Το Σπίτι με τα Καλαμπόκια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο ντετέκτιβ Τζακ Κάρτερ, κάθισε σε ένα παγκάκι κάτω από ένα υπόστεγο, στον σταθμό τρένων του Λονδίνου, ακούμπησε τον σάκο στα πόδια του και περίμενε. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Σαν χθες του φαινόταν, όταν πριν από μερικά χρόνια, ετοιμαζόταν να ταξιδέψει και πάλι στο Μέλβιλ. Δεν πίστευε ποτέ πως θα χρειαζόταν να ξαναβρεθεί στο μικρό χωριό. Προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να ξεχάσει εκείνη την υπόθεση που τον είχε σημαδέψει﮲ εκείνη την υπόθεση που είχε γκρεμίσει την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε και του είχε αποκαλύψει έναν κόσμο που δεν πίστευε ποτέ ότι υπήρχε. Να όμως, που τα βήματά του και συγκεκριμένα η χάρη που χρωστούσε στον διοικητή Στίβεν Γουϊλιαμς, τον οδηγούσαν και πάλι εκεί. Αναστέναξε. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι του σταθμού. Έξι το απόγευμα. Από στιγμή σε στιγμή το τρένο θα έφτανε.

«Κυρίες και κύριοι», ακούστηκε από τα μεγάφωνα. «Σας ενημερώνουμε πως το δρομολόγιο για το Μέλβιλ δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί σήμερα. Ένας μεγάλος βράχος έπεσε σε ένα κομβικό σημείο κι έκλεισε τις γραμμές».

Ο Τζακ σηκώθηκε απότομα όρθιος και κοίταξε γύρω του. Μια ομάδα δέκα ατόμων που περίμεναν παραπέρα, άρχισαν να διαμαρτύρονται έντονα. Το Μέλβιλ ήταν μικρό χωριό, κι έτσι εκείνοι και ο Τζακ, πρέπει να ήταν οι μοναδικοί επιβάτες. Τους παρατήρησε προσπαθώντας να δει αν θα αναγνώριζε κάποιον, αλλά μάταια. Δεν θυμόταν κανέναν από αυτούς.

«Παρακαλώ!», φώναξε ένας άντρας κάπου κοντά του. «Όσοι θέλουν να πάνε στο Μέλβιλ, θα πρέπει να πάρουν το τρένο για το Γκάρβιλ να διανυκτερεύσουν στο χωριό και να συνεχίσουν από εκεί με το επόμενο δρομολόγιο».

Ο Τζακ προσπάθησε να διακρίνει ποιος είχε μιλήσει. Άνοιξε με κόπο δρόμο ανάμεσά στο πλήθος και βρέθηκε μπροστά σε έναν άντρα που έψαχνε με το βλέμμα του όσους ήθελαν να πάνε στο Μέλβιλ. Ήταν μάλλον περίεργα ντυμένος για σταθμάρχης. Φορούσε μπορντό γιλέκο, λευκό πουκάμισο, μαύρο παπιγιόν και παντελόνι. Καθώς μιλούσε, μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμπε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.

«Συγγνώμη», έκανε ο Τζακ, «Πώς είπατε ότι μπορούμε να πάμε στο Μέλβιλ;»

«Θα πάρετε το τρένο για το Γκάρβιλ, θα διανυκτερεύσετε και στη συνέχεια θα πάρετε από εκεί το δρομολόγιο για το Μέλβιλ».

«Δεν υπάρχει άλλο δρομολόγιο για Μέλβιλ από εδώ; Αύριο ίσως;»

«Δυστυχώς δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε αυτό. Το ατύχημα που συνέβη ήταν πολύ σοβαρό και δεν ξέρουμε πότε θα ανοίξει ο δρόμος για να περάσει το επόμενο τρένο. Αυτή τη στιγμή, ο πιο σίγουρος και γρήγορος τρόπος να φτάσετε στο Μέλβιλ είναι μέσω του Γκάρβιλ. Δεν θα πληρώσετε άλλο εισιτήριο φυσικά», βιάστηκε να τον διαβεβαιώσει.

«Ας είναι», υποχώρησε ο Τζακ. «Πότε φτάνει το τρένο για το Γκάρβιλ;»

«Σε λίγη ώρα. Θα σας φωνάξω».

Ο ντετέκτιβ ένευσε.

***

Η Βανέσα καθόταν σε ένα δερμάτινο σκαμπό, μπροστά από ένα στρογγυλό τραπέζι στρωμένο με ένα βελούδινο, μωβ κάλυμμα που έφτανε μέχρι το πάτωμα. Το μόνο φως που υπήρχε, προερχόταν από το πορφυρό κερί που βρισκόταν πάνω του. Η φλόγα του, ήταν κατακόκκινη, ακριβώς όπως και τα μαλλιά της. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Εκείνη τη στιγμή, μια μαύρη κουρτίνα που υπήρχε απέναντί της παραμέρισε κι ένας άντρας με λευκά μαλλιά και δέρμα και γαλανά μάτια ξεπρόβαλε. Δυνατές φωνές και ομιλίες ακούστηκαν για λίγο, αλλά σώπασαν μόλις η κουρτίνα επέστρεψε στη θέση της. Ο άντρας την πλησίασε.

«Βανέσα», χαμογέλασε κι έτεινε το χέρι προς το μέρος της.

Η κοπέλα το κοίταξε αδιάφορα αλλά δεν ανταπέδωσε την κίνηση.

«Damon HellWay», είπε απλά.

Εκείνος δεν φάνηκε να πτοείται. Κάθισε απέναντί της συνεχίζοντας να χαμογελάει. Δυο ποτήρια με βαθυκόκκινο υγρό εμφανίστηκαν πάνω στο τραπέζι. Ο Damon ύψωσε το δικό του. Η Βανέσα τον κοίταξε ψυχρά χωρίς να ανταποδώσει και πάλι. Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια.

«Τι θέλεις Damon;», τον ρώτησε αμέσως. «Γιατί με κάλεσες;»

«Θα μπορούσαμε να πιούμε κάτι πρώτα», ανασήκωσε τους ώμους. «Όχι;», ρώτησε όταν είδε το αγριεμένο βλέμμα της.

Τα δυο ποτήρια εξαφανίστηκαν μεμιάς.

«Ας είναι», αναστέναξε προσποιητά κι έσκυψε προς το μέρος της. «Σε κάλεσα, γιατί χρειάζομαι τη βοήθειά σου».

***

Ο μικρός Μπέντζαμιν περπατούσε σε έναν από τους χωματόδρομους του Μέλβιλ, σέρνοντας τα βήματά του. Τα σύννεφα σκόνης που σηκώνονταν στον διάβα του, κολλούσαν πάνω στο ιδρωμένο δέρμα του. Ο δυνατός, καλοκαιρινός ήλιος του απογεύματος του έκαιγε το σβέρκο. Κλώτσησε μια πέτρα με δύναμη και την παρακολούθησε καθώς κατρακυλούσε. Κάρφωσε το βλέμμα του στο σημείο που σταμάτησε, όταν μια ακτίνα φωτός τον έκανε να κλείσει ενοχλημένος τα μάτια. Τα άνοιξε δειλά – δειλά, ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Ο ήλιος, έπεφτε πάνω στη σιδερένια καμινάδα ενός σπιτιού. Ήταν το σπίτι με τα καλαμπόκια.

Το σπίτι αυτό, ήταν ένα απλό, ερειπωμένο χωριατόσπιτο, περιτριγυρισμένο από μια μεγάλη έκταση με καλαμπόκια. Δεν είχε τίποτα το τρομακτικό, κι όμως, όποιος περνούσε απέξω, ένιωθε ρίγη ανατριχίλας και άλλαζε αμέσως δρόμο. Πολλά παιδιά που είχαν τολμήσει να μπουν μέσα, ή έστω να πλησιάσουν, είχαν μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Η αστυνομία, δεν είχε καταφέρει να διαλευκάνει την υπόθεση ως τώρα. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού, πιστοί σε δοξασίες, μαντζούνια και μύθους, γρήγορα διέδοσαν τις φήμες πως ήταν στοιχειωμένο.

Ο Μπέντζαμιν κοντοστάθηκε για λίγο. Ίσως… ίσως αν μπορούσε να αποδείξει ότι πέρασε τη νύχτα εκεί, ίσως… ίσως να ανέβαινε στα μάτια της παρέας του. Ίσως ο Κίλιαν να σταματούσε να τον φωνάζει «κότα» μπροστά σε όλους. Ίσως…

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Άρχισε να προχωράει προς τα εκεί. Όσο πλησίαζε όμως, τα βήματά του επιβράδυναν, λες και κάτι προσπαθούσε να τον σταματήσει. Το πρόσωπο του Κίλιαν ζωντάνεψε μπροστά του.

«Είσαι δειλός Μπέντζαμιν! Είσαι κότα! Ούτε μέχρι την πόρτα δεν κατάφερες να φτάσεις!»

Φαντάστηκε εκείνον και την παρέα του να γελούν εις βάρος του και να τον κοροϊδεύουν. Φαντάστηκε το μυτερό πρόσωπό του και τα λεπτά σαν σχισμές μάτια του, που έμοιαζαν με καλικάντζαρου να λάμπουν με ικανοποίηση. Έσφιξε τις μικρές γροθιές του και τάχυνε το βήμα.

Έφτασε έξω από τη μεγάλη καγκελόπορτα και κοίταξε το τεράστιο χωράφι με τα καλαμπόκια. Ένα σκιάχτρο με κόκκινο καρό πουκάμισο και μπεζ παντελόνι, έστεκε στη μέση της έκτασης με τα χέρια απλωμένα. Τα άχυρα πετούσαν έξω από το αυτοσχέδιο καπέλο του. Ξαφνικά, το αγόρι χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να περάσει το βράδυ εκεί. Αρκούσε να κόψει μερικά φύλλα από τα καλαμπόκια και να πάρει άχυρα από το σκιάχτρο. Θα τους τα έδειχνε και θα τον άφηναν επιτέλους ήσυχο…

Έσπρωξε την πόρτα. Οι μεντεσέδες έτριξαν. Μπήκε στην αυλή και την άφησε να κλείσει απαλά πίσω του. Παντού γύρω του υπήρχαν καλαμπόκια. Περίεργο. Πριν που στεκόταν έξω φαίνονταν διαφορετικά. Τώρα έμοιαζαν σαν να είχαν ψηλώσει. Έδιωξε τις περίεργες σκέψεις από το μυαλό του. Αρκούσε μόνο να φτάσει μέχρι το σκιάχτρο, και να πάρει μερικά άχυρα και φύλλα. Μετά θα φρόντιζε να γυρίσει στο σπίτι του χωρίς να τον δει κανείς. Την επόμενη μέρα, θα καμωνόταν πως πέρασε τη νύχτα εκεί και θα τους έδειχνε τα αποκτήματά του για να τους πείσει.

Άρχισε να προχωράει. Τα λευκά παπούτσια του γέμισαν λάσπες. Το υγρό χώμα κολλούσε κάτω από τις σόλες του. Του έδινε την εντύπωση πως τα πόδια του βυθίζονταν στο έδαφος κι έπρεπε να καταβάλει κόπο για να τα σηκώσει και να κάνει το επόμενο βήμα. Τα φύλλα θρόιζαν καθώς περνούσε από δίπλα τους. Νόμιζε συνεχώς ότι άκουγε κάποιον να ψιθυρίζει. Όταν όμως σταματούσε για να αφουγκραστεί, επικρατούσε σιωπή. Πλησίαζε στο σκιάχτρο. Εκείνη τη στιγμή όμως, ένα κοράκι τον προσπέρασε πετώντας και κάθισε στον ώμο του. Τον κοίταξε με θράσος στα μάτια. Ο Μπέντζαμιν ξεροκατάπιε. Έμεινε ακίνητος. Το πουλί έσκυψε προς το μέρος του κι έκρωξε δυνατά. Το αγόρι έκανε ένα βήμα πίσω κι έπεσε στο έδαφος. Σηκώθηκε αμέσως. Τίναξε τα χέρια και το παντελόνι του. Ίσως δεν ήταν καλή ιδέα τελικά να πάρει άχυρα. Ίσως αρκούσαν μόνο τα φύλλα. Ναι, θα ήταν αρκετά αυτά. Έκανε μεταβολή και άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο. Ήταν πολύ απλό. Θα έφτανε δίπλα στην πόρτα, θα έκοβε μερικά φύλλα και θα έφευγε τρέχοντας. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Συνέχισε να προχωράει. Σε κάθε βήμα που έκανε, είχε την εντύπωση ότι τα πόδια του βούλιαζαν όλο και πιο βαθιά μέσα στη λάσπη. Είχε την εντύπωση, ότι τα φύλλα θρόιζαν ακόμα πιο δυνατά… πολύ πιο δυνατά… Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως αυτό που άκουγε τελικά δεν ήταν θρόισμα, αλλά ψίθυρος﮲ ένας ψίθυρος που ολοένα και δυνάμωνε﮲ ένας ψίθυρος, που καλούσε το όνομά του. Πανικοβλήθηκε. Δεν τον ενδιέφερε πλέον να κόψει φύλλα. Το μόνο που τον ένοιαζε, ήταν να φτάσει μέχρι την καγκελόπορτα και να φύγει από εκεί. Περπατούσε πλέον με δυσκολία, παλεύοντας με τη λάσπη που του «κατάπινε» τα πόδια. Ο ψίθυρος έγινε ακόμα πιο δυνατός. Του τρυπούσε το μυαλό. Τα πόδια του βυθίζονταν τώρα μέχρι το γόνατο. Σκόνταψε. Έπεσε κάτω. Το πρόσωπό του χώθηκε στις λάσπες. Οι ψίθυροι σταμάτησαν μεμιάς. Ο Μπέντζαμιν κράτησε την αναπνοή του. Ανασήκωσε το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν κλειστά. Καθάρισε τα βλέφαρα με τα δάχτυλά του και τα άνοιξε. Οι φυλλωσιές άρχισαν να κουνιούνται γρήγορα. Οι ψίθυροι επέστρεψαν ακόμα πιο δυνατοί. Και τότε, είδε τα φύλλα του καλαμποκιού που βρισκόταν μπροστά του, να ανοίγουν στη μέση. Τα είδε να παραμερίζουν. Εκείνο όμως που αποκάλυψαν, δεν ήταν καλαμπόκι. Ήταν το πρόσωπο ενός παιδιού﮲ ήταν το πρόσωπο ενός κοριτσιού που τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. Ο Μπέντζαμιν, την παρακολούθησε με φρίκη να ανοίγει το στόμα και να ουρλιάζει. Ούρλιαζε τόσο δυνατά που ένιωσε τα τύμπανά του να τρυπάνε. Ένιωσε το αίμα να του πλημμυρίζει τον εγκέφαλο και να βγαίνει μέσα από τα ρουθούνια του. Και μετά, ένιωσε δυο χέρια να τον τραβούν, να τον χώνουν μέσα στις φυλλωσιές και τα φύλλα των καλαμποκιών να τον τυλίγουν.

Λίγες ώρες αργότερα…

Το τεράστιο χωράφι με τα καλαμπόκια έστεκε κάτω από το γλυκό σούρουπο του καλοκαιριού. Μαύρα κοράκια βρίσκονταν πάνω στα ανοιχτά χέρια του σκιάχτρου κι έκρωζαν δυνατά. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Η Βανέσα πέρασε μέσα από τις φυλλωσιές. Το θρόισμά τους ήταν το μόνο που έσπαγε τη σιωπή. Έριξε μια ματιά στα πουλιά. Εκείνα σώπασαν αμέσως μόλις την είδαν. Κούνησαν τα φτερά τους πάνω κάτω και την παρακολούθησαν να κατευθύνεται προς το σπίτι. Τα ξύλινα σκαλιά της βεράντας έτριξαν κάτω από τα βήματά της. Οι ονειροπαγίδες που ήταν κρεμασμένες έξω από την πόρτα, κουνήθηκαν προσπαθώντας να διώξουν τους εφιάλτες μακριά. Το ένα κοράκι πέταξε και προσγειώθηκε στο κάγκελο. Έκρωξε με θράσος. Η Βανέσα το αγνόησε. Γύρισε το πόμολο και η πόρτα άνοιξε αμέσως.

Η μυρωδιά κλεισούρας ήταν διάχυτη σε όλο το σπίτι, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τη μυρίσει. Το σκοτάδι ήταν πυκνό, αλλά εκείνη μπορούσε να δει καθαρά. Μπορούσε να διακρίνει τις φιγούρες που αιωρούνταν﮲ εκείνες που κάθονταν στις σκονισμένες πολυθρόνες. εκείνες που κρέμονταν από το ταβάνι έχοντας περάσει αυτοσχέδια σκοινιά γύρω από τον λαιμό τους﮲ εκείνες που κείτονταν στο πάτωμα ενώ το αίμα τους είχε ποτίσει το παχύ, κόκκινο χαλί κι έτσι δεν καταλάβαινε κανείς ότι ήταν εκεί﮲ εκείνες που βρίσκονταν μέσα στην μπανιέρα πνιγμένες σε μια λίμνη αίματος﮲ κι εκείνες των οποίων τα σωθικά είχαν σαπίσει από το δηλητήριο που είχαν πιει.

Οι ψίθυροί τους ηχούσαν μέσα στα αυτιά της. Οι κραυγές τους ικέτευαν για λύτρωση, για σωτηρία. Κοντοστάθηκε για λίγο. Μπορούσε να τις νιώσει. Μπορούσε να αισθανθεί τον πόνο και την αγωνία τους. Μπορούσε να δει τις τελευταίες τους στιγμές. Μπορούσε να τις ζήσει… Προσπάθησε να αντισταθεί στο κάλεσμά τους. Ήταν τόσο γλυκό και ταυτόχρονα τόσο επικίνδυνο. Συνέχισε να προχωράει και τις προσπέρασε. Ανέβηκε στον επάνω όροφο. Το παχύ χαλί έκρυβε τους κόκκινους λεκέδες που βρίσκονταν από κάτω. Οι κλειστές πόρτες στις δυο πλευρές του διαδρόμου φύλαγαν μέσα τους μυστικά. Φύλαγαν φωνές και παιδικά γέλια που δεν πρόλαβαν ποτέ να ακουστούν. Φύλαγαν ευχές, που είχαν γίνει κατάρες και γύρισαν εναντίον όσων τις έστειλαν. Φύλαγαν, θρήνο, κλάμα και θλίψη﮲ ανείπωτη θλίψη που δεν θα έβγαινε ποτέ στην επιφάνεια. Έφτασε στο τέρμα. Μπροστά της, βρισκόταν μια σκονισμένη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα. Οι σανίδες από τα σκαλιά ήταν διαλυμένες. Έμοιαζε ετοιμόρροπη. Το θρόισμα από τα φύλλα των καλαμποκιών έφτασε στα αυτιά της σαν ψίθυρος. Τα άκουσε να καλούν το όνομά της. Η φωνή τους ήταν τόσο γλυκιά και το κάλεσμά τους τόσο ελκυστικό. Έκανε να τσιμπήσει το μπράτσο της για να συνέλθει, αλλά θυμήθηκε αμέσως πως δεν θα είχε αποτέλεσμα. Δεν θα μπορούσε να το νιώσει.

Ανέβηκε στη σοφίτα﮲ στο μέρος όπου ξεκίνησαν όλα: εκεί όπου είχε ειπωθεί η κατάρα, κι είχε εξαπλωθεί μέσα στο σπίτι και στο χωράφι όπως κυλάει το δηλητήριο στις φλέβες﮲ εκείνη η κατάρα, που κρατούσε όλες τις βασανισμένες ψυχές παγιδευμένες, καταδικασμένες να προσπαθούν μάταια να τραφούν από όποιον τολμούσε να εισβάλει στην ιδιοκτησία τους. Κι εκεί, από όπου είχε ξεκινήσει η κατάρα, εκεί έπρεπε και να τελειώσει.

Στάθηκε στο παράθυρο και κοίταξε το χωράφι με τα καλαμπόκια. Έμοιαζαν τόσο όμορφα, τόσο ακίνδυνα, τόσο αθώα, όπως τα παιδιά που είχαν αρπάξει και θα συνέχιζαν να αρπάζουν αν δεν έκανε κάτι για να τα σταματήσει. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να αποβάλει τις αμφιβολίες. Όταν τα άνοιξε, η αποφασιστικότητα ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπό της. Κοίταξε και πάλι τα καλαμπόκια. Προσπάθησε να τους μιλήσει. Προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους. Και τότε τα είδε. Τα είδε να στρέφονται προς το μέρος της και να την αναγνωρίζουν. Τα είδε να ανοίγουν τις φυλλωσιές τους και να της δείχνουν τη φρίκη που έκρυβαν μέσα τους: κενά, παιδικά βλέμματα﮲ ορθάνοιχτα στόματα σε ένδειξη ουρλιαχτού﮲ λευκά πρόσωπα με τις φλέβες να διαγράφονται πάνω τους. Και τα άκουσε να της μιλούν. Τα άκουσε να την καλωσορίζουν.

«Τότε», της είχε πει. «Τότε που το σπίτι θα νιώσει ασφαλές. Τότε που θα αναγνωρίσει τον αφέντη του και δεν θα χρειάζεται να προστατεύσει τον εαυτό του. Τότε θα το κάνεις».

Έβγαλε ένα σπίρτο. Το έτριψε πάνω στον ξύλινο τοίχο. Εκείνο άναψε μεμιάς. Η φωτιά ξέσπασε αμέσως. Τύλιξε τους τοίχους, τα πατώματα, την οροφή. Απλώθηκε σε όλο το σπίτι. Οι φλόγες, είχαν το ίδιο, κόκκινο χρώμα με τα μαλλιά της. Είχαν το ίδιο, κόκκινο χρώμα με το κερί στο τραπέζι του Damon﮲ το ίδιο χρώμα με το ποτό που της είχε προσφέρει και είχε αρνηθεί να πει: το χρώμα του αίματος. Και μετά, απλώθηκαν και στο χωράφι. Κραυγές πόνου και ουρλιαχτά ακούστηκαν﮲ κλάματα παιδιών, σπαραγμοί μεγάλων. Και στο τέλος δεν έμεινε τίποτα από το σπίτι με τα καλαμπόκια﮲ Μόνο ερείπια και μισογκρεμισμένοι τοίχοι. Μόνο στάχτη…

Την επόμενη μέρα…

Ο Τζακ ήταν ξάγρυπνος. Μόλις είχε φτάσει στο Μέλβιλ με το τρένο που είχε πάρει τελικά από το Γκάρβιλ. Έριξε το σακίδιο στην πλάτη και κοίταξε γύρω του. Όλα του φαίνονταν τόσο γνώριμα. Το ζεστό και ξηρό κλίμα που έκανε τα ρούχα να κολλούν ενοχλητικά πάνω στο δέρμα του και τον ήλιο να τον καίει και να τον τυφλώνει σε σημείο που δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει χωρίς μαύρα γυαλιά και καπέλο, δεν είχε αλλάξει καθόλου. Αν ο διοικητής Γουίλιαμς δεν τον είχε παρακαλέσει να τον βοηθήσει να διαλευκάνει τις εξαφανίσεις των παιδιών που συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό, δεν θα βρισκόταν εκεί αυτή τη στιγμή.

«Ας είναι», σκέφτηκε.

Ήθελε όσο τίποτα να πάει στο πανδοχείο, να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί, αλλά το αστυνομικό του δαιμόνιο δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε, τα περισσότερα παιδιά είχαν θεαθεί να μπαίνουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο σπίτι. Και να μην βγαίνουν ποτέ ξανά. Έπρεπε πρώτα λοιπόν, να δει από κοντά το περιβόητο σπίτι με τα καλαμπόκια. Γνώριζε το Μέλβιλ σαν την παλάμη του χεριού του. Δεν του ήταν δύσκολο λοιπόν να προσανατολιστεί και να καταλάβει ποιον δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει. Μόνο που όταν έφτασε στον προορισμό του, βρέθηκε μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη. Όλη η έκταση είχε γίνει στάχτη. Από το σπίτι, είχαν μείνει μόνο ερείπια. Ένας γέρος στεκόταν μέσα στο χωράφι που άλλοτε πρέπει να βρίσκονταν τα καλαμπόκια. Τα ροζιασμένα δάχτυλά του, κρατούσαν σφιχτά μια μαγκούρα με την οποία σκάλιζε το έδαφος. Ο Τζακ είχε την εντύπωση ότι κάπου τον είχε ξαναδεί, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πού.

«Τίποτα!», βόγκηξε. «Δεν έμεινε τίποτα».

«Συγγνώμη, τι συνέβη εδώ;», ρώτησε ο ντετέκτιβ.

Εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος του.

«Εσύ τι λες νεαρέ;», έκανε ενοχλημένος ο γέρος και τον πλησίασε κουτσαίνοντας. «Κάηκαν όλα! Όλα!», ξέσπασε και σήκωσε τη μαγκούρα του προς τον ουρανό.

Την κατέβασε όμως αμέσως, καθώς κόντεψε να χάσει την ισορροπία του και στηρίχθηκε πάνω της.

«Πότε έγινε αυτό;», ρώτησε ο Τζακ.

«Χθες το βράδυ», είπε κοφτά ο γέρος.

«Χθες…», σκέφτηκε.

Αν δεν είχε συμβεί το ατύχημα με το τρένο θα είχε προλάβει.

«Δικό σας ήταν το χωράφι;»

«Όχι».

«Μάλιστα», έκανε ο Τζακ. «Είχατε δει ποτέ παιδιά να μπαίνουν εδώ μέσα;»

«Α… κατάλαβα! Κατάλαβα! Είσαι κι εσύ από αυτούς που ψάχνουν τα παιδιά ε;»

«Γνωρίζετε κάτι για τα παιδιά;», τον ρώτησε αμέσως.

«Ξέρεις τι έλεγαν γι΄ αυτό το σπίτι νεαρέ;», ανταπέδωσε την ερώτηση και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό του.

Ο Τζακ μύρισε την άσχημη ανάσα του. Έκανε ενστικτωδώς ένα βήμα προς τα πίσω.

«Πριν πολλά χρόνια, ζούσε μια γυναίκα σε αυτό το σπίτι. Ήταν μοναχική και παράξενη. Γρήγορα κυκλοφόρησε η φήμη πως ήταν μάγισσα. Οι κάτοικοι του χωριού λοιπόν, έψαχναν τρόπο να την ξεφορτωθούν. Δεν ήθελαν να την κάψουν, καθώς πίστευαν πως πολλές μάγισσες υποκρίνονταν ότι καίγονται μπροστά τους και μετά γλίτωναν. Μια μέρα λοιπόν, την ξεγέλασαν, ότι τάχα ήθελαν να της ζητήσουν συγγνώμη για την απότομη συμπεριφορά τους, και την κάλεσαν να φάει μαζί τους. Εκείνη δέχτηκε. Μέσα στο πιάτο της όμως, είχαν ρίξει δηλητήριο. Εκείνη πέθανε με φριχτούς πόνους. Λίγο πριν ξεψυχήσει όμως, καταράστηκε όποιον μένει σε αυτό το σπίτι να τρελαίνεται και τελικά να πεθαίνει. Κι έτσι συνέβαινε. Όσοι κατοικούσαν σε αυτό το σπίτι αυτοκτονούσαν με τον χειρότερο τρόπο. Έμεινε άδειο για πολύ καιρό. Μέχρι πριν δυο χρόνια, που μετακόμισε εδώ ο Γκάρετ Μάθιους μαζί με τη γυναίκα του Σίνθια και τα δυο παιδιά τους: τον Τζον και τη Λίνσι. Ο Γκάρετ λοιπόν, άρχισε να αποκτά μα περίεργη εμμονή με τα καλαμπόκια. Τα  φύτεψε σε όλο το χωράφι. Λένε πως άκουγε φωνές που του υπαγόρευαν τι να κάνει. Και όταν εκπλήρωσε τον σκοπό του, σκότωσε τη γυναίκα του, και τα παιδιά του. Τότε το αίμα τους, πότισε το χωράφι, τα καλαμπόκια ζωντάνεψαν και άρπαξαν τα νεκρά σώματα των παιδιών του. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, προσπάθησε να καταστρέψει το σπίτι, όπως είχαν κάνει κι άλλοι, αλλά εκείνο μπορούσε να προστατευτεί. Τον έστρεψε εναντίον του ίδιου του του εαυτού, όπως τον είχε στέψει εναντίον και της οικογένειάς του, και αυτοκτόνησε σαν όλους τους άλλους πριν από αυτόν…», επανέλαβε αργόσυρτα. «Από τότε, όποιο παιδί τολμούσε να περάσει το κατώφλι δεν έφευγε ποτέ. Το άρπαζαν τα καλαμπόκια. Αν λοιπόν ήρθες να ψάξεις τα παιδιά, λυπάμαι πολύ αλλά δεν θα τα βρεις», κατέληξε και ανασήκωσε τα φρύδια.

Ο Τζακ έμεινε για λίγο σκεπτικός.

«Τώρα όμως», συνέχισε ο γέρος, «η κατάρα έσπασε! Το αναθεματισμένο μέρος κάηκε!»

«Συγγνώμη», άρχισε ο ντετέκτιβ, «αλλά είχα την εντύπωση ότι στεναχωρηθήκατε που κάηκε».

«Χα χα!», έκανε ο γέρος και σήκωσε και πάλι τη μαγκούρα του προς τον ουρανό. «Τρελός είσαι;!»

Έκανε μεταβολή κι άρχισε να απομακρύνεται. Ο Τζακ κοίταξε τα χαλάσματα. Έκανε να φύγει, όταν ένιωσε έντονα την αίσθηση πως κάποιος τον κοιτούσε. Γύρισε απότομα. Του φάνηκε πως είδε να ξεπροβάλει κάποιος πίσω από ένα τοίχο. Κάποιος, ή μάλλον κάποια, που είχε κόκκινα μαλλιά. Όταν όμως κοίταξε καλύτερα, δεν βρισκόταν κανείς εκεί.

«Θα μπορούσε να ήταν η…», έκανε μια σκέψη αλλά την έδιωξε απότομα με μια κίνηση του χεριού του.

Το μυαλό του, του έπαιζε παιχνίδια ξανά. Πάλι νόμιζε ότι την έβλεπε. Και πάλι, δεν ήταν εκεί. Έσφιξε τις γροθιές του και άρχισε να απομακρύνεται.

Η Βανέσα στεκόταν πίσω από έναν μισογκρεμισμένο τοίχο και τον παρακολουθούσε.

«Τα κατάφερες», άκουσε μια φωνή.

Γύρισε απότομα. Ο Damon στεκόταν πίσω της.

«Εσύ», έκανε κοφτά.

Εκείνος την πλησίασε.

«Τα κατάφερες Βανέσα. Έλυσες την κατάρα».

«Ακόμα όμως δεν έχουμε τελειώσει εμείς οι δυο έτσι δεν είναι;», τον ρώτησε ψυχρά.

Ο Damon την κοίταξε έντονα στα μάτια.

«Πίστεψέ με δεν μου αρέσει αυτό που κάνω. Δεν έχω όμως άλλη επιλογή».

«Δεν έχεις;», τον ειρωνεύτηκε.

«Υπέγραψες ακούσια μια συμφωνία μαζί μου Βανέσα, με αυτό που είχες κάνει. Λυπάμαι αλλά έτσι είναι», της είπε όταν είδε το νευριασμένο βλέμμα της.

«Μια συμφωνία που έχεις τη δύναμη να σπάσεις».

«Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά ακόμα σε χρειάζομαι».

«Ως πότε Damon;», ξέσπασε εκείνη. «Τώρα τελευταία, έχεις γίνει πονόψυχος. Αφήνεις υποψήφια θύματά σου να γλιτώσουν, λύνεις κατάρες, γιατί δεν κάνεις κάτι και για τη δική μας συμφωνία λοιπόν;»

Εκείνος πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της. Τα χείλη του σχεδόν άγγιξαν το μάγουλό της. Ήταν τόσο παγωμένα, που ακόμα κι εκείνη μπορούσε να τα νιώσει. Της ψιθύρισε στο αυτί:

«Γιατί ακόμα χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Όπως τώρα. Η γυναίκα που καταράστηκε αυτό το μέρος, ήταν πρόγονή σου. Μόνο εσύ λοιπόν μπορούσες να σπάσεις την κατάρα. Μόνο εσένα θα αναγνώριζε το σπίτι σαν αφέντη και δεν θα σου αντιστεκόταν. Αλλιώς δεν θα σε άφηνε να το καταστρέψεις».

«Κι όλα αυτά, με απόλυτη εχεμύθεια σωστά;», ειρωνεύτηκε εκείνη. «Αλήθεια πού είναι ο ‘συγγραφέας’ σου;»

«Άρχισε να ρωτάει πολλά», απάντησε κοφτά εκείνος. «Τιμωρείται. Για να βάλει μυαλό».

Η κοπέλα ανασήκωσε τα φρύδια.

«Εις το επανιδείν Βανέσα», της είπε ήρεμα και άρχισε να απομακρύνεται.

Εκείνη κοίταξε γύρω της την καμένη έκταση. Κανένα παιδί δεν θα κινδύνευε πια. Και ο Τζακ αργά ή γρήγορα, όταν δεν θα μπορούσε να λύσει την υπόθεση, θα έφευγε μακριά από εκεί. Κι έτσι δεν θα κινδύνευε ούτε εκείνος. Αυτά, ήταν τα μόνα που είχαν σημασία.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook