Οι ώρες περνούσαν και η μητέρα δεν είχε γυρίσει. Τα τρία παιδιά της περίμεναν καρτερικά να φανεί μη βγάζοντας άχνα. Όσο περνούσαν οι ώρες, όμως, αναστατώνονταν όλο και περισσότερο. Άρχισαν το ένα μετά το άλλο να φωνάζουν μήπως και τα ακούσει η μητέρα τους, μέχρις ότου εξαντλήθηκαν. Είχε νυχτώσει από ώρα και τα μικρά αποκοιμήθηκαν. Κανένα τους δεν έκανε ήσυχο ύπνο. Το ένα έβλεπε ότι ερχόταν ένας αετός και τα κατασπάραζε, το άλλο έβλεπε πως η φωλιά έπεφτε στο κενό και το τρίτο ότι η μητέρα τους τα εγκατέλειψε μέσα στο καταχείμωνο και έφυγε για άλλα μέρη, πιο ζεστά.

Το κρύο πρωινό τα βρήκε σφιχταγκαλιασμένα και κατάκοπα. Το μεγαλύτερο καλιακουδάκι, που είχε σπάσει πρώτο το αυγό του, είπε στα αδέρφια του πως θα περίμεναν μέχρι να σηκωθεί ο ήλιος αρκετά ψηλά και μετά θα αντιμετώπιζαν τον μεγαλύτερο φόβο τους: το πέταγμα.

Τα μικρότερα αδέρφια ήταν πολύ διστακτικά. Η μητέρα τους θα τους εξηγούσε πως πετάνε. Προσπάθησε να τα καθησυχάσει και να τους εξηγήσει ότι η μόνη τους σωτηρία ήταν το πέταγμα, αλλιώς δεν θα έβρισκαν τροφή. Μα τι ήξερε ο μεγάλος αδερφός από πέταγμα; Είχε τις ίδιες ακριβώς εμπειρίες με τα αδέρφια του. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Το γεγονός πως είχε σπάσει πρώτος το αυγό δεν είχε καμία σημασία.

Βάλθηκε να τους εξηγεί ότι η μητέρα δεν είχε φανεί για μία ολόκληρη ημέρα, πράγμα το οποίο δεν είχε ξανακάνει. Αυτό σήμαινε πως είτε τα εγκατέλειψε (που η πιθανότητα ήταν πολύ μικρή μιας και πρώτα ερχόταν να ταΐσει τα παιδάκια της και κατόπιν έτρωγε η ίδια) είτε κάποιος την αιχμαλώτισε ή συνέβη το αναπόφευκτο, καθότι ήταν νηστική μέρες ολόκληρες και το λιγοστό φαγητό που κατάφερνε να βρει το έδινε όλο στα παιδιά της. Θα έπρεπε να το πάρουν απόφαση και να πετάξουν για το άγνωστο, μήπως και κατάφερναν να εντοπίσουν φαγητό. Ήδη η μικρότερη από τα αδέλφια είχε αρχίσει να παίρνει μία ασθενική όψη. Ο μεγάλος και ο μεσαίος αδερφός άντεχαν ακόμη, είχαν πιο γερή κράση.

Οι ώρες περνούσαν και η αγωνία των τριών αδερφών κορυφωνόταν. Η μητέρα παρέμενε άφαντη. Όταν ήρθε η ώρα, ο δεύτερος αδερφός έκανε ένα βήμα μπροστά. Ξαφνικά η φωλιά, που μέχρι τώρα φάνταζε σαν όλος ο κόσμος του, έμοιαζε τόσο μικρή. Ασφυκτικά μικρή. Κοίταξε ολόγυρα, τον ορίζοντα, τις τσιμεντένιες πολυκατοικίες, τα λιγοστά δέντρα και τους πολύβουους δρόμους. Στάθηκε στην άκρη της φωλιάς και πήρε μία ανάσα. Γύρισε και έριξε μία ματιά στα αδέρφια του. Έπρεπε να τα καταφέρει για να δώσει κουράγιο στη μικρή περισσότερο. Κοίταξε προς τα κάτω. Ήταν τόσο ψηλά και εκείνος ήταν τόσο μικροσκοπικός. Φοβήθηκε, μα δεν έπρεπε να το δείξει. Ο στόχος ήταν να φτάσει στο κλαδί του δέντρου που βρισκόταν απέναντι. Τέσσερα μέτρα ήταν πάνω κάτω. Τέσσερα χιλιόμετρα φάνταζαν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια προσπαθώντας να ανακαλέσει μνήμες από τη μητέρα του, πως άνοιγε τα φτερά και πως τα κινούσε. Φαινόταν τόσο εύκολο όταν το έκανε εκείνη. Θα ήταν τόσο εύκολο αν ήταν αυτή τη στιγμή δίπλα του. Πώς το έκανε όμως; Έμοιαζε σαν να βουτούσε στο κενό τη στιγμή που πηδούσε από τη φωλιά, μα κατευθείαν άνοιγε τα φτερά της κι απογειωνόταν. Ένα άλμα ήταν, ένα άνοιγμα φτερών και μετά ρυθμικό συντονισμένο κούνημα αυτών.

Έκανε ένα μικρό αλματάκι, ίσα για να απομακρυνθεί από τη φωλιά, άνοιξε τα φτερά που τα διαπερνούσε ο κρύος αέρας κι άρχισε να τα κουνά όσο πιο δυνατά και γρήγορα μπορούσε. Ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο φαινόταν αυτό το πέταγμα. Όσο κι αν προσπαθούσε η πορεία του ήταν καθοδική. Αλλαγή διαδρομής, σκέφτηκε. Θα πήγαινε προς τα κάτω αφού δεν είχε δύναμη να πετάξει προς το δέντρο. Συνέχισε να κουνά πανικόβλητα τα φτερά του. Οι μύες του πονούσαν από την έντονη προσπάθεια και είχε λαχανιάσει . Δύο μέτρα έμειναν ακόμα για να προσγειωθεί. Δύο μέτρα για να ακουμπήσει σε στέρεο έδαφος! Λίγο ακόμη! Μα ήταν τόσο δύσκολο… Δεν μπορούσε άλλο… Έπρεπε να κάνει υπομονή, να προσπαθήσει. Πονούσε τόσο πολύ. Πόσο μεγάλη είναι πια αυτή η απόσταση; Η ανάσα του κόπηκε και έπεσε άτσαλα στην άκρη του δρόμου. Είχε χτυπήσει ελαφρά το πόδι του, αλλά ήταν καλά. Τα κατάφερε! Τιτίβισε δυνατά για να τον ακούσουν τα αδέρφια του.

Η θηλυκή καλιακουδίτσα είχε κρυφτεί κάτω από τον μεγάλο αδερφό της. Ξεμύτισε μόνο όταν άκουσε το γνώριμο τιτίβισμα του άλλου αδερφού της και κελάηδησε χαρούμενα. Τώρα ήταν η δική της σειρά. Είχε δει τη μαμά της να το κάνει τόσες φορές. Εύκολο φαινόταν. Τα κατάφερε και ο αδερφός που δεν το είχε ξανακάνει, άρα υπήρχε πιθανότητα να τα καταφέρει κι εκείνη. Μα είμαι πιο αδύναμη από τα αγόρια, σκέφτηκε. Ο μεγάλος αδερφός την προέτρεψε να πάει στην άκρη της φωλιάς. Έμεινε ακίνητη. Φοβόταν τόσο πολύ… Πώς θα άνοιγε τα φτερά της; Πώς θα ανυψωνόταν; Σάμπως το είχε δοκιμάσει κιόλας ποτέ; Ο αδερφός της βλέποντας το δισταγμό της, πήγε κοντά και την χάιδεψε με το ράμφος του. Της εξήγησε ξανά ότι η μητέρα δεν θα γυρνούσε. Έπρεπε να βγουν μόνα τους για αναζήτηση τροφής. Έπρεπε, άλλωστε, να φύγουν από εκεί το συντομότερο, μιας και ήταν θέμα χρόνου να εντοπίσει τη φωλιά κάποιο μεγαλύτερο πουλί.

Η μικρή συνειδητοποίησε πως ο αδερφός της είχε δίκιο. Κοντοστάθηκε στην άκρη της φωλιάς, άνοιξε τα φτερά της και πήδηξε. Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός, δεν μπορούσε να αντισταθεί και να τα κουνήσει. Άρχισε να πέφτει με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα. Το σώμα της ανεξέλεγκτο, έφερνε σβούρες μέχρι που έπεσε με δύναμη στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Το μικροσκοπικό ράμφος της έμεινε μισάνοιχτο, ένας επιθανάτιος ρόγχος ακούστηκε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα και τα μάτια της έσβησαν.

Ο μεγαλύτερος αδερφός περίμενε να ακούσει το χαρακτηριστικό τιτίβισμα της αδερφής του. Είχε λίγες πιθανότητες, το γνώριζε, αλλά ήλπιζε ότι θα τα κατάφερνε. Ο σωστότερος τρόπος ήταν να προσγειωθεί στο έδαφος τελικά. Το κλαδί του δέντρου απέναντι ήταν ακόμη άπιαστος στόχος. Κάτω, λοιπόν, σκέφτηκε. Με αποφασιστικά βήματα πήγε στην άκρη της φωλιάς και έκανε ένα σάλτο χωρίς περαιτέρω σκέψη. Το παγωμένο αγέρι διαπερνούσε όλο το σώμα του. Δυσκολεύτηκε να ανοίξει τα φτερά του μα τα κατάφερε. Τώρα πρέπει να αρχίσω να τα ανεβοκατεβάζω πηγαίνοντας κόντρα στον αέρα, μα όχι για πολύ, αλλιώς θα κουραστώ σύντομα, σκέφτηκε. Ένιωθε το σώμα του πολύ βαρύ, οι μύες του πονούσαν, μα το έδαφος δεν ήταν πολύ μακριά. Κουνούσε τα άμαθα φτερά του γρήγορα και με αρκετή δυσκολία. Δεν είναι μακριά το έδαφος, έλεγε συνεχώς στον εαυτό του. Το στομάχι του σχεδόν πονούσε από την πείνα, οι πόνοι στα φτερά και την πλάτη ήταν αφόρητοι και η κάθοδος ήταν τόσο μακριά και τρομακτική. Από την καμινάδα του εγκαταλειμμένου κτιρίου που βρισκόταν η φωλιά ως τον δρόμο κάτω, ο χρόνος που περνούσε φάνταζε σαν μία μικρή στιγμή μέσα στην αιωνιότητα. Μα έπρεπε να τα καταφέρει, να βρει τον μικρό αδερφό του – τι δύσκολο που είναι τελικά να πετάς -, να βρουν τροφή -καίνε όλοι οι μύες, πονάω πολύ – και αργότερα να ψάξουν για κάποιο καταφύγιο – μήπως η παραίτηση είναι η λύση σε όλα τελικά; -.

Προσγειώθηκε λίγο πιο μακριά από τον αδερφό του. Όταν έφτασε κοντά του, κοίταξαν προς τη μεριά που κείτονταν το άψυχο κορμάκι της αδερφής τους. Τα λόγια ήταν περιττά. Δοκίμασαν τα φτερά τους, μα και οι δύο ήταν εξουθενωμένοι, δεν είχαν κουράγιο ακόμη για νέα πτήση. Θα έπρεπε να ψάξουν για τροφή περπατώντας. Άλλωστε, θα ακολουθούσαν αρκετές πτήσεις στο μέλλον!