Κάποτε, βυθισμένη σε βαθιά μελαγχολία και πλήρως απογοητευμένη από τους ανθρώπους, στράφηκα στη γέρικη ελιά του περιβολιού μου, ζητώντας τη συμβουλή της και μια δόση παρηγοριάς. Αιωνόβια ήταν, δεν μπορεί, κάτι παραπάνω θα ήξερε για όσα με βασάνιζαν…

«Υπάρχει η ευτυχία ή είναι μια ψευδαίσθηση που έχουν δημιουργήσει οι άνθρωποι;», τη ρώτησα νευρικά, χωρίς καν να την καλημερίσω.
«Ηρέμησε και κάτσε στη σκιά μου να δροσιστείς…», μου απάντησε με αυτή τη χαρακτηριστική της ηρεμία που πάντα ζήλευα και συνέχισε:
«Η ευτυχία είναι κάτι που γεννιέται μέσα σου και καταφέρνει να ζήσει όσο εσύ του επιτρέπεις.»
«Ναι, ε;», αντέδρασα νευρικά. «Με τη δική σου λογική, όλοι επιλέγουμε τη δυστυχία, σωστά; Είναι εύκολο να είμαστε ευτυχισμένοι, αλλά αρνούμαστε; Τι μου λες τώρα;»
«Έχεις νιώσει ευτυχισμένη;», με ρώτησε.
Εκείνη τη στιγμή βούρκωσα. Άργησα να της απαντήσω, γιατί οι λέξεις που θα άρθρωνα ήδη με πονούσαν, πριν ακόμα ακουστούν δυνατά.
«Ναι…», απάντησα τελικά. «Μέχρι πριν από λίγο καιρό ήμουν τόσο ευτυχισμένη που ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω τα πάντα, να γίνω τα πάντα, ήμουν τόσο ευτυχισμένη που πέταγα! Και μετά…»
«Μετά, τι;»
«Μετά τελείωσε! Μετά, χωρίς να προλάβω να καταλάβω το πώς και το γιατί, η ευτυχία μου πέταξε μακριά!»
Η ελιά χαμογέλασε γλυκά και έγειρε τα κλαδιά της προς το μέρος μου, σε μια προσπάθεια να με αγκαλιάσει. Έπειτα, μου μίλησε:
«Ξέρω αυτό το συναίσθημα που περιγράφεις. Ξέρω πόσο άσχημο είναι να νιώθεις την ευτυχία σου να φεύγει μακριά. Αλλά κάθε συναίσθημα είναι εφήμερο κι όλα πεθαίνουν για να ξαναγεννηθούν, τίποτα δεν κρατάει για πάντα…»
«Σταμάτα! Είσαι απλά ένα δέντρο! Τα δέντρα δεν ερωτεύονται! Δεν μπορεί να έχεις ιδέα για τι σου μιλάω!»
Η ελιά δεν απάντησε. Αισθάνθηκα άσχημα για τη σκληρότητά μου και προσπάθησα να επανορθώσω:
«Η ζωή σου έχει άλλες χαρές, την επαφή με τη γη, το κελάηδισμα των πουλιών που κάθονται στα κλαδιά σου, την απόκτηση καρπών…»
«Η δική σου ζωή δεν έχει άλλες χαρές, δηλαδή; Μόνο ο έρωτας υπάρχει για σένα;», μου αντιγύρισε.
«Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που είναι σημαντικά, δε λέω. Αγαπώ τη δουλειά μου, την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την κηπουρική. Αλλά χωρίς τον έρωτα, η ζωή είναι μισή, είναι άδεια, δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω…»
«Η ζωή είναι όμορφη, κι ας μην είναι ίδια σε όλες τις φάσεις της. Ίσως μάλιστα να είναι αυτό που την κάνει τόσο όμορφη. Οι εναλλαγές της. Αυτή τη στιγμή μπορεί να λείπει ο έρωτας, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα που αξίζουν την προσοχή και την αγάπη σου, αρκεί ν’ ανοίξεις τα μάτια σου και να τα δεις.»
Σηκώθηκα απογοητευμένη. Ήμουν έτοιμη να φύγω, όταν την άκουσα να μου ψιθυρίζει:
«Κάποτε ήμουν σαν εσένα… Κάποτε κι εγώ ένιωσα έτσι…»
«Αλήθεια;», στράφηκα προς το μέρος της απορημένη.
«Αγαπούσα τη σταθερότητα, την ηρεμία, τη ρουτίνα μου. Ένιωθα δυνατή, ατρόμητη! Πραγματικά, πίστευα ότι δε φοβόμουν τίποτα, ότι τίποτα δεν ήταν ικανό να κλονίσει την τέλεια ισορροπία μου.»
«Και τι έγινε;», τη ρώτησα με ανυπομονησία.
«Η ζωή αρέσκεται να παίζει με τη σιγουριά μας. Έτσι συνέβη και μ’ εμένα. Ανακάλυψε τον βαθύτερο φόβο μου και τον έφερε μπροστά μου.»
«Δε σε καταλαβαίνω, εξήγησέ μου!», την πίεσα να συνεχίσει.
Εκείνη μου είπε μια τελευταία κουβέντα κι από τότε δε μου ξαναμίλησε ποτέ. Μου χάρισε το μεγαλύτερο μυστικό της και βυθίστηκε στη σιωπή.
«Όσοι φοβούνται το εφήμερο, είναι καταδικασμένοι να ερωτεύονται πεταλούδες.»

 

Ζωή Ναούμ