TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Το παιδί του χωριού

Το παιδί του χωριού

Τα βήματά μου με έφεραν στο χωριό. Τα μικρά δρομάκια πλακόστρωτα έκαναν το βλέμμα μου να στέκεται στις ασύμμετρες γωνιές που σχημάτιζε η μία πλάκα με την άλλη. Τα σοκάκια ακολουθούσαν αγκαλιαστά τα άτακτα ριγμένα σπίτια ακολουθώντας το ανάγλυφο της μικρής πλαγιάς όπου ήταν ακουμπισμένο ετούτο το χωριό. Ο ήχος των βημάτων έσβηνε γρήγορα στην ησυχία που είχε το ανοιξιάτικο σούρουπο. Χάζευα τις μύτες των παπουτσιών μου και τα σχέδια που άλλαζαν σε κάθε μου βήμα. Η άκρη του ματιού μου έπιασε μια φιγούρα που περπατούσε λίγο πιο πέρα. Χωρίς να το σκεφτώ έριξα μια ματιά προς το μέρος που βρισκόταν η άλλη παρουσία. Το βλέμμα μου έκανε το βήμα να σταθεί. Τον αναγνώρισα. Ήταν ίδιος! Ο χρόνος, του είχε προσθέσει ύψος, είχε τονίσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, μα η ματιά του ήταν ίδια… Με ξάφνιασε αυτή η διπλή εικόνα παρελθόντος και παρόντος στο ίδιο πρόσωπο. Ήταν … το παιδί του χωριού. Ένευσα χαμογελώντας. Το πρόσωπό του φωτίστηκε αντιχαιρετίζοντας. Εύθυμα στο νου μου ξεδίπλωσε η σιωπηλή κουβέντα μιας ιστορίας που, ο ίδιος μου είπε, και ξετυλίχθηκε και ξαναπλέχτηκε σε αυτά τα ίδια πλακόστρωτα σοκάκια.

«Βρέθηκα μικρός σε αυτό το χωριό. Μόνος, πεινασμένος και χωρίς μνήμες. Δεν ξέρω πώς έφτασα εκεί, ούτε μπορούσα να γυρίσω εκεί που ήμουν πριν. Δε θυμόμουν. Πονούσα. Μάλλον έκλαιγα πριν αν κρίνω από το τσούξιμο που ένιωθα στα μάτια εκείνο το πρωινό που ξυπνώντας η πάχνη γρατζούναγε το κορμί μου. Φαίνεται πως το βράδυ είχα βρει καταφύγιο σε μια εσοχή στη σχισμή ενός δέντρου. Τις πρώτες μέρες κρυβόμουν. Αφουγκραζόμουν τα πουλιά κι όταν τα άκουγα να ησυχάζουν, λούφαζα κι εγώ. Στο τραγούδι τους, ξεθάρρευα κι ανάσαινα μαζί τους. Έμαθα το τραγούδι τους, ξεχώριζα στους τόνους τους τη λαχτάρα, τη ζωηράδα, την ανησυχία. Στη σιωπή τους ένιωθα το φόβο. Πρώτο μου σπίτι το δέντρο, πρώτοι φροντιστές μου τα πουλιά. Πρώτη τροφή τα βατόμουρα κι ότι άλλο το χέρι μου μπορούσε, από τη Φύση, να φτάσει.

»Οι μέρες περνούσαν -μικρό αγρίμι σε κρυφτό- από τις παρουσίες του χωριού. Μα όσο αθέατος κι αν ήθελα να μείνω, οι πρώτοι που με ανακάλυψαν ήταν δύο τσοπανόσκυλα. Ήρθαν κοντά μου. Κάθισα ακίνητος στο «σπίτι μου». Με γνώρισαν, κούνησαν την ουρά τους κι έφυγαν, μα όχι για πολύ. Αργότερα ήρθαν πάλι. Από εκείνα έμαθα να σκάβω με τα χέρια στη βάση του δέντρου μου και να φτιάχνω καλύτερα τη φωλιά μου.

»Δεν άργησαν να έρθουν κοντά οι πρώτοι άνθρωποι. Στη θέα τους έφευγα μαθημένος από τα πουλιά. Αν πλησίαζαν ίσως αγρίευα όπως έκαναν τα τσοπανόσκυλα όταν προστάτευαν το σπιτικό τους. Δεν επέμειναν. Καταλάβαινα πως γινόταν σούσουρο γύρω από την παρουσία μου. Τους παραφύλαγα πάνω από το δέντρο μου, που μ’ έμαθαν να σκαρφαλώνω οι σκίουροι. Δεν επέμειναν… Εκείνες τις μέρες εκτός από τα φρούτα που έτρωγα, άρχισα να βρίσκω ένα πιάτο φαγητό έξω από το περβάζι μιας καλής κυρίας. Αργότερα έμαθα πως τη λένε κυρα-Μαρία. Στην αρχή με φόβο, μετά χωρίς δισταγμούς, πήγαινα και το έπαιρνα. Άφηνα στη θέση του κάποια από τα φρούτα που είχα μαζέψει. Εξοικειώθηκα με τα σοκάκια και τους ανθρώπους. Δεν με πλησίαζαν, μα έξω από το σπίτι του κυρ-Κώστα έβρισκα πότε-πότε αφημένο κάποιο ρούχο. Άφηνα και σε εκείνον ότι πολυτιμότερο μπορούσα να μαζέψω από το δάσος.

»Έτσι μεγάλωνα μαζί με το δάσος και τα ζώα του και ταυτόχρονα ανάμεσα στο χωριό και τους ανθρώπους του, μέσα και έξω από αυτό ταυτόχρονα. Από το περίσσευμα του καθενός, γέμισα δώρα. Σταμάτησα να κρυώνω, δεν πεινούσα πια. Έμαθα να χαμογελώ και να μην κρύβομαι. Πέρασαν αρκετοί χειμώνες και καλοκαίρια από τότε που θυμάμαι τη ζωή μου σε αυτό εδώ το χωριό. Σπίτι σαν τους άλλους δεν έχω, όλο είναι σπίτι μου. Φαγητό και γλυκίσματα δεν ξέρω να φτιάχνω μα δεν πείνασα ποτέ ξανά. Όλοι είναι κοντά μου και είμαι εδώ για όλους.

»Το χέρι τους που απλώθηκε, ζέστανε το κορμί μου, χόρτασε την πείνα μου, γέμισε τη ζωή μου. Με ανέχθηκαν, με δέχθηκαν, με υποστήριξαν, με φρόντισαν, με αγάπησαν. Έμαθα από την κάθε πόρτα να παίρνω αυτό που ήταν διατεθειμένοι να μου δώσουν. Ποτέ δε ζήτησα κάτι. Αν έβρισκα το έπαιρνα και άφηνα το δικό μου στίγμα πίσω, αν δεν έβρισκα πήγαινα παρακάτω. Μεγάλωσα πάνω στον αέρα του χωριού, παίρνοντας ένα κομμάτι απ’ τον καθένα κι αφήνοντας πίσω ένα δικό μου, κι όλα μαζί -ένα μωσαϊκό- όπως ακριβώς οι παράταιρες πλάκες στο δρόμο που πατώ. Γονείς δε θυμάμαι. Γονείς μου είναι όλοι. Αδέρφια δεν έχω στο μνημονικό μου. Τ’ αδέρφια μου είναι στο δάσος και μιλάνε χίλιες γλώσσες. Σπίτι δεν έχω. Σπίτι μου είναι όλο το χωριό… τα σοκάκια του. Δεν ανήκω σε κανέναν, ανήκω σε όλους. Δε μου ανήκει κανένας, μόνο ο αέρας που αναπνέω κι αυτός απλά μου χαρίζεται. …»

Σαστισμένος «ξύπνησα» από το κλείσιμο ενός παραθύρου που ανταποκρίθηκε στην κοφτερή δροσιά της νύχτας που ερχόταν. Στο νου μου σιγανά ακόμα, άκουγα την ήσυχη ηχώ των λόγων, της παρουσίας αυτής του χωριού, που όσο αθόρυβα ερχόταν, τόσο διακριτικά χανόταν πάλι στα σοκάκια, με την ίδια άνεση που κινείται ο καθένας μας στο δικό του σπίτι. Στο χωριό αυτό, όσο ανοιχτές κι αν ήταν οι πόρτες, μέσα στα σπίτια το παιδί αυτό δεν μπήκε ποτέ. Ήρθε, μεγάλωσε και ανδρώθηκε στα σοκάκια του χωριού. Τόση ώρα σας μιλώ για αυτό, μα ξέχασα να σας συστήσω! Είναι… -μα ποιος νοιάζεται για το όνομα; Είναι απλά… το Παιδί του Χωριού!

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Σπιλιάδα

Ακροβατώ μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, στο κατώφλι ενός παραμυθιού, πίσω από την ίριδα, φτερό στον άνεμο. Λίγο απ’ όλα και τίποτα.
Σπιλιάδα

Latest posts by Σπιλιάδα (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *