Το σπίτι είναι γεμάτο κόσμο. Τους περισσότερους τους ξέρω αλλά, είναι μερικοί που τους βλέπω πρώτη φορά. Ίσως είναι από το χωριό. Μερικοί μπορεί να είναι φίλοι των κοριτσιών. Φίλοι. Ποτέ δεν είχα τέτοιους. Και, προφανώς, ποτέ δεν ήθελα να έχω. Γιατί ήξερα ότι κανείς δεν θα με ήθελε για φίλο του.

Στο σαλόνι με έχουν βάλει, ξαπλωμένο μέσα στο επενδυμένο με σατέν φέρετρο μου. Μου. Τελευταία ιδιοκτησία. Οι γυναίκες ένα γύρω, μεγάλες οι περισσότερες, μοιρολογούν. Μερικές ψιθυρίζουν, κάποιες άλλες φωνάζουν, πιάνουν κάτι κρεσέντα υστερικά και μετά ξανά ηρεμούν. Μαυροφορεμένες, με τα τσεμπέρια σφιχτά δεμένα πάνω στα αραιά, άσπρα μαλλιά τους. Η κυρά Φωτεινή του Τάκη, κλαίει στο μαντήλι της. Θυμάται τα δικά της. Δύο παιδιά έθαψε. Και τα δύο μικρά. Κλαίει για μένα, το ξέρω, με αγαπούσε αλλά κλαίει για τον εαυτό της περισσότερο. Τα παιδιά της τα έχει κλάψει αρκετά, φτάνει. Η Μαρίκα του Βασίλη χτυπάει το στήθος της και ουρλιάζει. Η δουλειά της είναι στο κάτω κάτω. Ίσως και να μην λυπάται και τόσο ειλικρινά όσο θα ήθελε αλλά, μπορείς να την κατηγορήσεις;

Κι εσύ μάνα; Εσύ κάθεσαι βουβή. Φοράς το μαύρο σου φουστάνι, το καλό, της Κυριακής, έχεις τα μαλλιά σου πιασμένα κότσο μα τσεμπέρι δε φοράς. Ποτέ δεν φόρεσες. Και σ’ αγαπούσα γι’ αυτό. Άφηνες ξέπλεκα τα μαλλιά σου και σου τα χάιδευε ο πατέρας. Κι εμείς κρυφογελούσαμε όταν βλέπαμε αυτήν την τρυφερότητα που, στα παιδικά μας μάτια έμοιαζε, ένοχη, απαγορευμένη. Κάθεσαι βουβή και με κοιτάζεις. Η καρέκλα σου είναι πιο μπροστά από των υπολοίπων, κοντά μου, για να με χαϊδεύεις. Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να χαϊδεύω τα μαλλιά σου μέχρι να τελειώσει όλο αυτό. Να σε παρηγορώ όπως έκανες εσύ όταν ήμουν μικρός. Θυμάσαι που σε φώναζα τα βράδια κι έτρεχες να με πάρεις αγκαλιά; Που μου χάιδευες τα μαλλιά μου, με κουνούσες στην αγκαλιά σου και μου έλεγες να μη φοβάμαι; Φοβόμουν, όμως. Τους δράκους. Και σε έβαζα μες στη νύχτα να ψάχνεις έξω από το παράθυρο μου μην τυχόν και πετάει κανένας. Κι εσύ έψαχνες κι έψαχνες και δεν τους έβλεπες. Και με καθησύχαζες, ότι πάει, έφυγαν, άντε να κοιμηθώ. Κι άκουγα τον πατέρα να σου λέει ότι με κακομαθαίνεις με τις τόσες αγκαλιές. Και φοβόμουν μην και συμφωνήσεις κάποια φορά και σταματήσεις να τους διώχνεις.

Πάντα είχα δράκους να φοβάμαι, μάνα. Το παιδικό μυαλό μου τους έφτιαχνε τρομαχτικούς, μαύρους, με τεράστια φτερά και κοφτερά δόντια. Με κυνηγούσαν για να με αρπάξουν, να με πάρουν μακριά από σένα και τον πατέρα και τις αδερφές μου. Θυμάσαι που ήθελα να γίνω πιλότος; Να πετάω, να μπορώ να τους ξεφύγω, αυτό ήθελα, μάνα. Να μη φοβάμαι.

Έχουν στηθεί πηγαδάκια και μουρμουρίζουν, περίλυποι και σοβαροί, όπως αρμόζει σε μια κηδεία. Ανακοπή. Τον πρόδωσε η καρδιά του. Κρίμα, νέος άνθρωπος, ούτε 40 δεν ήταν. Κουνούν τα κεφάλια τους στοχαστικά. Τι είναι η ζωή. Μόνο που κάνουν λάθος. Δεν τα ξέρουν καλά τα πράματα. Κατηγορούν την καρδιά μου ότι με πρόδωσε αλλά, δεν ξέρουν πως ήμουν εγώ ο προδότης. Εγώ την πρόδωσα και, μαζί μ’ εκείνη, εσένα, τον πατέρα, τα κορίτσια. Ήθελα να πετάω, βλέπεις. Και διάλεξα το άλλο πέταγμα, το εύκολο, το πέταγμα του μυαλού. Πόσες φορές με παρακάλεσες να φύγω, να πάω σε μια κλινική, να τον διώξω τον δράκο που διάλεξα να με κυνηγάει, τον ασχημότερο, τον πιο ύπουλο, τον πιο φονικό από όλους. Έφυγα, μάνα, το έκανα για σένα. Η τελευταία φορά, σου το είπα, θυμάσαι; Αν δεν τα καταφέρω, ξεγράψτε με. Μα τα κατάφερα, μάνα. Το ήξερες κι εσύ, το έβλεπες. Άλλαξα, ηρέμησα, έγινα άλλος, αυτός που θα μπορούσα να είμαι αν εξ αρχής δεν είχα αποφασίσει να ενδώσω στο ανελέητο κυνηγητό του δράκου μου. Έβαλα τάξη στη ζωή μου και σε είδα – πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια – να χαμογελάς πραγματικά.

Τον πρόδωσε η καρδιά του. Αλλά εσύ ξέρεις, μάνα. Όταν γύρισες από το χωριό και με βρήκες άσπρο και παγωμένο. Όταν ακουμπήσεις το χέρι σου στο δικό μου. Όταν χάιδεψες την τρύπα στον αγκώνα μου. Όταν δεν βρήκες σύριγγα και μακαρόνι δίπλα μου. Όταν έκλαψες, χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου και μου είπες να μη φοβάμαι γιατί πάει, έφυγε ο δράκος, άντε να κοιμηθώ. Εσύ ξέρεις. Ξέρεις ότι από αυτούς τους δράκους, μάνα, δεν φεύγεις. Σε «φεύγουν» γιατί ξέρεις πια, γιατί ξέρεις πολλά.

«Σιωπή».

Οι μοιρολογίστρες έπαψαν το τραγούδι τους. Τα πηγαδάκια βουβάθηκαν. Οι ανάσες τρεμούλιασαν. Κι απόμειναν όλοι να σε κοιτούν να προσπαθείς να ακούσεις, μέσα στη σιωπή που επέβαλες, τα φτερά μου να πεταρίζουν καθώς πετάω για το τελευταίο μου, πια, ταξίδι.
Καλή αντάμωση.