, έπεσε να πεθάνει! “Δεν τον θέλω! Είναι γέρος!” έλεγε και ξαναέλεγε στη μάνα της, γιατί στον πατέρα της δεν τολμούσε να μιλήσει. Μια με το καλό η κυρά Μαριγώ, μια με το άγριο, την έπεισε την κόρη της κι έφτασαν μια μέρα πριν το γάμο, να γλεντάνε όλοι μαζί στην αυλή του σπιτιού τους. Η Άννα, φορούσε ένα κίτρινο μακρύ φόρεμα που την έκανε να μοιάζει με νεράιδα και λίγο πιο δίπλα στεκόταν ο Ανέστης, ο οποίος την κοιτούσε με θαυμασμό. Τα μάτια της ήταν κολλημένα στο έδαφος. Δεν συμμετείχε στις χαρές. Ποιες χαρές άλλωστε; Τον Ανέστη δεν τον συμπαθούσε καν. Δεν ήθελε να τον παντρευτεί. Σε εκείνον δεν μπορούσε να μιλήσει, να του εξηγήσει. Δεν τους άφηναν να μείνουν μόνοι ούτε λεπτό πριν τον γάμο. Εξάλλου, δεν ήταν σίγουρη ότι θα καταλάβαινε ή ότι θα τον ένοιαζε. Κι αυτό το βλέμμα του… πόσο αηδίαζε όταν την κοιτούσε έτσι! Θαρρείς και μετρούσε τα λεπτά μέχρι να καταφέρει να την κάνει δική του!

Θυμόταν τόσους και τόσους γάμους στο χωριό. Λίγες ήταν οι φορές που είχε δει ζευγάρι να γελάει με τα μάτια. Λίγες ήταν οι φορές που είχε ακούσει πως ο γαμπρός την είχε αγαπήσει και πως η νύφη ήταν ερωτευμένη μαζί του. Έρωτες; Ντροπής πράγματα! Κι όμως, όλοι οι γάμοι είχαν στεριώσει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κι όμως πάντα θυμόταν πως ζήλευε τα γελαστά μάτια των ζευγαριών. Έτσι φανταζόταν και τα δικά της, όταν θα στεκόταν δίπλα στο παλικάρι που εκείνη θα διάλεγε. Όταν στεκόταν δίπλα στον άντρα που θα την είχε αγαπήσει και θα την ξεχώριζε απ’ όλες τις άλλες, για να γίνει γυναίκα του. Θυμόταν πάντα το ματωμένο σεντόνι να στολίζει τα κάγκελα των σπιτιών των νεόνυμφων το επόμενο πρωί μετά το γάμο. Αυτό το αίμα πάνω στα κατάλευκα σεντόνια με τις περίτεχνες χειροποίητες δαντέλες, ήταν στο μυαλό της η απόλυτη στιγμή της ένωσης δυο ερωτευμένων. Όταν γίνονταν ένα. Για πάντα.

Κοίταξε γύρω της. Όλοι γλεντούσαν κι έπιναν. Ο Ανέστης δίπλα της την κοιτούσε λιγωμένος. Κάποια στιγμή της ζήτησε να χορέψουν. Αρνήθηκε, αγνοώντας το φαρμακερό βλέμμα που της έριξε η μάνα της. Κάτι ψέλλισε ότι θα πήγαινε να φέρει κρασί και μπήκε γρήγορα στο σπίτι.

Στάθηκε για λίγο πάνω απ’ την κασέλα με τα προικιά της. Την άνοιξε και κοίταξε τα ασπρόρουχα που χρόνια τώρα ετοίμαζε για εκείνη η κυρά Μαριγώ. Σπουδαία τεχνίτρια! Όλοι είχαν να λένε για τα χρυσά της χέρια. Χάιδεψε απαλά τα λευκά κεντήματα και σήκωσε το βλέμμα της στο ταβάνι, μην αφήνοντας τα δάκρυά της να τρέξουν. Κι όμως… κάτι έσταξε στα κατάλευκα σεντόνια που είχε βάλει προσεχτικά πάνω πάνω στην κασέλα η μάνα της. Μία… δύο… τρεις σταγόνες… κόκκινες… Η Άννα χαμήλωσε το βλέμμα της κι είδε το λευκό ύφασμα να ρουφάει διψασμένο το αίμα της, που πια είχε αρχίσει να πέφτει γρήγορα απ’ το αριστερό της χέρι, που η ίδια είχε χαράξει.

Όταν η μάνα της είδε ότι αργεί να επιστρέψει, έφυγε διακριτικά απ’ το γιορτινό τραπέζι και μπήκε στο σπίτι. Την βρήκε σχεδόν λιπόθυμη, καθισμένη στο πάτωμα. Το ματωμένο χέρι της, ακουμπισμένο πάνω στα λευκά προικιά της. “Άννιώ μου…” της ψιθύρισε όταν γονάτισε μπροστά της. “Αλλιώς το φανταζόμουν μάνα…” ψέλλισε η Άννα κι έκλεισε τα μάτια της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook