Το στενάκι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μούσκεμα! Από την κορυφή ως τα νύχια! Και τα ψώνια που κουβαλούσε, και αυτά μούσκεμα! Ήταν γνωστή η μικρή πόλη που έμενε για τις βροχές της, όμως το σημερινό ήταν άλλο πράγμα! Ψυχή στο δρόμο και μόνη αυτή να τρέχει –μούσκεμα – με τα ψώνια στο χέρι. Μόνο δύο ανθρώπους συνάντησε απέναντι από το σπίτι της, που κουβέντιαζαν κάτω από τις ομπρέλες τους.

Στέγνωσε ότι ήταν να στεγνώσει , άλλαξε και τα βρεγμένα ρούχα και έπιασε να τακτοποιεί τα ψώνια. Από το παράθυρο της κουζίνας είδε, ότι οι δύο άνθρωποι-ένας άντρας και μια γυναίκα- στέκονταν ακόμη στο πεζοδρόμιο και κουβέντιαζαν παρά τη βροχή που συνέχιζε. «Παλάβωσε ο κόσμος» σκέφτηκε κι ύστερα συνέχισε τις δουλείες της.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε με βαριά συννεφιά. «Πάλι θα βρέξει» σκέφτηκε. Μπαίνοντας στο σπίτι μετά τη δουλειά είδε πάλι τους χτεσινούς –τον άντρα και τη γυναίκα- να κουβεντιάζουν στο πεζοδρόμιο. Ήταν σίγουρη ότι ήταν οι ίδιοι. Το παράθυρο της κουζίνας που έβλεπε στο στενάκι της επέτρεπε να διακρίνει τις λεπτομέρειες, που της έδιναν αυτή τη σιγουριά. Σήμερα δεν έβρεχε, δεν κρατούσαν ομπρέλες. Η γυναίκα μελαχρινή σγουρομάλλα, ο άντρας είχε αρχίσει να γκριζάρει. Δεν τους γνώριζε. Περίεργο για την μικρή πόλη που ζούσε από μικρή και που η τύχη την έφερε να ζει πάλι και να εργάζεται σε αυτή. Δασκάλα ήταν. Δουλειά ιδανική αν έχεις οικογένεια, αλλά σαν βάσανο ο ελεύθερος χρόνος που σου αφήνει όταν ζεις μόνος. Όπως αυτή.

Τις μέρες που ακολούθησαν έβλεπε τον άντρα και τη γυναίκα σχεδόν κάθε μέρα. Σχεδόν την ίδια ώρα, σχεδόν στο ίδιο σημείο. Το ίδιο και την επόμενη και τη μεθεπόμενη εβδομάδα και μήνες μετά. Τους έβλεπε πάντα, την ώρα που επέστρεφε από τη δουλεία, νωρίς το μεσημέρι. Ποτέ απόγευμα, ποτέ βράδυ και πάντα καθημερινές. Ποτέ Σαββατοκύριακα ή γιορτές. Η γυναίκα ερχόταν πάντα ντυμένη προσεκτικά. Αυτόν άλλοτε τον έβλεπε με σακάκι και πουκάμισο και άλλοτε με φόρμες αθλητικές. Τους έβλεπε να κουβεντιάζουν χαμογελώντας ο ένας στον άλλο. Κοιτάζονταν στα μάτια. Δεν αγγίζονταν ποτέ! Ούτε μια χειραψία! Κάποιες φορές έπιανε τις ματιές που έφευγαν τριγύρω με αγωνία. Από τις ματιές αυτές κατάλαβε ότι κάτι έκρυβαν. Από τα χαμόγελά τους μόλις συναντιόνταν και το πώς κοιτάζονταν στα μάτια, από κάποια αγγίγματα που κόβονταν πριν ολοκληρωθούν, κατάλαβε ότι ήταν ερωτευμένοι.

Άρχισε να παίρνει σχήμα η ιστορία τους στο μυαλό της. Ένας άντρας και μια γυναίκα ούτε νέοι, ούτε ιδιαίτερα εμφανίσιμοι , στην ηλικία που ο άνθρωπος θα πει «δεύτερη ζωή δεν έχει». Προφανώς ερωτευμένοι, προφανώς χαρούμενοι με τη συνάντηση , προφανώς κατηφείς όταν αυτή τελείωνε μετά από λίγα λεπτά πάντα, ποτέ κάτι παραπάνω. Προφανώς συναντιόνταν στο στενάκι έπειτα από συνεννόηση όμως γιατί έτσι;  Γιατί εκεί; Τους κοίταζε από το παράθυρο που έβλεπε  στο στενάκι και τα ερωτηματικά έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Της έγινε η αγαπημένη συνήθεια και μάλιστα την περίμενε και στεναχωριόταν αν το ζευγάρι (ε ναι ήταν ζευγάρι) δεν εμφανίζονταν κάποια μέρα. 

Ένα απόγευμα συνάντησε τον άντρα μακριά από το στενάκι. Για ένα λεπτό κοίταζαν την ίδια βιτρίνα. Ένα κορίτσι δίπλα του τον φώναξε «μπαμπά» και ύστερα από λίγο φώναξε «μαμά» την γυναίκα που στεκόταν παραπέρα. Και δεν ήταν η γυναίκα του στενού!!! «Ώστε αυτό ήταν!»

Άφησε τη βιτρίνα και περπάτησε γρήγορα προς το σπίτι της . Ώστε είχε οικογένεια!, Και η μελαχρινή γυναίκα; Άραγε το ξέρει; Κι αν είναι και εκείνη παντρεμένη; Τώρα κολλούσαν όλα! Γι’ αυτό οι ολιγόλεπτες συναντήσεις στο στενάκι! Γι’ αυτό δεν αγγίζονταν ποτέ! Γι’ αυτό οι γεμάτες αγωνία ματιές τριγύρω!

Την επόμενη μέρα ήταν πάλι εκεί! Τους έβλεπε να κουβεντιάζουν χαμογελώντας ο ένας στον άλλο. Η ιστορία τους ολοκληρώθηκε στο μυαλό της. Δύο άνθρωποι που στην ωριμότητα, τους ξανασυνάντησε ο έρωτας. Λένε ότι ο έρωτας στην ωριμότητα είναι πιο συνειδητός και πιο απόλυτος από ποτέ και αυτοί φαίνονταν αποφασισμένοι να τον ζήσουν. Τον ζούσαν κιόλας! Η παλιά τους ζωή όμως ήταν εκεί, δεν μπορούσαν να την αφήσουν και φρόντιζαν να εκτεθούν όσο το δυνατό λιγότερο. Γι’ αυτό βρίσκονταν στο στενάκι , όπου σπάνια περνούσε κόσμος. Δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν όμως φαντάζονταν λόγια όλο τρυφερότητα και προσμονή για μια συνάντηση μακριά από τα βλέμματα του κόσμου. Και μετά χαιρετιόνταν τραβώντας σε διαφορετικές κατευθύνσεις ο καθένας, με το χαμόγελο να έχει σβήσει.

Τους είχε αθωώσει ήδη, τους παράνομους, όπως θα έλεγαν οι περισσότεροι. Τους θαύμασε όμως και τους ζήλεψε για το θάρρος να το ζήσουν ξανά και να μην αφήσουν την ευκαιρία για τον πιο αληθινό έρωτα να πάει χαμένη, όπως είχε κάνει αυτή πριν από κάποια χρόνια.  

Το στενάκι συνέχισε να έχει τους επισκέπτες του για δυο-τρία χρόνια ακόμα. Άρχισαν να αραιώνουν οι συναντήσεις όμως αυτή πάντα τις περίμενε με ανυπομονησία. Έτυχε μάλιστα να τους συναντήσει και έξω από αυτό δύο ή τρεις φορές. Και τους χαμογέλασε-συνωμοτικά ήθελε να πιστεύει. Σαν να ήθελε να τους πει «ξέρω! Είμαι μαζί σας!»  Ώσπου κάποτε κατάλαβε ότι σταμάτησαν οριστικά. Δεν ήθελε  να πιστέψει ότι το «ζευγάρι της» χώρισε. Προτιμούσε την εκδοχή ότι συναντιόνταν σε άλλο σημείο για να κουβεντιάζουν χαμογελώντας ο ένας στον άλλο   μακριά από τον πολύ κόσμο.

Ελένη Κιριζίδου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook