Η Ευθυμία, εκείνη την ημέρα, ξύπνησε νωρίς, όπως έκανε σ’ όλη της την ζωή. Συννεφιά είχε όξω, παρατήρησε, ο ήλιος δεν είχε αποφασίσει να διαλύσει το γκρίζο τ’ ουρανού. Αναστέναξε ελαφρά. «Σήμερα βρήκε, μωρέ; Αχ Παναγία μου, ας μην αρχίσει και βρέχει χωρίς σταματημό. Θα μου τρυπήσει και τα κόκκαλα η υγρασία, δεν είμαστε για τέτοια σήμερις! Να ‘χουμε καλό ταξίδι, άγιε Χριστόφορε μου!»

Πήγε στο μπαλκόνι της και πότισε τον ιβίσκο στη μεγάλη γλάστρα. «Αν δε βρέξει τελικά, εσύ δε μου φταις σε τίποτα!», αυτό έλεγε από μέσα της. Ξαναμπήκε στο παλιό αλλά καλοδιατηρημένο σπίτι της και με αργό βήμα έφτασε μέχρι το χολ. Εκεί, ήταν η τσάντα με το πλεκτό της και μερικά άλλα πράγματα που ήθελε να είχε μαζί της στο ταξίδι.
Σιμά της τσάντας, είχε φτιάξει μια ακόμα, πιο μεγάλη, δερμάτινη και παλιομοδίτικη με λουριά που έπιαναν στο πάνω μέρος. Αυτήν ήξερε η Ευθυμία, αυτήν εμπιστευότανε, δεν ήθελε τις μοντέρνες, τις υφασμάτινες. «Μερικά πράγματα, δεν θέλω ν’ αλλάζουν, παιδί μου!», αυτό απαντούσε στην κόρη της όταν την ρωτούσε γιατί αρνείται τόσο πεισματικά να δεχτεί να αλλάξει την τσάντα της. Την αγόρασε μικρή, με τα λεφτά από τη μοδιστρική. Παλιά, φτιάχνανε πιο καλά τα υλικά, τρανή απόδειξη ότι η τσάντα αυτή ήταν σε τόσο καλή κατάσταση, σαράντα και βάλε χρόνια μετά.

Και η Ευθυμία, σε καλή κατάσταση ήταν, παρά τα ογδόντα τέσσερα χρόνια της. Δεν έλεγε με τίποτα να το βάλει κάτω. «Αν θέλει ο Χάρος, να ‘ρθει να με πάρει μοναχός του. Εγώ δεν θα του κάνω τη χάρη να τον περιμένω στο κρεβάτι μου!» – πάντοτε έτσι απαντούσε όταν οι φίλες της στην εκκλησία την έφτυναν μην την ματιάσουν, βλέποντας την όλες τις μέρες να πηγαινοέρχεται πάνω-κάτω με ενέργεια που θα την ζήλευαν ακόμα και τα εγγόνια τους.
Το ταξί ήρθε, για να την πάει στο σταθμό των ΚΤΕΛ. Η Ευθυμία χαμογέλασε στον νεαρό ταξιτζή, ο οποίος γρήγορα τακτοποίησε την τσάντα της στο πορτ-μπαγκάζ. Μετά από όχι πάρα πολλή ώρα, έφτασαν στο σταθμό. Η Ευθυμία, περπατώντας με τις δυο τσάντες της στα χέρια, αργά αλλά σίγουρα, ανέβηκε στο λεωφορείο που θα την πήγαινε στην Καβάλα.

Βολεύτηκε στη θέση της, στο μέσα μέρος ήταν μα ήταν μικροκαμωμένη και δεν ενοχλούσε – και έβγαλε το πλεκτό της από την τσάντα, να το συνεχίσει, με το γκριζωπό φως της ημέρας. Έπλεκε ένα ροζ ζιπουνάκι για την εγγόνα της, είχε τελειώσει όλο το σχέδιο αν και σήμερα είχε κόκκινο, αντί για ροζ, περασμένο στις βελόνες πλεξίματος. Κατέληγαν σε μια μικρή «κούκλα» με μαλλί μέσα στην τσάντα της, οι εν λόγω βελόνες.

Δίπλα της, έκατσε ένα παλικάρι, σαν τα κρύα τα νερά όπως θα έλεγε αν τη ρωτούσαν. Ψηλός, γεροδεμένος, με αυτά τα μούσια που είχαν σήμερα σχεδόν όλα τα παιδιά του κόσμου – όχι όπως παλιά, στον πόλεμο, που μουσάτοι ήταν μόνο οι αντάρτες και οι αντιστασιακοί. Άλλες εποχές, άλλα ήθη. Το μόνο πράγμα που έμενε τόσο σταθερό, για τόσα χρόνια, ήταν η λατρεία της Ευθυμίας για τις βελόνες. Πρώτα, οι βελόνες ήταν της ραφτικής, για δεκαετίες ολάκερες. Πιο πρόσφατα, του πλεξίματος – θέλανε περισσότερη υπομονή αλλά συγχωρούσαν και το λιγάκι πιο ασταθές χέρι, δεν υπήρχε κλωστή να μπει μέσα στη μύτη της βελόνας βλέπεις.

Πέρασαν μερικές ώρες, με την Ευθυμία μια να θαυμάζει τους κάμπους απ’ έξω, μια να επικεντρώνεται στο πλεκτό της. Το παλικάρι δίπλα της ασχολούταν με το κινητό του, Κύριος οίδε τι θα έκανε, αυτά σήμερα ήταν μαγικά πράγματα, κάνανε τα πάντα από τα κινητά τους τα τηλέφωνα, τα νέα παιδιά! Είχε κι αυτή κινητό, με μεγάλα κουμπιά για να μην κάνει κανένα λάθος, αλλά μόνο τηλέφωνα ήξερε να παίρνει, δεν την ένοιαξε να γίνει και τόσο μοντέρνα πια…

Κοίταξε το παλικάρι που ήταν απορροφημένο σε κάτι, αλλά είχε σχηματιστεί στα χείλια του ένα λιγάκι χαζοβιόλικο χαμόγελο. Τα μάτια του γελούσαν μαζί με το στόμα του. Η Ευθυμία, βαριανάσανε λίγο, γιατί κατάλαβε. Ερωτευμένο, ήταν το παλικάρι, δεν είχε καμία αμφιβολία. Είχε δει πολλά ερωτευμένα μάτια τόσα χρόνια, βλέπεις, έκοβε το μάτι της ακόμα και σήμερα! Μάλλον κάτι θα έβλεπε που θα ‘χε να κάνει με το αμόρε του ο νεαρός.

Κάνανε στάση, με το λεωφορείο, για να φάνε για μεσημέρι. Ήταν μεγάλο το ταξίδι, αλλά η Ευθυμία δεν το σκεφτόταν καθόλου αυτό. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι, πιο μετά σήμερα, θα ξανάβλεπε την κόρη και την εγγόνα της. Θα περίμενε κανείς ότι αυτή θα έμενε στο πατρικό, πέτρινο σπίτι και το παιδί θα ήταν στην Αθήνα, αν και αυτές είχαν κάνει το αντίθετο. Η Ευθυμία έμενε στο Παγκράτι, κοντά στην αδερφή της αλλά, ακόμα πιο σημαντικό, κοντά στους γιατρούς. Πιο συχνά πήγαινε, ετούτα τα χρόνια, σε γιατρούς, έστω και προληπτικά, παρά σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Το παιδί, από την άλλη, είχε καλοπαντρευτεί στην Καβάλα και είχε μείνει εκεί. Έλαμπαν τα μάτια της Ευθυμίας όποτε τη σκεφτόταν.

Το παλικάρι καθόταν στο διπλανό τραπέζι μοναχό του και μιλούσε στο κινητό, με το αμόρε που λέγαμε, συμπέρανε η Ευθυμία. Κάποια στιγμή, άκουσε να της λέει να μη φάει τίποτα, να κρατήσει την όρεξή της, για να πάνε το βράδυ να φάνε μαζί στο αγαπημένο της εστιατόριο.

Εστιατόρια, πφφ! Σάμπως είναι το ίδιο με το σπιτικό φαγητό, δεν είναι! Αλλά ε, μια φορά στο τόσο, είχαν κι αυτά τη χρήση τους. Άλλο είναι να βλέπεις την πανσέληνο, ας πούμε, σε δείπνο με κεριά και μουσική και άλλο στο μπαλκονάκι του Παγκρατίου, στο κάτω-κάτω της γραφής. Σήμερα το βράδυ, τώρα που το σκεφτόταν η Ευθυμία, είχε πανσέληνο. Ωραία θα ήτανε το βράδυ.

Φύγανε από το εστιατόριο και η Ευθυμία έκανε το σταυρό της, βολεύτηκε ξανά στο κάθισμα και συνέχισε το πλεκτό της, το οποίο όσο πέρναγε η ώρα αποκτούσε ένα σχήμα προς το κέντρο. Θα προλάβαινε να το τελειώσει, δεν είχε καμία αμφιβολία, δεν ήταν δα και πρωτάρα στο πλέξιμο!

Έπιασε λίγο την κουβέντα στο παλικάρι, κάνοντας ένα σύντομο διάλειμμα από το πλεκτό. Έμαθε πως τον λέγανε Πάρη, ήταν φοιτητής στην Καβάλα και γυρνούσε από τις καλοκαιρινές του διακοπές. Μετά από μερικές, λίγο στοχευμένες, λίγο αθώες, λίγο πονηρές ερωτήσεις, έμαθε επίσης πως τα είχε με μια συμφοιτήτριά του, την Ελένη. «Για την Ελένη, βρε, έχεις αυτό το χαζό χαμόγελο, ε; Να σας έχει καλά ο Θεός και σένανε και κείνη, φτου φτου φτου σκόρδα!», του είπε και το παλικάρι γέλασε, λιγάκι ντροπαλά, λιγάκι ατσούμπαλα, καθώς την ευχαρίστησε.

Φτάνανε, σιγά-σιγά, ήταν πλέον απόγευμα. Η Ευθυμία είδε ξανά τα χωριουδάκια έξω από την πόλη, που είχε να τα δει από πέρσι, αφού στην Καβάλα δεν καθότανε πια τόσο καιρό όσο όταν ήταν πιο μικρή. Χαμογέλασε. Το πλεκτό είχε μόλις τελειώσει, του έβαλε τις τελευταίες λεπτομέρειες και το «έκλεισε» ικανοποιημένη. Φρέσκοτελειωμένο, για την εγγόνα της!

Το λεωφορείο μπήκε με φούρια στο σταθμό κι έπειτα σταμάτησε. Καθόταν σχετικά μπροστά η Ευθυμία, οπότε βγήκε κι απ’ τους πρώτους. Την βοήθησε να κατέβει την μεγάλη σκάλα το παλικάρι που είχε μόλις βγει πριν απ’ αυτή. Το ευχαρίστησε, μία φορά τότε και μία φορά λίγα λεπτά μετά όταν της έφερε την παλιομοδίτικη, δερμάτινη τσάντα της μπροστά στα πόδια της.

«Καλά να περάσεις, γιαγιά, καλό σου βράδυ!» της είπε κι έκανε να φύγει. Μα η Ευθυμία του άρπαξε το χέρι. «Στάσου, παιδί μου, οι καλές πράξεις πρέπει να ανταμείβονται! Κάτσε να σου δώκω κάτι για το δρόμο!» του απάντησε και έβγαλε ένα τρίγωνο πράγμα καλυμμένο σε αλουμινόχαρτο από την τσάντα της, μαζί με κάτι άλλο σε μια μικρή, ασημί συσκευασία. Τα πρόσφερε στον Πάρη, με τα μάτια της να σπινθηρίζουν.
«Πάρε εδώ νεαρέ μου, σπιτική τυρόπιτα, από την αδερφή μου, μου την έδωσε μήπως πεινούσα στη διαδρομή αλλά δεν την έφαγα. Άθικτη είναι. Δεν κάνει να τρώω και πολύ εγώ, μεγάλη γυναίκα». Ο Πάρης την ευχαρίστησε, αλλά καθώς έκανε να πιάσει το αλουμινόχαρτο, το χέρι του έπιασε και την ασημί συσκευασία που είχε ασορτί χρώμα.
«Γιαγιά; Τι είναι αυτό, δικό σου είναι;» της είπε με ένα καλοσυνάτο χάχανο όταν έπιασε το προφυλακτικό στη θήκη του. Η Ευθυμία, έσκασε στα γέλια για μερικά δευτερόλεπτα και του απάντησε: «Μπα σε καλό σου παιδί μου! Το δικό μου το κατάστημα έκλεισε, όταν πέθανε ο μακαρίτης ο άντρας μου, δεν θέλησα ποτέ άλλον άντρα μετά απ’ αυτόν. Αλλά… στην Καβάλα είμαστε παιδί μου, πανσέληνο έχει, Πάρη σε λένε εσένα, Ελένη την κοπελιά σου, τα πολύ-πολύ παλιά χρόνια υπήρχε μια πολύ γνωστή ιστορία αγάπης με τούτα τα ονόματα. Τα δίνω στον εγγονό μου το μεγάλο, μαζί με χαρτζιλίκι, αυτά γιατί είναι μπερμπάντης και πολλά γίνονται στις μέρες μας. Δεν θα του λείψει ένα ακόμα! Φάε την τυρόπιτα, να στυλωθείς, και αγόρι μου, την Ελένη σου, να την αγαπάς!»

Το παλικάρι της έσφιξε το χέρι και την χαιρέτησε, γελούσαν ακόμα τα μουστάκια του σαν έφυγε με γοργό βήμα από το σταθμό. Λίγη ώρα μετά, είδε η Ευθυμία την κόρη της, με την εγγόνα της στο χέρι. Τους χαιρέτησε, τους φίλησε, τους παίνεψε… και έβγαλε το τελειωμένο πλεκτό και το ‘δωσε στην εγγόνα της να το χαϊδέψει. Με την κόκκινη πλέξη, είχε φτιάξει μια εντελώς συμμετρική καρδιά, για να σπάει το ροζ. Το ήξερε, βλέπετε, η Ευθυμία: Όσο είχε ανοιχτά τα μάτια της, και τα χέρια της κουνιόντουσαν ακόμα, δε θα σταματούσε ποτέ, μα ποτέ, να έπλεκε χαμογελώντας!