Το Μόλεμα – 9

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

 

Η Μαντώ βγήκε στο διάδρομο την ίδια στιγμή που ο Μάρκος έβγαινε φουριόζος από το σαλόνι και έκλεινε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Τον κοίταξε ξαφνιασμένη, προσπάθησε να ψελλίσει κάτι, αλλά το βλέμμα του τη σταμάτησε. Πρώτη φορά τον έβλεπε σ΄ αυτήν την κατάσταση, ξαφνικά της θύμισε πολύ τον εξαποδώ, όπως συνήθιζε να λέει η Φώτω τον αδερφό του, τον Νίκο Γαλφυνό. Ο Μάρκος έκανε ν΄ανέβει τη σκάλα, μα το πόδι του έμεινε μετέωρο, το κατέβασε αποφασιστικά, προσπέρασε τη σκάλα μ΄έναν ελιγμό και βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της να την κοιτά κατάματα. Η Μαντώ πετάρισε τα βλέφαρα της φανερά ξαφνιασμένη, πράγμα που φάνηκε να τον αποσυντονίζει για λίγο. 

Η επιτακτική φωνή του Νίκου ακούστηκε από το σαλόνι, «Μαντώ…». Εκείνη κοίταξε κατάματα τον Μάρκο και έκανε να τον προσπεράσει, όμως αυτός της έπιασε σφιχτά το μπράτσο πονώντας τη. 

«Πού πας;» τη ρώτησε απότομα και η Μαντώ τον κοίταξε μπερδεμένη.

«Ο κύριος…» ψιθύρισε έπειτα από λίγο. 

«Να μην πας…»

«Δεν μπορώ…» ψέλλισε μοιρολατρικά η Μαντώ. Ο Μάρκος άφησε το μπράτσο της και πέρασε τα δάχτυλα του εκνευρισμένος μέσα από την κοντοκουρεμένη φράντζα του.

«Μαντώ!» ακούστηκε πάλι η καμπανιστή φωνή του Νίκου με μια ανατριχιαστικά μελιστάλακτη χροιά.  

«Στείλε τη… πώς τη λένε» είπε εκνευρισμένος ο Μάρκος σε παρακλητικό τόνο κοιτώντας την κατάματα και κλείνοντάς της τον δρόμο.

«Έφυγε…»

«Μείνε εδώ!» την πρόσταξε και έκανε στροφή. Πήγε στην πόρτα του σαλονιού, την άνοιξε και βάζοντας το κεφάλι του ανακοίνωσε «’Εστειλα τη Μαντώ να μου πάρει καπνό και δεν είναι εδώ…» 

«Κρίμα και χρειαζόμουν μια όμορφη συντροφιά…» ακούστηκε απογοητευμένη η φωνή του Νίκου. 

«Δεν θα γυρίσει πριν το βραδινό, οπότε…» είπε ψυχρά ο Μάρκος.

«Γιατί;» τον έκοψε ο Νίκος.

«Θα πήγαινε να δει και τη μητέρα της, κάτι…»

«Καλά, καλά!» βρυχήθηκε εκείνος και ο Μάρκος έκλεισε απότομα την πόρτα. 

Η Μαντώ τον κοιτούσε αμίλητη με το κεφάλι της γερμένο στο πλάι. Ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να διακρίνει μια ειρωνική λάμψη στα μαγευτικά πράσινα μάτια της. Ανασήκωσε το φρύδι του και στράβωσε τα καλοσχηματισμένα του χείλη ερωτηματικά.

«Τι;» τη ρώτησε σιγανά μόλις βρέθηκε ξανά μπροστά της. Εκείνη τον ρώτησε σιγανά με ειρωνικό τόνο: «Τι μάρκα;» προσπαθώντας να συγκρατηθεί και να μην του πει ότι είναι εξίσου ψεύτης με τον αδερφό του. Ο Μάρκος την κοίταξε σαν να μην καταλαβαίνει. «Τι μάρκα καπνού;» επανέλαβε η Μαντώ σε τυπικό τόνο.

