Μια φορά κι έναν καιρό, έπρεπε να γραφτεί ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι για μικρά παιδιά. Είπαν στην Μάτα λοιπόν να γράψει ένα παραμύθι. Όμως εκείνη γέλασε.
«Παραμύθι; Είναι δυνατόν; Δεν ξέρω να γράψω παραμύθι».
«Εύκολο είναι, προσπάθησε» της είπαν και της έδωσαν ένα μεγάλο τετράδιο κι ένα μαύρο μολύβι. Τα πήρε και τα κοιτούσε για μέρες, μα δεν της ερχόταν καμιά καλή ιδέα.

Η Μάτα αποφάσισε να βγει στην πλατεία. Εκεί είχε πολλά πολλά παιδάκια, θ άκουγε, θα έβλεπε, θα παρατηρούσε κι ήταν σίγουρη πως θα της ερχόταν μια καλή ιδέα. Ήθελε να γράψει ένα σπουδαίο παραμύθι, που τα παιδιά θα το διάβαζαν ξανά και ξανά κι ίσως να το θυμόντουσαν για να το πουν κάποια μέρα και στα δικά τους παιδιά.

Πήρε λοιπόν το μεγάλο της τετράδιο και το μαύρο της μολύβι και πήγε στην πλατεία. Πόσα παιδάκια μαζεμένα! Έπαιζαν, έτρεχαν, έκαναν κούνια, πόσο όμορφα ήταν όλα τα παιδάκια! Η Μάτα είδε ένα κοριτσάκι, που καθόταν παράμερα κι έπαιζε με την άμμο στο σκάμμα
«Να! Γι’ αυτό το κοριτσάκι θα γράψω» σκέφτηκε κι άνοιξε το τετράδιό της. Θα γράψω για τα όμορφα ξανθά της μαλλάκια, άραγε τι φτιάχνει εκεί στην άμμο; Σπίτια, πύργους ή παλάτια; Πώς φαντάζεται τον εαυτό της; Οικοδέσποινα ενός πύργου ή βασίλισσα; Το κοριτσάκι ξαφνικά γύρισε και κοίταξε την μαμά του : «Μαμά, κοίτα, έφτιαξα μια εκκλησία!»
Η Μάτα ξαφνιάστηκε. Εκκλησία; Πού είναι ο σταυρός;
Η μαμά του κοίταξε και σαν να ήταν συνεννοημένη, την ρώτησε ακριβώς το ίδιο πράγμα: «Δεν είναι εκκλησία, δεν έχει σταυρό».
«Μα είναι εκκλησία για όλους μαμά» είπε ανυπόμονα το κοριτσάκι.
Η Μάτα κοιτάχτηκε με την μαμά. Η μαμά ανασήκωσε τους ώμους κι είπε: «ποτέ δεν ξέρεις πώς σκέφτονται» και έστρεψε το βλέμμα στην κόρη της.

Κοίταξε το μαύρο της μολύβι. Μα ναι! Πώς δεν το σκέφτηκε. Δεν γράφεις παραμύθι για παιδιά με μαύρο μολύβι. Παραμύθια γράφεις με χρώματα ζωηρά, με πολλά πολλά χρώματα και γραμμές στρογγυλές, χωρίς γωνίες που αφήνουν σημάδια. Θα πήγαινε στο σπίτι να έπαιρνε χρωματιστά μολύβια λοιπόν, μόνο έτσι θα μπορούσε να γράψει παραμύθι.
Σηκώθηκε και την στιγμή που μάζευε το τετράδιό της δυο παιδάκια ήρθαν προς το μέρος της. Την κοίταξαν καλά καλά και το ένα, το πιο μεγάλο της είπε: «κυρία, είστε δασκάλα;»
Η Μάτα χαμογέλασε
«Δασκάλα; Όχι, πώς το σκέφτηκες αυτό;»
«Μα αφού κρατάς τετράδιο και μολύβι, τι θα είσαι;»
Η Μάτα χαμογέλασε. Κοίταξε το τετράδιό της, που εκείνη την στιγμή έγινε η ταυτότητά της.
Το τετράδιο την κοίταξε κι αυτό λυπημένο. «Γιατί γελάς; της ψιθύρισε. Τετράδιο είμαι και πάντα θα θυμίζω σχολείο. Ξέρεις; Σ ένα τετράδιο μπορείς να γράψεις ποιήματα, μεγάλα διηγήματα, παραμύθια, σκέψεις, μπορείς να γράψεις για την ζωή ολόκληρη. Μα πάντα σχολείο θα θυμίζω, ποτέ όλα τα άλλα».
Η Μάτα χάιδεψε το μπλε του εξώφυλλο, αλήθεια ήταν. Μήπως κι εκείνη, όταν της το έδωσαν, δεν αισθάνθηκε σαν μαθήτρια που θα γράψει διαγώνισμα;

Μπλοκ. Μπλοκ θα έπαιρνε και χρωματιστά μολύβια. Το παραμύθι της θα το έγραφε σε μπλοκ. Με μολύβια χρωματιστά, όλα τα χρώματα θα είχαν ρόλο.
Πήγε στο βιβλιοπωλείο. Διάλεξε ένα μεγάλο μπλοκ και μια κασετίνα με πολλά πολλά χρωματιστά μολύβια. Στάθηκε στην ουρά στο ταμείο, μπροστά της ήταν τρία παιδάκια. Το ένα κοίταξε πίσω και την είδε:
«Πόσο τυχερή είστε κυρία» της είπε
Η Μάτα ξαφνιάστηκε
«Εγώ; Γιατί;» ρώτησε.
«Εσείς θα ζωγραφίζετε κυρία, εμείς έχουμε μαθήματα, πολλά μαθήματα. Μακάρι να μπορούσαμε να ζωγραφίζαμε μόνο κι εμείς»
«Μα δεν θα ζωγραφίσω. Θα γράψω. Μου ζήτησαν να γράψω ένα παραμύθι για παιδιά. Και πώς μπορείς να γράψεις για παιδιά χωρίς χρώματα;»
Τρία κεφάλια γύρισαν ξαφνιασμένα κι ενθουσιασμένα.
«Θα γράψετε παραμύθι; Για μας; Με χρώματα; Πω πω πω! Σπουδαίο θα είναι!»
«Ναι, αλλά εγώ, δεν ξέρω να γράφω παραμύθια, θα με βοηθήσετε;» είπε δειλά η Μάτα
Στάθηκαν γύρω της. Ένα πήρε στα χέρια του το κουτί με τα χρωματιστά μολύβια. Διάλεξε το κόκκινο και της είπε: «Μπορείτε μ αυτό να γράψετε μια ιστορία για ένα αυτοκίνητο της πυροσβεστικής; Που θα λέει για όλες τις φωτιές που έσβησε»
Το μικρότερο παιδί, διάλεξε το μπλε «Μπορείτε να γράψετε μια ιστορία για έναν καπετάνιο; Που αποφάσισε να μην ταξιδέψει πια άλλο και να είναι κοντά στα παιδιά του; Να μου το δώσετε, να το διαβάσω στον μπαμπά μου!».
Το τρίτο κοριτσάκι της παρέας διάλεξε το κίτρινο.
«Μ αυτό κυρία, μπορείτε να γράψετε για ένα κίτρινο σπίτι; Ένα μεγάλο κίτρινο σπίτι που θα είναι μακριά στην εξοχή και θα είναι τόσο μεγάλο που θα χωράει μια πολύ μεγάλη οικογένεια; Με πολλά πολλά παιδιά;»

Τιτίβιζαν χαρούμενα γύρω της: Με το ροζ θα έγραφε για ένα αυτοκίνητο που τα άλλα αυτοκίνητα το κορόιδευαν γιατί ήταν ροζ, μέχρι που βγήκε ένας νόμος που έλεγε πως το ροζ ήταν το καταλληλότερο χρώμα γι αυτοκίνητα, με το καφέ και το πράσινο για ένα δάσος που διηγιόταν στα παιδιά πως η γη κάποτε είχε πάρα πολλά δάση, με το μαύρο θα έγραφε μια ιστορία για έναν μαυροπίνακα που ήταν πεταμένος σε μια αποθήκη μια κι ο κόσμος τώρα προτιμούσε τους μοντέρνους πράσινους, με με με…

Η Μάτα άκουγε χαμογελώντας κι ένιωθε το μυαλό της σαν σφουγγάρι που ρουφάει ιδέες.
Ευχαρίστησε τα παιδιά και πήγε σπίτι της. Τώρα το μυαλό της δούλευε γρήγορα, τώρα θα μπορούσε να γράψει χίλια παραμύθια, δύσκολο δεν ήταν. Αρκεί να ρωτήσεις τα παιδιά.
Και να κοιτάς μέσα από τα μάτια τους.