Το ριχτάρι μετά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τραβάω απότομα το ριχτάρι από τον καναπέ, να το τινάξω, να φύγουν οι σκόνες και οι τρίχες του Πατού. Εδώ που έχω τον καναπέ, είχες τον δικό σου καναπέ, καθόσουν πάντα στην ίδια θέση κι έπλεκες με το βελονάκι μικρά και μεγάλα τραπεζομάντηλα, ορθογώνια, στρογγυλά, ό,τι σου άρεσε από τα σχέδια που έβλεπες στα περιοδικά. Αντέγραφες το σχέδιο με μολύβι σε χαρτί μιλιμετρέ, δίπλα είχες και τον μεγεθυντικό φακό γιατί με τα γυαλιά σου μόνο δεν το έβλεπες καλά.  Συνήθως το χειμώνα έπλεκες με τις βελόνες και χοντρό μαλλί ζιλέ, ζακέτες, πουλόβερ. Τα τελευταία χρόνια είχες την κακιά συνήθεια να ξετρυπώνεις ρούχα που μου είχες φτιάξει για να τα ξηλώσεις και να τα κάνεις πάλι από την αρχή.

«Xριστιανή μου, γιατί μου πήρες το ρούχο;»

«Δε μ’ άρεσε!»

«Ναι, αλλά άρεσε σε μένα κι εγώ το φοράω!»

«Δεν ήταν ωραίο σου λέω».

Αν δεν ξεχνιόμουν, προλάβαινα κι έκρυβα εκείνα που μου άρεσαν περισσότερο για να μην τα πάρει για “ανακαίνιση”.

Βγαίνω στο μπαλκόνι, τινάζω με δύναμη το ριχτάρι, πολλές φορές. Τις μετράω. Να φύγει όλη η σκόνη, να φύγουν οι σκέψεις.

Τα έπιπλά μου στο σπίτι σου, στο σπίτι μας όσο μέναμε μαζί, κατόπιν που έφυγα να μείνω μόνη (μόνη! Ας γελάσω. Στο διπλανό διαμέρισμα πήγα, έλιωσαν οι σόλες από την απόσταση) έγινε σπίτι σου και τώρα… Μερικές φορές το λέω σπίτι μου κι άλλες το λέω δικό σου. Ο αχταρμάς τον επίπλων μου δεν φαίνεται τόσο άσχημος. Έδωσα πράγματά σου, πέταξα πράγματά σου, ευχόμενη να με συγχωρέσεις, μα βλέπεις δεν χωρούσαν όλα.

Κάθομαι να δω τηλεόραση. Ξαπλώνω. Το φως στο χωλ με χτυπάει στα μάτια. Μου ζητούσες να το σβήνω γιατί σ’ ενοχλούσε, ήθελα όμως να μην είσαι εντελώς στα σκοτεινά. Φωτίζει η τηλεόραση, έλεγες. Στο ίδιο σημείο ξάπλωνες κι εσύ.

Άραγε θα έχω την ίδια μοίρα με σένα; Θα είμαι μόνη κι ανήμπορη σ’ ένα σπίτι; Άλλαξαν τα δεδομένα κι οι ανάγκες. Κάθε σημείο του σπιτιού θυμίζει εσένα, όσες μετατροπές κι αν κάνω. Παίρνω το σκαμπό και κάθομαι κοντά στο νεροχύτη όταν με πονάει η μέση, όπως κι έκανες κι εσύ όταν πονούσες, όταν δεν μπορούσες να πάρεις ανάσα. Η καρέκλα σου στο τραπέζι, οι χαλασμένες κλεψύδρες, το κούτσικο μολυβάκι με τα τετράγωνα χαρτάκια που έκανες τους υπολογισμούς σου, τα έξοδα, τις δουλειές που είχες να κάνεις, τις σκέψεις σου. Τα μάζεψα. Όπως μάζεψα και τα γυαλιά σου, το ρολόι και το κινητό σου δίπλα από το κρεβάτι. Δεν βγαίνει νόημα. Ήξερα ποια θα ήταν η κατάληξη, φοβόσουν ποια θα ήταν, μα σου έλεγα μπούρδες για θεραπεία που θα έκανες μόλις έπαιρνες λίγο τα πάνω σου.

Δεν βγαίνει νόημα, το καταλαβαίνεις; Δεν γίνεται να έχεις φύγει, δεν γίνεται! Δεν με άφησαν μόνη, όμως η καθημερινότητα, οι μικρές χαζές συνήθειες, να σου λέω την ώρα που φεύγω, την ώρα που γυρνάω, ποιον είδα στο δρόμο, τι είπαμε, αυτά τα καθημερινά. Δεν τσακωνόμαστε πλέον, δεν ειρωνευόμαστε η μία την άλλη, δεν κρατάμε μούτρα. Τι περίεργο, μοιάζει σα να σβήστηκαν, δεν μου έρχονται στο νου τα λόγια που ανταλλάσσαμε, η χολή, Θεέ μου η χολή που ρίχναμε στο τέλος…

Λίγο καιρό πριν δεν σε ένοιωθα αίμα μου, ήσουν απλά η ασθενής που όφειλα να φροντίσω, αφού δεν υπήρχε κάποιος άλλος ή επειδή δεν ερχόταν κάποιος άλλος συγγενής. Σε ένοιωθα βάρος. Τύψεις ανακατεμένες με ευχές να τελειώσει το μαρτύριο. Το δικό μου μαρτύριο. Ειρωνεία. Εγώ που στεκόμουν στα πόδια μου κι έτρεχα για όλα, θεωρούσα ότι υπέφερα περισσότερο από σένα που δεν μπορούσες ούτε καν πλευρό να γυρίσεις από τη δύσπνοια…

Σου ζήτησα να με συγχωρέσεις. Κατόπιν εορτής. Δεν ξέρω αν είσαι καλά παρ’ όλο που μου λένε όλοι πως τώρα, η ψυχή σου ελευθερώθηκε. Ας μου ΄λεγες ότι είσαι καλά. Η απουσία σου μοιάζει αλλόκοτη, παράλογη, σαν λάθος που περιμένω να διορθωθεί.

Στρώνω το φρεσκοτιναγμένο ριχτάρι. Ακουμπώ στο μπράτσο του καναπέ το μαξιλάρι και κουρνιάζω στη θέση που καθόσουν.

 

 

 

Το ριχτάρι

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook