Άνοιξες κειμενάκι να διαβάσεις κάτι γλυκό και ρομαντικό, φαντάζομαι.
Ναι, έβαλα τίτλο παραπλανητικό που παραπέμπει σε εποχές με σαλόνια άθικτα, βεγγέρες και φοντανιέρες με σοκολατάκια που προορίζονταν μονάχα για τους καλεσμένους.
Θυμάμαι την μάνα μου, να μου εξιστορεί διάφορα για την εποχή που ήταν μικρούλα στα Γιαννιτσά.
Φτωχή οικογένεια, 5 παιδιά, ανέχεια και αγώνας για επιβίωση. Και μια μάνα (η γιαγιά μου) περήφανη μέσα στη φτώχια της, που είχε πάντοτε το σπίτι και τα παιδιά να τρίζουν από καθαριότητα και μια φοντανιέρα γεμάτη σοκολατάκια “ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ, ΜΗ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ ΝΑ ΤΑ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕΤΕ, ΘΑ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΣΑΣ ΣΗΚΩΣΕΙ” πρέπει να ήταν η μάρκα τους, φαντάζομαι.

Η μαμά μου ήταν 4…5 ετών και δεν ήξερε από μάρκες, ψαχούλεψε και βρήκε το σακούλι που γέμιζε την φοντανιέρα.
Μαργαρίτες από μαύρη σοκολάτα “υγείας” και μπούκωσε δέκα στη ζούλα.
Σιγά μη δε τα μπούκωνε.
Έβαλε και στις τσέπες της, έβαλε και στο βρακί.
Αν μοιράζεσαι ΕΝΑ αυγό με την αδερφή σου κάθε δεύτερη εβδομάδα, ναι, θα βάλεις σοκολατάκια, αν βρεις, μέχρι και στη ρινική σου κοιλότητα.

Αλλά, ξέρεις κάτι; (Ξέρεις)
Η ζωή είναι αστεία, αν επιβιώσεις και οι σοκολατένιες μαργαρίτες ήταν της προγιαγιάς που είχε δυσκοίλια.
Ναι, τα σοκολατάκια είχαν καθαρτικό.
Η μαμά μου, περιέργως, δεν έπαθε τίποτα.
Ούτε ρουθούνι άνοιξε, ούτε παχύ έντερο.

Και τα “σοκολατάκια της ζωής μου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλα έχουν να κάνουν με “περιττώματα” και “καθάρσεις”.
Οι σχέσεις και οι φιλίες…

Έφαγα και υπήρξα κι εγώ, φαντάζομαι, σκατά με επικάλυψη σοκολάτας.
Είναι αναμενόμενο.
Όταν γνωρίζεις κάποιον, φοράς πάντοτε μια επικάλυψη:
Οι πολύ πληγωμένοι, οι ανασφαλείς, οι μυστικοπαθείς, φορούν μια κάλυψη άμυνας.
Ένα σκληρό περίβλημα να απωθήσει τους πάντες, ακόμη και με το ρίσκο να απωθήσουν και ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ πρόθεση να τους κάνουν κακό.
Οι πιο μυημένοι, ξέρουν πως το μεγαλύτερο κακό σου το κάνουν εκείνοι που δεν έχουν πρόθεση.
Τις πιο βαθιές πληγές τις έχουν ανοίξει τα λεγόμενα “καλά παιδιά” εκείνα που δεν φαντάζεσαι ότι είναι ικανά για φόνο.
Και τη χειρότερη αηδία και αποστροφή την δίνουν εκείνοι που θέλουν να περνάνε ως “καλά παιδιά”.
Η εικόνα του καλού παιδιού, του πληγωμένου ρομαντικού ποιητή, του καμπουριασμένου από τη ζωή οδοιπόρου, εκείνη η λαχταριστή, στα πεινασμένα για τρυφερότητα και αλήθεια, μάτια, είναι το σοκολατένιο περίβλημα.

Πόσες φορές δεν σου δόθηκε απλόχερα ένα σοκολατάκι και δάγκωσες, δάγκωσες και πίστευες πως θα φτάσεις σε μαλακή πραλίνα ή σε κρέμα με λικέρ, ίσως σε ένα ολόκληρο φουντούκι;
Πόσες φορές δάγκωσες με ανακούφιση, πεινασμένος, έφτασες στο κέντρο και γέμισε το στόμα σου σκατά;

Εγώ, πολλές φορές. Πέρασα από μεγάλες πείνες, κόλλησα τα μούτρα μου σε γυαλιστερές βιτρίνες, αγόραζα και δοκίμαζα τα σοκολατάκια που έπεφταν στην ανοικτή μου παλάμη. Καμιά φορά τρύπωναν στην τσέπη μου, τσαμπουκά. Μου ψιθύριζαν πως δεν θα χρειαστεί να ξαναπεινάσω αν δάγκωνα τη σάρκα τους. Μου έλεγαν πως φτιάχτηκαν με το καλύτερο κακάο του κόσμου, μύριζαν υπέροχα, δάκρυζαν μεθυστικά αρώματα αν τα άφηνα εκεί να στέκουν στην αναμονή μέχρι να ιδρώσει η σοκολάτα. Μου υπόσχονταν τα πάντα.

Έχω ακούσει τα πάντα, γιατί τα σκατά που ντύνονται σαν σοκολατάκια είναι ικανά για τα πάντα, αρκεί να σε λερώσουν. Όχι στο δέρμα, όχι, δεν τους φτάνει…αν ήταν έτσι θα κρύβονταν κάτω από ένα χαρτονόμισμα στο δρόμο και θα σε λέρωναν για το χαβαλέ.
Θεμιτό.

Τα “σκατολατάκια” είναι εκείνα που τόσο ναρκισσιστικά θέλουν να τα θυμάσαι για πάντα.
Γιατί η γεύση και η όσφρηση είναι το πιο καλό βαρκάκι στον ποταμό των αναμνήσεων.
Και επειδή απολαμβάνεις αργά και βασανιστικά τη σοκολάτα και μέχρι να φτάσεις στα σκατά έχεις ήδη μουδιάσει από την ευχαρίστηση για να αντιδράσεις.
Τα πιο έξυπνα σκατολατάκια έχουν διπλή και τρίδιπλη επικάλυψη.

Και κάπως έτσι, αποφάσισα μια μέρα να τρώω γρήγορα τα σοκολατάκια μου. Να δαγκώνω με μανία το περίβλημα, να ασθμαίνω να φτάσω στον σκατοπυρήνα τους μια ώρα αρχύτερα.
Όσο πιο λαχταριστό το σοκολατάκι, τόσο πιο γρήγορα δαγκώνω. Θέλω να δω γρήγορα, δεν έχω άλλο χρόνο για χάσιμο. Όλες οι βιτρίνες είναι γεμάτες σκατά με σοκολατένιο κέλυφος, ζω φτωχός και πεινασμένος και δεν κοιτάζω πια τα γυαλιστερά τους περιτυλίγματα.

Καμιά φορά αγοράζω. “Δε βαριέσαι” λέω, αν έχω χρόνο. Και πάλι τα ίδια.
Μέχρι και το αντίθετο δοκίμασα..
Βρήκα σκατά και τα δοκίμασα, μήπως τρώγοντας, βρω στον πυρήνα σοκολάτα.

Κάποτε, βρήκα ένα σοκολατάκι που δεν είχε σκατά μέσα και μου το έκλεψαν.
Και ξεκίνησε πάλι ο βαρετός κύκλος με τα σκατολατάκια.

Δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχα τέτοια τύχη ώστε να βρω κανονικό σοκολατάκι.
Δεν πίστευα πως μου αξίζει να έχω να σοκολατάκι ξανά, όταν τόσος κόσμος πεθαίνει τρώγοντας σκατολατάκια και δεν έχει νιώσει ποτέ αυτή την ηρεμία και την ηδονή της γέμισης με πραλίνα και φουντούκι.

Έχω κλάψει πολύ πάνω σε περιττώματα. Με το στόμα ανοιχτό να ξερνάω υποσχέσεις και όνειρα.
Η άμυνά μου δεν είναι να αλλάξω κι εγώ τη γέμισή μου με κάτι αηδιαστικό.
Η άμυνά μου δεν είναι να σταματήσω να δοκιμάζω.
Έχω ελπίδα και εμπιστοσύνη στη ζαχαροπλαστική.
Η άμυνά μου, έγινε απλά η αποδοχή ότι ο κόσμος είναι γεμάτος σκατολατάκια.
Και τρώω γρήγορα να φτάσω στα σκατά να τελειώνουμε.
Βιάζομαι, πάντα βιαζόμουν.
Και τώρα, δαγκώνω γρήγορα, σα μανιακή, να τελειώνουμε, δεν θέλω να τελειώνουμε, αλλά έτσι δείχνω.
Κι επειδή θέλω να είμαι δίκαιη, αφαιρώ μόνη μου την δική μου επικάλυψη να δεις ΟΛΑ τα δικά μου περιττώματα, για να φύγεις μια ώρα αρχύτερα, μη σου τρώω τον χρόνο σου.
Αναμαλλιασμένη, ασθμαίνοντας, γυρίζοντας το κουφάρι μου το μέσα έξω και δίνοντάς σου μεγεθυντικό φακό και μικροσκόπιο για να μην σου ξεφύγει τίποτα.
“Αυτή είμαι! Αυτά είναι τα χάλια μου! Δεν είναι απαίσια; Φύγε!”
Και γέρνω το κεφάλι μου σαν νεογέννητο κουτάβι, απορημένη…

ΕΣΥ..
Εσύ είσαι διαφορετικός..
Σου αρέσουν τα άντερά μου!
Σου αρέσουν οι μαύρες αποκρουστικές μου γλίτσες, αίματα, δάκρυα, περιττώματα..
Σου φαίνονται γυαλιστερά, όμορφα, χαριτωμένα!

Κι εσένα, τόσο καιρό που σε δαγκώνω με μανία, δεν έχω φτάσει ακόμη στον πυρήνα σου, αλλά ήδη βλέπω πως πρέπει να σταματήσω γιατί θα σπάσω τα δόντια μου…
Βλέπω κάτι πολύ σκληρό μέσα στο σοκολατάκι..
Βλέπω ένα διαμάντι.
Κλείνω το στόμα μου να μείνει πάντοτε εκεί.
Δεν θέλω να το καταπιώ, δεν μπορώ να το σπάσω…
Θέλω να το φορέσω στο λαιμό μου..
Εσύ τι θα κάνεις, άραγε, με τον δικό μου πυρήνα;