«Να μείνεις μακριά, από τον Νίκο, κατάλαβες;» της είπε φανερά εκνευρισμένος και πρόσθεσε «Και από τον άλλον, ακούς; Και για να ΄χουμε καλό ρώτημα, ποιος ήταν αυτός;» την ρώτησε απότομα με σιγανή φωνή κοιτώντας ανήσυχος κατά την πόρτα. Τώρα ήταν η σειρά της Μαντώς να μην καταλαβαίνει. Ξαφνικά την άρπαξε πάλι από το μπράτσο και την έσυρε προς το πλυσταριό, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. 

«Ποιος ήταν αυτός;» επανέλαβε με επιτακτικό τόνο και η ανάσα του χάιδεψε το πρόσωπό της όπως την στριφογύρισε ώστε να την κοιτά κατάματα. Η Μαντώ τον κοίταγε ξαφνιασμένη.

«Ποιος;» τον ρώτησε φανερά μπερδεμένη.

«Μην μου κάνεις την ανήξερη! Αυτός που σου μιλούσε…» 

«Ποιος;» τον ρώτησε ανήμπορη να καταλάβει. Τα μάτια του πέταγαν σπίθες, αλλά ακόμα και έτσι, όχι, δεν έμοιαζε καθόλου στον εξαποδώ, σκέφτηκε η Μαντώ, ήταν πιο βελούδινα, χωρίς κακία γεμάτα ανησυχία και… Ο Μάρκος την έπιασε ξανά από τα δύο μπράτσα και την ταρακούνησε ελαφρά διακόπτοντας τις σκέψεις της.

«Λέγε!»

«Τι να πω; Δεν καταλαβαίνω!» του ΄πε και έκανε να ελευθερωθεί. Όμως ο Μάρκος την είχε στριμώξει για τα καλά. 

«Ψεύτρα!» της σφύριξε. Η Μαντώ ένιωσε την κουβέντα του σαν χαστούκι. Τα μάτια της φωσφόρισαν στο μισοσκόταδο, το κορμί της τεντώθηκε σαν αιλουροειδές έτοιμο να ορμήσει, με μια απότομη κίνηση ελευθερώθηκε από τη λαβή του κοιτώντας τον απειλητικά. 

«Αν κάποιος σ΄ αυτό το σπίτι είναι ψεύτης, απατεώνας και άτιμος, σίγουρα δεν είμαι εγώ!» του είπε φανερά εκνευρισμένη. Την κοίταξε αποσβολωμένος. Η μικρή έχει τσαγανό, σκέφτηκε και ένα αχνό χαμόγελο διαγράφηκε για μερικά δεύτερα στα χείλη του προτού εξαφανιστεί. Ένιωθε να ΄ναι έτοιμος να εκραγεί.

«Σε είδα…» σύρισε.

Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της.

«Λοιπόν, τι μάρκα καπνό θα θέλατε, κύριε;» τον έκοψε μιλώντας με τυπικό τόνο. 

«Δεν θέλω καπνό! Να μου πεις ποιος ήταν αυτός νεαρός που σ΄ αγκάλιαζε το μεσημέρι στο δρόμο θέλω!» σφύριξε μέσα από τα δόντια του ο Μάρκος και σκούπισε τα ιδρωμένα του χέρια στα μπατζάκια του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ένα ανάερο άρωμα αγριοτριαντάφυλλου τον κατέκλυσε. 

Η Μαντώ που συνειδητοποίησε πια ότι όλη αυτή τη φασαρία της την έκανε επειδή την είδε να μιλά με τον Στάθη, του έριξε ένα παγωμένο βλέμμα. Πώς τολμούσε να της κάνει σκηνή και να επεμβαίνει στην προσωπική της ζωή;

 «Θέλετε κάτι άλλο, κύριε;» είπε αργά προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή της, προτάσσοντας ελαφρά το σαγόνι της και τονίζοντας την τελευταία της λέξη ειρωνικά. Πριν το καταλάβει, ο Μάρκος έσκυψε και φίλησε με πάθος τα υγρά κερασένια χείλη της. 

Η Μαντώ πάγωσε, τα άκρα της μούδιασαν. Ο Μάρκος πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και την έσφιξε πάνω του με δύναμη καθώς ρουφούσε το κάτω χείλι της κάνοντάς τη να ριγήσει, ενώ το μουστάκι του τη γαργάλισε ελαφρά. Όπως το περίμενα, μεταξένια χειλάκια, σκεφτόταν. Το χέρι της κινήθηκε σαν να΄χε δική του ζωή. Το δυνατό τσούξιμο από το χαστούκι που του έριξε την έκανε να τιναχτεί και ξαφνικά ένιωσε να πνίγεται. Δυο μαύρα βελούδινα μάτια την κοιτούσαν ήρεμα, γαλήνια, εντελώς ατάραχα. Ένιωσε την οργή της να ξεχειλίζει, τον έσπρωξε με όση δύναμη είχε και δεν κατάφερε να τον μετακινήσει καθόλου.

«Ψιψίνα μου…» ξεκίνησε να λέει ο Μάρκος μελιστάλακτα, όμως άλλο ένα ηχηρό χαστούκι τον σταμάτησε. 

«Πώς τολμάς;» βρυχήθηκε η Μαντώ. «Άσε με!» του φώναξε κι έκανε ένα βήμα πίσω. Εκείνος βλέποντάς την τόσο ταραγμένη προσπάθησε να την ηρεμήσει μιλώντας της ήπια, όμως η Μαντώ τον προσπέρασε και βγήκε από την πόρτα σαν σίφουνας. Ο Μάρκος έτρεξε ξοπίσω της, μα εκείνη βγήκε από την εξώπορτα και του την έκλεισε στα μούτρα. 

«Να πάρει!» είπε δυνατά ο Μάρκος χτυπώντας το χέρι του στο πλαίσιο της πόρτας. Πίσω του άκουσε ένα σαρκαστικό γελάκι. Ο Νίκος τον κοιτούσε από τη σκάλα. 

«Τι έγινε αδερφούλη, στο ΄σκάσε η μικρή; Χαχαχα», τον χλεύασε ο Νίκος. Ο Μάρκος ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι, του έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα και έκανε να φύγει. «Μιας και απέτυχες… δεν σε πειράζει να δοκιμάσω κι εγώ, έτσι δεν είναι;» πρόσθεσε μ΄ένα πονηρό χαμόγελο ο Νίκος. Ο Μάρκος τον κοίταξε σκοτεινιασμένος «Μην τολμήσεις!» είπε μέσα από τα δόντια του. Το γέλιο του Νίκου ακούστηκε βροντερό καθώς ανέβαινε τα σκαλιά.

 

Η Μαντώ πηλαλούσε σαν κυνηγημένο δελφινάκι τα καψαλισμένα, από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, καλντερίμια. Ένιωθε τα μάγουλα της κατακόκκινα και τις φλέβες της να χτυπούν μανιασμένες. Τότε την αντίκρισε, την ήρεμη τρεμάμενη επιφάνεια της θάλασσας. Στραφταλιστή να απλώνεται όσο φτάνει το βλέμμα της, καθάρια και ανεπηρέαστη από οτιδήποτε συνέβαινε στα σπλάχνα της ή μόλις λίγα μέτρα πιο πέρα. Η θέα της την ηρέμησε σαν ν΄άπλωσε πάνω της ένα μαγεμένο δίχτυ που την έσερνε όλο και πιο κοντά της. Με το βλέμμα στυλωμένο πάνω της, πήρε να περπατά πιο ήρεμη προς τον θαλασσοδαρμένο, πορώδη μελί βράχο στην άκρη του επόμενου ακρωτηρίου. Έβλεπε τη μύτη του βράχου να εισχωρεί βιάζοντας την ήρεμη επιφάνειά της και προκαλώντας την οργή της. Σαν το τρεμούλιασμα της Θεάς Θάλασσας πλησίαζε κοντά στον βράχο, φούσκωνε και ορθωνόταν και κατέληγε να σκάει πάνω του βίαια, ψεκάζοντας τον με μικρές σταγόνες σαν να τον φτύνει. Ο δρόμος στριφογύριζε και για μερικά δεύτερα χανόταν πίσω από τα λευκά τελευταία σπιτάκια το γαλάζιο της πέπλο, μα η Μαντώ συνέχισε να προχωρεί προς το ωχροκίτρινο καυτό βράχο ώσπου τον ένιωσε να θρυμματίζεται κάτω από τα πόδια της. 

Ανέβαινε και κατέβαινε ακροβατώντας πάνω από τα ακανόνιστα βράχια. Ξαφνικά παραπάτησε και το πόδι της βρέθηκε σφηνωμένο ανάμεσα σε δυο ογκόλιθους. Δεν έδωσε σημασία στον έντονο πόνο και στο τσούξιμο και συνέχισε ώσπου βρέθηκε στο μικρό καταφύγιο της και χώθηκε μέσα στη σχισμάδα του βράχου που σχημάτιζε ένα ευρύχωρο κοίλωμα που την προστάτευε από τα ξένα βλέμματα. Εκεί, αθέατη, ρουφώντας την αψιά μυρωδιά από τα σαπισμένα φύκια και τα εγκλωβισμένα και καταδικασμένα κοχύλια μπορούσε να σκεφτεί με την ησυχία της.

Είχε θυμώσει, για την ακρίβεια ήταν έξαλλη. Έξαλλη με τον εαυτό της. Τόσα χρόνια σ΄ αυτό το σπίτι, με τόσα που είχαν δει τα μάτια της, είχε την εντύπωση πως είχε μάθει να ξεχωρίζει ανθρώπους και χαρακτήρες. Με τον Μάρκο όμως έπεσε τόσο έξω, τι ανόητη που ήταν! Το δίχως άλλο, είχε επηρεαστεί από τα καλά λόγια και την αδυναμία που του είχε η Φώτω. Είχε καταφέρει να την παραπλανήσει κι εκείνη. Άραγε είχε συμβεί το ίδιο και με την Έρση; Όλες τους ανόητες, ΄πέσαν στην παγίδα του! Αναθεματισμένοι Γαλφυνοί! Αριστοτέχνες στην εξαπάτηση αθώων γυναικών και όχι μόνο. Αυτή όμως τον κατάλαβε, έστω και αργά τον κατάλαβε. Ακούμπησε τα χείλη της και ρίγησε. Το φιλί που τόσο ποθούσε και τώρα τόσο την πονούσε. Ανασηκώθηκε, έβγαλε το φόρεμά της και παραπατώντας προσεκτικά πέρασε πάνω από τα γλειμμένα, γλιστερά βράχια προσεκτικά και έπεσε στο νερό. 

Η αίσθηση του παγωμένου νερού στο κορμί της ήταν ό,τι χρειαζόταν. Το γαλάζιο πέπλο με τις μαργαριταρένιες ανταύγειες την τύλιξε, την καθάρισε, την εξάγνισε… Το πόδι της έτσουζε και πονούσε τώρα πολύ, μα σύντομα μούδιασε.  Η Μαντώ πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε. Όλα φαίνονταν πολύ διαφορετικά από εδώ μέσα, όσο κατέβαινε το νερό γινόταν από γαλάζιο, βαθύ μπλε και τα γύρω βράχια φαίνονταν απειλητικά με βαθιές σκούρες σκιές, το κατάλληλο καταφύγιο για κάθε είδους τέρας. Τα χειρότερα όμως τέρατα είναι δίποδα και κυκλοφορούν στη γη. Ένιωσε τα πνευμόνια της να πονάνε και άρχισε ν΄ανεβαίνει αργά. Δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο, ήθελε απλά να νιώσει ελεύθερη. Στριφογύρισε, ξαναβούτηξε και αφέθηκε ακίνητη, αβαρής, να κοιτά προς τα πάνω τα σχήματα που σχημάτιζαν οι ακτίνες του ήλιου καθώς διαπερνούσαν τον υγρό μανδύα. Ένα θέαμα μαγευτικό.

Ο ήλιος είχε γείρει αρκετά, όταν αποφάσισε επιτέλους να σπάσει τα μάγια της πλανεύτρας θάλασσας. Βγήκε από το νερό και ξάπλωσε σ΄ένα λείο, καυτό βραχάκι για να στεγνώσει. Πιο πέρα ακούγονταν παιδικές φωνές και γέλια. Τα παιδιά, αν και δεν το συνήθιζαν, είχαν έρθει και έπαιζαν σ΄ αυτόν το μικρό κόλπο. Συνήθως κάθονταν στο διπλανό, όπου λικνίζονταν μερικές βάρκες στις οποίες ανέβαιναν και βουτούσαν. Ελπίζω να μην θελήσει κανένα να το παίξει γενναίο, μιας κι  αυτό το μέρος θεωρείται στοιχειωμένο και να ΄ρθει προς τα εδώ, σκέφτηκε η Μαντώ στραγγίζοντας τα βρεγμένα μαλλιά της. Τα βλέφαρα βάρυναν και το μυαλό μουδιασμένο παραδόθηκε σ΄έναν ύπνο χωρίς όνειρα. 

 

Ο ήλιος είχε κατέβει χαμηλά και το γαλάζιο τ΄ουρανού φαινόταν σαν βρώμικο. Μα δεν υπήρχε κάτι πιο βρώμικο εκεί μέσα από τον ίδιο. Ο Μάρκος είχε κάτσει στο μικρό τραπεζάκι της μικρής αυλής και κοιτούσε τον απέναντι τοίχο, ενώ όλα τα νεύρα του ήταν τεντωμένα περιμένοντας ν΄ακούσει την εξώπορτα ν΄ανοίγει. Η Μαντώ είχε φύγει εδώ και ώρες και δεν είχε επιστρέψει. Να ΄ταν καλά; Να της συνέβη κάτι, να πήγε σ΄εκείνον; Φύσηξε τον καπνό φανερά συγχυσμένος με την τελευταία του σκέψη. «Μαντώ, Μαντώ» ακούστηκε λες η ψυχή του να φωνάζει. Τα ΄χε κάνει θάλασσα! Πώς είχε φερθεί τόσο ανόητα, τι τον έπιασε;  Μόλις λίγες ώρες πριν τον είχε δει στο κρεβάτι με την Έρση και μετά… τι ανόητος! Φύσηξε πάλι δυνατά σαν καταβατικός άνεμος προσπαθώντας λες να διώξει με αυτό τον τρόπο τις ενοχλητικές σκέψεις του. 

«Μαντώ, Μαντώ…», ακούστηκε πάλι η φωνή, αδύναμη και κουρασμένη. Ο Μάρκος τινάχτηκε πάνω. Μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της Φώτως από όπου ακούστηκε πάλι το κάλεσμα. 

«Φώτω, θες κάτι;» τη ρώτησε με έγνοια. Η γριά ξαφνιάστηκε στη θέα του Μάρκου. 

«Τη Μαντώ» ψέλλισε αδύναμα. 

«Η Μαντώ δεν είναι εδώ», είπε και ένιωσε τη φωνή του να τρεμουλιάζει καθώς χαμήλωνε το βλέμμα. «Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ; Χρειάζεσαι κάτι;» 

«Πού πήγε η Μαντώ;» τα χαρακτηριστικά της είχαν τραβηχτεί από την ανησυχία. Ο Μάρκος έσκυψε το κεφάλι.

«Δεν ξέρω…» είπε παρατημένα. 

«Πες της σε παρακαλώ…» παρακάλεσε η ηλικιωμένη γυναίκα.

«Δεν είναι εδώ…» ξεφύσησε περνώντας τα δάκτυλά του μέσα από τα μαλλιά του. 

«Τι εννοείς;» 

«Έφυγε, δεν είναι εδώ…»

«Πού πήγε; Θα ΄ρθει;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Πες εμένα, τι θες;».

Η Φώτω τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω ταραγμένη.  «Θα θελα…» κόμπιασε, μα ο Μάρκος κάθισε δίπλα της και της έπιασε το χέρι. «Ένα ποτήρι νερό…» Ο Μάρκος πήρε την κανάτα και γέμισε το ποτήρι της. «Γιατί έφυγε η Μαντώ;» τον ρώτησε καθώς της το ΄δίνε κοιτώντας τον στα μάτια. 

«Γιατί τα έκανα θάλασσα…» απάντησε ο Μάρκος αποστρέφοντας το βλέμμα του και έκανε να σηκωθεί. Όμως το κοκαλιάρικο χέρι της Φώτως τον γράπωσε με δύναμη ξαφνιάζοντάς τον. 

«Τι έγινε;» τον ρώτησε βραχνά και τρεμουλιαστά, ενώ είχε απιθώσει το άλλο της χέρι πάνω στην καρδιά της. Εκείνος ξεφύσησε, αλλά δεν της απάντησε. 

«Ο Νίκος;» ακούστηκε έντρομη τώρα η φωνή της. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. 

«Εγώ, τα έκανα θάλασσα…» 

«Τι έκανες;» έκανε τώρα πιο ήσυχα η Φώτω. 

«Τη φίλησα…»

Η Φώτω τον κοίταγε έκπληκτη. Έβαλε τα χέρια της στο κεφάλι της, της φαινόταν ότι γυρνούσε. Δεν μπορεί, κάτι δεν άκουσε καλά. Αυτοί έχουν βάλει σκοπό να με ξαποστείλουν σήμερα, σκεφτόταν. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να σταματήσει τη ζαλάδα. Καλά, πριν λίγο δεν έφυγε η Έρση λέγοντάς της ότι ο Νίκος δε θα κάνει τίποτα, γιατί το παιδί θα ΄ταν αίμα του; Δύο ΄βδομάδες τώρα έσπαγε το κεφάλι της,  ένωνε τα μισόλογα και τις χειρονομίες του Μάρκου και της Έρσης και αρνιόταν να το δεχτεί, σήμερα όμως η Έρση της το επιβεβαίωσε πως αυτοί οι δύο ήταν μαζί και τώρα; Δεν μπορεί, κάτι δεν άκουσε καλά, κάτι παρεξήγησε…

«Τι είπες;» κατάφερε να ψελλίσει μέσα στη σαστιμάρα της. 

«Τη φίλησα…» επανέλαβε εκείνος ψυχρά, έχοντας στυλώσει το βλέμμα του στη φωτογραφία απέναντί του. Η Έρση χαμογελαστή, γεμάτη ζωή, με μάτια καθάρια. Δίπλα της η Φώτω με γκρίζα μαλλιά χαμογελούσε νευρική, μπροστά τους βρισκόταν ένα λιανό κοριτσάκι με μεγάλα λαμπερά μάτια. Φορούσε κορδέλα και ένα όμορφο φόρεμα και κοιτούσε μ΄ένα επιφυλακτικό και καχύποπτο βλέμμα, αφύσικο για την ηλικία της.

Ο Μάρκος αναστέναξε και έκανε να ξανασηκωθεί όμως πάγωσε στη θέση του στο πρόσταγμα της Φώτως. 

«Κάτσε κάτω!» Η γριά γυναίκα τον κοιτούσε απειλητικά και τα γκρίζα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει. «Εσείς θα με τρελάνετε σήμερα!» έγρουξε η ηλικιωμένη γυναίκα και τον κοίταξε αυστηρά. Έπειτα καθάρισε το λαιμό της, η φωνή της ακούστηκε πάλι ήρεμη και κελαρυστή. «Μάρκο… ξέρεις την αδυναμία που σου έχω. Σε ξέρω από μικρό παιδί και πάντα σε θεωρούσα το ακριβώς ανάποδο από τον εξαποδώ, τον αδερφό σου. Εσύ μοιάζεις τόσο στη μητέρα σου… Σε θεωρούσα τίμιο, ειλικρινή, καλόψυχο… Θα μου πεις, η ζωή αλλάζει τον άνθρωπο, τον σκληραίνει για ν΄αντέχει. Είχα χρόνια να σε δω και έμοιαζε σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα κι όμως έχουν αλλάξει πολλά…». Εκείνος κατέβασε το βλέμμα. «Εγώ γέρασα πια, πολύς χρόνος δε μου μένει, οπότε κάθε λεπτό μετρά και δεν μπορώ να το χαραμίζω προσπαθώντας να ενώσω κομμάτια, ούτε να λύνω γρίφους! Θέλω λοιπόν να μου μιλήσεις τίμια και σταράτα, χωρίς γαρνιτούρες…», είπε ήπια και του χτύπησε απαλά το χέρι με το δικό της τραχύ κοκαλιάρικο χέρι. 

 

 

Επόμενο

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook