Καθόταν στο γυμνό πάτωμα, δίπλα στην τζαμαρία της μπαλκονόπορτας, κρατώντας αγκαλιά τα πόδια της. Τις ώρες που δεν έκλαιγε κοίταζε τον κόσμο στον δρόμο και χαμογελούσε με την ευτυχία που έβλεπε στα πρόσωπα τους. Άλλες φορές έριχνε βλέμματα συμπόνιας σε ανθρώπους που ένιωθε μέσα από τα μάτια τους, την έκφρασή τους ότι πονάνε. Τους καταλάβαινε. Τους συμπονούσε. Γιατί έτσι πόναγε και αυτή. Είτε είχαν χωρίσει, είτε είχαν χάσει τη δουλειά τους, είτε είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο, η απώλεια ήταν ίδια. Η απώλεια πονάει. Όταν έρχεται το τέλος πονάει. Η συνειδητοποίηση ότι όλα γύρω σου γκρεμίζονται. Ότι ο κόσμος σου καταρρέει. Και το κυριότερο, όταν πρόκειται για χωρισμό, πονάει να παραδεχτείς ότι έπεσες έξω.

Όλα αυτά και άλλα τόσα πάλευε να αντιμετωπίσει. Καθόταν στο γυμνό πάτωμα, με τη μαυροδάφνη δίπλα να της κάνει συντροφιά και τη Νατάσσα Θεοδωρίδου να της τραγουδά «Κι έβριζα και φώναζα είναι κρίμα κι άδικο. Γεύτηκα σε μια βραδιά και ζωή και θάνατο. Κι έβριζα και φώναζα κοίτα τι απέμεινε. Μια αγάπη θρύψαλα και συντρίμμια έγινε. Το πρωί τα μάζεψε ένα σκουπιδιάρικο. Κι έβριζα και φώναζα είναι κρίμα κι άδικο». Και θυμήθηκε το σκουπιδιάρικο που είχε δει να μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της. Όλα εκείνα που είχε αποκτήσει μαζί του, όλα εκείνα που της είχε κάνει δώρα στα πέντε χρόνια που ήταν μαζί. Και έτρεχαν τα δάκρυα στα μάγουλά της. Και της ερχόταν να τσιρίξει, για να βγάλει όλο τον πόνο που έσκιζε την καρδιά της.

Και οι μέρες περνούσαν. Και εκείνη απλά καθόταν στο γυμνό πάτωμα, δίπλα στη τζαμαρία της μπαλκονόπορτας. Και έκλαιγε. Και προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της. Μιας ψυχής που είχε κατακρεουργήσει εκείνος. Έχουν περάσει 7 μήνες από εκείνο το βράδυ Παρασκευής που χτύπησε το θυροτηλέφωνο και ήταν αυτός. Η έκπληξή της τεράστια. Η χαρά της μεγάλη. Εμ δεν είναι και λίγο να ξέρεις ότι το αγόρι σου είναι στην Πράγα για μεταπτυχιακό, να έχεις μιλήσει πριν δέκα λεπτά στο κινητό και ξαφνικά να ακούς τη φωνή του στο θυροτηλέφωνο. Πήγε να σπάσει η καρδιά της από τη χαρά. «Πόσο με αγαπάει», σκέφτηκε. Ενώ παράλληλα συνειδητοποιούσε ότι την επόμενη μέρα έχουν επέτειο. «Ήρθε να γιορτάσουμε μαζί τα πέντε χρόνια» και χιλιάδες αστεράκια και καρδούλες γύριζαν γύρω της.

Μέχρι να ανέβει με τις σκάλες στον τρίτο όροφο που ήταν το σπίτι της, είχε κάνει ένα εκατομμύριο σκέψεις για την αγάπη του, τα συναισθήματά του, την απόφασή του να κάνει ταξίδι – εξπρές μόνο και μόνο για να γιορτάσουν μαζί τα πέντε τους χρόνια. Μόλις τον αντίκρισε έπεσε με φόρα στην αγκαλιά του. Φιλιά γεμάτα πάθος και βλέμματα γεμάτα προσμονή για την ένωση γέμισαν τον χώρο. Μπήκαν αγκαλιασμένοι μέσα, κατευθύνθηκαν χωρίς πολλά – πολλά στην κρεβατοκάμαρα και έκανα έναν έρωτα όλο τρέλα. Δεν είπαν λέξη. Δεν τον ρώτησε πώς ήρθε, γιατί ήρθε, τι θα γινόταν με την εργασία που είχε να παραδώσει την επόμενη εβδομάδα. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ότι αυτός ήταν εκεί. Μαζί της. Δίπλα της. Μέσα της.

Η συντριβή ήρθε μετά. Όταν χαλαροί και οι δύο, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι έβλεπαν τηλεόραση.
«Μωρό μου, θέλω να μιλήσουμε» της είπε και εκείνη γύρισε το κεφάλι της προς τη μεριά του.
«Πες μου, τι θες να συζητήσουμε», του είπε και όλες οι σκέψεις που έκανε και εκείνη τόσο καιρό μακριά του πέρασαν από το μυαλό της. Τον Ιούνιο τελείωνε και αυτή το μεταπτυχιακό της και ήταν σίγουρη ότι θα της έλεγε να μετακομίσει Πράγα για να συνεχίσει τις σπουδές της εκεί. Να είναι ξανά μαζί.
«Θέλω να χωρίσουμε», τον άκουσε να λέει και όλες οι σκέψεις της πάγωσαν.

Τι να ζήσουν μαζί και κουραφέξαλα. Ήθελε λέει να αποκτήσει εμπειρίες. Ήταν η μοναδική γυναίκα με την οποία είχε ολοκληρωμένες σχέσεις και αυτό τον εγκλώβιζε, λέει, σεξουαλικά. Και εκεί στην Πράγα είχε πολλές γνωριμίες, είχε πολλές ευκαιρίες και επειδή δεν ήθελε να την κοροϊδεύει, της ζητούσε να χωρίσουν.

Τον έδιωξε κακήν κακώς από το σπίτι. Του είπε να πάει την επόμενη μέρα να πάρει όλα του τα ρούχα και να εξαφανιστεί από τη ζωή της. Τα υπόλοιπα θα τα φρόντιζε αυτή. Τα πέταξε στο σκουπιδιάρικο. Και ήρθε η επόμενη μέρα. Και πήγε εκείνος να μαζέψει τα ρούχα του. Και την πήρε τηλέφωνο. Και αναθάρρησε εκείνη. «Το ξανά σκέφτηκε. Ήταν μια παρόρμηση της στιγμής». Και σήκωσε το τηλέφωνο. «Έλα, αγάπη μου, Πες μου ότι άλλαξες γνώμη. Πες μου ότι δεν μπορείς μακριά μου», του είπε…
«Το πολύμπριζο είναι δικό μου ή δικό σου;», της απάντησε και έμεινε παγοκολόνα και του έκλεισε το τηλέφωνο στη μούρη.

Και να που τώρα, 7 μήνες μετά, κάθεται στο γυμνό πάτωμα, με το πολύμπριζο αγκαλιά. Πόσο δύσκολος είναι ο αποχωρισμός. Θα έρθει σε λίγο να το πάρει. Μετά από διαμάχες και τσακωμούς κατέληξαν ότι ήταν δικό του. Πώς θα το αποχωριστεί; Πώς θα περνάει τώρα τα βράδια της με μία πρίζα μόνο; Πού θα βάλει το καλώδιο της τηλεόρασης; Πού θα βάλει το καλώδιο του υπολογιστή; Και αν ξεμείνει από μπαταρία; Πού θα βάλει να το φορτίσει; Τόσα χρόνια είχε επενδύσει συναισθηματικά πάνω σε αυτό το πολύμπριζο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που προστάτευσε τις συσκευές της από διακοπή ρεύματος. Γιατί μέσα σε όλα τα χαρίσματά του ήταν και αυτό. Η Ασφάλεια. Πολύμπριζο Ασφαλείας ήταν το καλό της.

Το κρατούσε με στοργή στα χέρια της και θαύμαζε για τελευταία φορά το μαύρο πολύμπριζο, το ειδικό μονωτικό του υλικό και το καλώδιο ρεύματος 2 μέτρων. Οι έξι πρίζες, σε γωνία 45ο έτσι ώστε να χρησιμοποιούνται όλες μαζί και να μην «μπλέκονται» τα φις των καλωδίων, την κοίταζαν με τις τρύπες υποδοχής των φις θλιμμένα. Το προειδοποιητικό LED υπερφόρτωσης δεν θα άναβε ξανά για χάρη της. Για τις συσκευές της. Έριξε το βλέμμα της στην τηλεόραση, στον υπολογιστή, στο ψυγείο. Σε όλες τις συσκευές που θα έμεναν τώρα ορφανές και απροστάτευτες. «Μην ανησυχείτε, γλυκές μου. Θα φροντίσω να μην πάθετε τίποτα. Θα το ξεπεράσουμε και αυτό», συλλογίστηκε και σηκώθηκε να ανοίξει στον αχαΐρευτο, που της χτυπούσε το θυροτηλέφωνο για να ανέβει να πάρει το πολύμπριζο.

Μα το πολύμπριζο, ρε φίλε; Το πολύμπριζο; Όλα μπορούσε να αντέξει, αλλά όχι και αυτό. Μα, το πολύμπριζο;