Το σωτήριο λάθος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Εκατομμύρια ελεύθεροι άντρες! Με τον παντρεμένο πήγες και έμπλεξες;»

«Θα χωρίσει μαμά. Μου το υποσχέθηκε»

«Παιδιά έχει;»

«Δύο»

«Σιγά μη χωρίσει! Αλλά και να το κάνει, τόσο το χειρότερο! Εσένα η συνείδησή σου θα είναι καθαρή; Θα ’θελες να είχε μπει μία άλλη γυναίκα ανάμεσα σε μένα και τον μπαμπά σου και να διέλυε την οικογένειά μας; Σου αρέσει να είσαι πρώτα η ερωμένη και στη συνέχεια η αντροχωρίστρα; Δεν ντρέπεσαι καθόλου για την επιλογή σου; Εδώ ντρέπομαι εγώ που είμαι μάνα σου! Όχι, Ευδοκία. Δεν το δέχομαι! Αν μπεις ανάμεσα σ’ αυτή την οικογένεια, εμένα να με ξεγράψεις! Λέγε ποιος είναι! Τον ξέρω;»

Τη γη έχασε κάτω από τα πόδια της η Σεβαστιανή μόλις η κόρη της τής αποκάλυψε την ταυτότητα του παντρεμένου εραστή της.

«Τι είπες τώρα; Να διακόψεις άμεσα, μ’ ακούς!», τη διέταξε σχεδόν η μητέρα της.

«Μαμά είμαι…», ψέλλισε βουρκωμένη και με κατεβασμένο το κεφάλι η Ευδοκία.

«Εμ, το είχα καταλάβει! Το πακέτο με τις σερβιέτες στο ντουλάπι του μπάνιου είναι άθικτο μήνες τώρα!», σχολίασε κουνώντας επικριτικά το κεφάλι της και σταυρώνοντας τα χέρια της η Σεβαστιανή. Την κόρη της πάντως δεν τη σταύρωσε. Ούτε τις φωνές τις έβαλε, ούτε την αποπήρε. Μπορεί να της μίλησε αυστηρά λίγη ώρα πριν, αλλά τα δεδομένα είχαν πλέον αλλάξει. Τώρα πια υπήρχε ένα αγέννητο παιδί που χρειαζόταν προστασία. Η Σεβαστιανή βέβαια δεν ξέχασε και τα άλλα δύο παιδιά του λεγάμενου, που κι αυτά είχαν ανάγκη από ασφάλεια.

Άντε να βρεις την ισορροπία σε μία τόσο μπερδεμένη κατάσταση!

Το ένστικτο της Σεβαστιανής αποδείχτηκε για άλλη μια φορά αλάνθαστο. Ο μορφονιός όχι μόνο αρνήθηκε να χωρίσει τη γυναίκα του αλλά έδιωξε κακήν κακώς και την Ευδοκία. Ουδεμία σχέση ήθελε να έχει μ’ αυτή και το παιδί. Κεραμίδα της ήρθε της Ευδοκίας! Πού πήγαν τα λόγια αγάπης, οι τρυφερότητες και οι υποσχέσεις για μια κοινή ζωή; Πώς έγινε ξαφνικά ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης, όταν μέχρι χθες ο γάμος του είχε ναυαγήσει και ουσιαστικά βρισκόταν σε διάσταση, ασχέτως αν ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη με την ‘επίσημη’; Πού κρυβόταν ενάμιση χρόνο αυτός ο μαινόμενος ταύρος που εξαπέλυε ακατονόμαστες χυδαιότητες και την κατηγορούσε ότι είχε βαλθεί να του διαλύσει το σπίτι και την πολιτική του καριέρα; Για τη δε πατρότητα του παιδιού, η ίδια η ντροπή ντράπηκε με τα λόγια που εκστόμισε. Η Ευδοκία είχε μείνει στήλη άλατος. Αυτός ο άντρας που ωρυόταν τώρα μπροστά της δεν ήταν ο άντρας που είχε αγαπήσει, που είχε πιστέψει, που είχε εμπιστευτεί. Ήταν ένας ψεύτης, ένας απατεώνας, ένας εκμεταλλευτής που την παραμύθιαζε για να περνάει καλά. Κι αυτή τόσο ευκολόπιστη πια, τόσο τυφλωμένη από έρωτα; Από έναν έρωτα παράνομο και καταδικασμένο…

Δεν τον ξαναενόχλησε. Είχε και μία περηφάνια. Εξάλλου εν γνώσει της ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν ελεύθερος. Ήξερε όταν ενέδωσε στο ομολογουμένως επίμονο φλερτ του, που γινόταν πάντα κεκλεισμένων των θυρών, ότι είχε γυναίκα και παιδιά. Είχε ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης. Δεν θα την επέρριπτε όλη σ’ αυτόν. Αυτός εξάλλου ως παντρεμένος οικογενειάρχης μία περιπετειούλα ζητούσε. Πού το μεμπτό; Η απορία ήταν αυτή, τι ζητούσε από έναν τέτοιο άντρα; Και να πεις ότι ήταν καμιά μικρή και άβγαλτη. Θα μπορούσε να είχε κι αυτή οικογένεια αν δεν είχε κάνει τόσο επιπόλαιες επιλογές. Μήπως και ο προηγούμενος ήταν καλύτερος; Κομπλεξικός και βίαιος. Της ‘έφαγε’ κι αυτός τέσσερα χρόνια από τη ζωή της.

Αχ Θεέ μου, πώς έμπλεξα έτσι και τούτη τη φορά; Με συνεπήρε με τη γοητεία του, τους καλούς του τρόπους, τη θέση του. Καμία σχέση με τον προηγούμενο, τον αλήτη που μ’ έστειλε στο νοσοκομείο. Κολακεύτηκα. Μπορούσε να είχε όποια ήθελε κι αυτός διάλεξε εμένα. Επέμενε κιόλας να με κατακτήσει. Είχα αρχικά τις αναστολές μου, λόγω της οικογενειακής του κατάστασης. Ήξερα τη γυναίκα του. Περνούσε συχνά από το δημαρχείο. Εκείνος μου έλεγε ότι ο γάμος αυτός είχε λήξει. Μόλις τέλειωνε η θητεία του θα τέλειωνε και ο γάμος του. Είχε κουραστεί. Δε θα ξαναέβαζε υποψηφιότητα. Με τούμπαρε, με κατάφερε. Τίποτα απ’ αυτά δεν με δικαιολογεί βέβαια. Έτσι με μεγάλωσαν οι γονείς μου; Αυτές τις αρχές μου έδωσαν; Πόσο ντρέπομαι για το πάθημά μου! Δεσμό με παντρεμένο και τώρα ένα παιδί εξώγαμο που δεν πρόκειται να το δεχτεί, πόσο μάλλον να το αναγνωρίσει! Ευτυχώς από τη μία που δε ζει ο μπαμπάς να δει την κατάντια μου!, έκανε το σιωπηρό, εσωτερικό και μοναχικό της απολογισμό η Ευδοκία. Το μόνο δεδομένο της παρούσας κατάστασης ήταν ότι αποκλείεται να φόρτωνε την ψυχή της και την συνείδησή της με επιπλέον βαρίδια. Ήταν να μη γίνει. Τώρα που έγινε με τίποτα δεν θα άλλαζε κάτι. Το παιδί αυτό θα το κρατούσε!

Η τότε κοινωνία μόνο κατ’ επίφασιν ήταν έτοιμη να δεχτεί το διαφορετικό. Η Ευδοκία ήταν ανύπαντρη με ένα μωρό στην κοιλιά. Θ’ άρχιζε το σούσουρο, οι ψίθυροι, οι λοξές ματιές, οι αδιάκριτες ερωτήσεις. Δε ζούσαν σε χωριό. Σε μεγάλη πόλη της περιφέρειας ζούσαν. Ο κοινωνικός ιστός όμως εξακολουθούσε να ήταν συνεκτικός. Υπήρχαν τριγύρω πολλοί περίεργοι κουτσομπόληδες, συγγενείς και γείτονες. Οι δύο γυναίκες έφυγαν για την πρωτεύουσα. Εκεί δε θα ήταν αναγκασμένες να δίνουν δεξιά αριστερά εξηγήσεις. Το απρόσωπο της πόλης και οι γοργοί ρυθμοί της καθημερινότητας, οι θεόρατες πολυκατοικίες που ο καθένας είναι κλεισμένος στο καβούκι του και δε γνωρίζει ούτε ποιος είναι ο διπλανός του, μια χαρά τις βόλεψαν. Είχαν τη σύνταξη του μπαμπά και εισοδήματα από ενοίκια. Δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα. Η Ευδοκία λίγο μετά τη γέννα βρήκε μία καλοπληρωμένη δουλειά. Το μωρό το είχε αναλάβει η γιαγιά.

Η μικρή Σέβη μεγάλωνε με πολλή αγάπη. Η Ευδοκία αφοσιώθηκε στο παιδί της. Στη γενέτειρα έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Δεν τους πολυστοίχισε. Δεν άφηναν πίσω δικούς τους ανθρώπους. Η Ευδοκία δεν είχε αδέλφια και η μοναδική έμπιστη φίλη της είχε μετακομίσει στο εξωτερικό. Η δε Σεβαστιανή είχε πάει νύφη εκεί. Ήταν ο τόπος καταγωγής του μακαρίτη του άντρα της. Η ίδια κοίταζε το σπίτι και την οικογένειά της και δεν είχε με κανέναν κολλητηλίκια. Πριν φύγουν, πήγαν στο κοιμητήριο και πήραν μαζί τους την οστεοθήκη του πατέρα της. Τώρα πια δεν τους έδενε απολύτως τίποτα και κανένας με τον τόπο εκείνο.

Η Ευδοκία και ο Βασίλης, ο παντρεμένος, ήταν τόσο διακριτικοί που δεν είχαν δώσει ποτέ λαβή για σχόλια, κι ας δούλευαν στον ίδιο χώρο. Η Ευδοκία μπορεί να την είχε ‘πατήσει’, ωστόσο ήταν σοβαρή κοπέλα με ήθος. Σεβάστηκε τη θέση του εραστή της και ποτέ δεν τον εξέθεσε. Ούτε κατά τη διάρκεια του παράνομου δεσμού τους ούτε μετά τον άσχημο χωρισμό τους και ούτε φυσικά αφού γέννησε το παιδί του.

Τα πρώτα χρόνια κύλησαν ομαλά αλλά στην πορεία τα πράγματα ζόρισαν. Όταν η Σέβη ήταν στο γυμνάσιο η γιαγιά της έπαθε ανακοπή. Ακολούθησε η οικονομική κρίση. Οι ενοικιαστές ζητούσαν μείωση ενοικίου και δεν ήταν συνεπείς στην πληρωμή. Η σύνταξη της Σεβαστιανής δεν υπήρχε πια. Η Ευδοκία είχε μία τεράστια περικοπή στο μισθό της. Δύσκολα τα έφερνε βόλτα οικονομικά αλλά κυρίως συναισθηματικά χωρίς τη μητέρα της. Έσφιγγε τα δόντια για χάρη της μονάκριβής της.

Λίγα χρόνια μετά, και αφού η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, η Ευδοκία έλαβε ένα περίεργο μήνυμα. Ήταν απ’ αυτόν.

«Το παιδί αυτό το γέννησες τότε; Υπάρχει; Αν ναι, πρέπει να σε δω άμεσα!»

Η κόρη του Βασίλη, η νόμιμη, η Μυρτώ, είχε άμεσα ανάγκη από μεταμόσχευση μυελού. Ο αδελφός της, ο γιος του Βασίλη, ο Παναγιώτης δε μπορούσε να τη βοηθήσει. Η Σέβη όμως ήταν συμβατή. Ήταν ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μπορούσε να τη σώσει. Χωρίς δεύτερη σκέψη έγινε δότρια. Δόθηκαν φυσικά οι απαραίτητες εξηγήσεις. Ήταν η μόνη αξίωση που είχε η Ευδοκία, να αποκαλυφθεί η σχέση των κοριτσιών. Στην πρώτη συνάντηση, σε νοσοκομείο της Αθήνας, ήταν όλοι μουδιασμένοι. Η Ελένη, η γυναίκα του Βασίλη, κάθισε στο πιο απομακρυσμένο σημείο του δωματίου, χωρίς να χαιρετίσει καν. Από τη μία υπήρχε η ελπίδα να σωθεί το παιδί της, από την άλλη κυριαρχούσε ο πληγωμένος της γυναικείος εγωισμός, από άτομο υπεράνω υποψίας. Η Μυρτώ βρισκόταν επίσης σε σοκ. Από μοναχοκόρη βρέθηκε ξαφνικά με μια μικρότερη αδελφή!

Όταν ολοκληρώθηκε επιτυχώς η διαδικασία, ο Βασίλης πρόσφερε στην Ευδοκία ένα σεβαστό ποσό για τις υπηρεσίες της κόρης της και φυσικά για την εχεμύθεια της. Η Ευδοκία του τα πέταξε στα μούτρα.

«Υπάρχουν πράγματα που δεν αγοράζονται κύριε Σταύρου, όπως το φιλότιμο, η ανθρωπιά, η ήσυχη συνείδηση, το καθαρό βλέμμα. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για σας! Ούτε μία φορά δεν πλησίασες τη Σέβη, να ανοίξεις μία τυπική, έστω, συζήτηση με την κόρη σου. Ή μήπως αμφιβάλλεις ακόμα για την πατρότητα; Είσαι πανάθλιος και αξιολύπητος!».

«Ποια είναι αξιολύπητη είναι φως φανάρι! Απορώ τι σου ζήλεψα τότε! Ένα λάθος ήσουνα. Ένα τραγικό λάθος! », ωρυόταν, όπως τότε, ο Βασίλης.

«Ένα σωτήριο λάθος εννοείς, χάρη στο οποίο ζει το παιδί μας! Γι’ αυτό εξάλλου στο συγχώρησα το λάθος αυτό, Βασίλη. Και τώρα αρκετά! Ακούγεσαι μέχρι έξω. Και φυσικά δε θέλεις να δίνεις δικαιώματα για σκάνδαλα, έτσι δεν είναι Βασίλη; Πήγαινε σε παρακαλώ. Θα αναλάβω εγώ», παρενέβη με ύφος ειρωνικό και συνάμα αυστηρό η γυναίκα του Βασίλη.

«Ελένη… εγώ… », έκανε να δικαιολογηθεί, σαν τη βρεγμένη γάτα.

«Εντάξει Βασίλη, πήγαινε τώρα», τον διέταξε σχεδόν η γυναίκα του ρίχνοντας του παράλληλα μια φαρμακερή ματιά. Εκεί ο Βασιλάκης δεν ‘κόνταγε’ να υψώσει φωνή ή νταηλίκι.

«Ευδοκία, θέλω να σε ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου και να σου ζητήσω μια πολύ μεγάλη συγγνώμη για την απαράδεκτη στάση μου. Η αρρώστια του παιδιού μου με έκανε να επαναπροσδιορίσω τις προτεραιότητές μου. Πάνω απ’ όλα είμαι μάνα. Ο Βασίλης είναι άντρας. Δεν ένιωθε να μεγαλώνει μέσα του εννέα μήνες το παιδί που πριν λίγο χαροπάλευε. Δε λέω ότι δεν το αγαπάει αλλά τρομάζει στην ιδέα να διαταραχθούν οι ισορροπίες του ιδίου. Τώρα είναι βουλευτής και η υπουργοποίησή του έχει δρομολογηθεί. Τρέμει στην ιδέα ενός σκανδάλου. Γι’ αυτό σου μίλησε έτσι, γι’ αυτό σου πρόσφερε τόσο άγαρμπα αυτά τα χρήματα. Για να σου κλείσει την πόρτα.

Ευδοκία ξέρω ότι τα χρήματα τα έχεις ανάγκη. Αυτά που σου προσφέρω εγώ σε παρακαλώ πολύ να τα δεχτείς. Η εταιρία του πατέρα μου έχει ανοίξει ένα παράρτημα στην Αθήνα. Θυμάμαι τι άξια υπάλληλος ήσουν στο δημαρχείο. Θέλω έναν δικό μου άνθρωπο να ελέγχει τα πράγματα εδώ. Θεώρησε τα χρήματα αυτά σαν μία προκαταβολή του μισθού σου. Θα σου χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη. Πρώτον, η Σέβη σου έσωσε το παιδί μου, την αδελφή της. Θέλω να ανοίξω μία πόρτα, να έρθουν κοντά τα δύο κορίτσια, η Μυρτώ με τη Σέβη. Δεύτερον, η ανιδιοτελής αυτή προσφορά της μου έδωσε ένα σπουδαίο μάθημα ανθρωπιάς. Τα λεφτά του πατέρα μου και η θέση του άντρα μου με είχαν κάνει μια ξιπασμένη γυναίκα γεμάτη έπαρση που νόμιζε ότι ήταν άτρωτη. Τους έβλεπα όλους αφ΄ υψηλού. Τώρα συνειδητοποίησα πόσο ΄μικρή’ είμαι μπροστά στο μεγαλείο της δικής σας ψυχής. Ταπεινώθηκα κι αυτή η ταπείνωση ήταν λυτρωτική. Σε παρακαλώ Ευδοκία, δεχτείτε μας στη ζωή σας».

«Κυρία Ελένη… δεν ξέρω τι να πω. Και ο άντρας σας θα το δεχτεί;»

«Πρώτον, σκέτο Ελένη και ενικός. Δεύτερον, ο Βασίλης δεν θα είναι πρόβλημα. Δε μπορώ να δώσω υποσχέσεις γι’ αυτόν, αν θα θελήσει να αναπτύξει μια σχέση με την Σέβη. Σου είπα, ο Βασίλης τρέμει τα σκάνδαλα, μήπως μαθευτεί ότι έχει μια κόρη εκτός γάμου. Και να σου πω και το άλλο, που θα έχεις σίγουρα ήδη αντιληφθεί. Ο Βασίλης δεν διαθέτει πολλές ευαισθησίες. Σ’ αυτή τη φάση, αφού το παιδί ξεπέρασε τον κίνδυνο, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να πάρει το υπουργείο. Δεν θα τολμήσει όμως να μας φέρει εμπόδιο. Με τα λεφτά του πατέρα μου εξάλλου πολιτεύεται. Α, και κάτι ακόμα. Θέλω να μου επιτρέψεις να βοηθήσω τη Σέβη να σπουδάσει. Ξέρω ότι δεν τα πήγε καλά στις πανελλήνιες. Μπορεί να κάνει μαθήματα να ξαναδώσει ή να γραφτεί σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Όπως και να ’χει θα τη βοηθάει η μεγαλύτερη αδελφή της και φυσικά ο αδελφός της που ανυπομονεί να τη γνωρίσει! »

«Λέτε… λες για το δικό μας μεγαλείο ψυχής αλλά και εσύ Ελένη μου δεν πας πίσω. Είναι πολλά αυτά που μας προσφέρεις. Δεν ξέρω αν μπορώ να τα δεχτώ όλα».

«Να μπορέσεις Ευδοκία μου, να μπορέσεις! Το αξίζετε και οι δύο!»

Η κυρία Ελένη πάντα της καλομιλούσε της Ευδοκίας στο δημαρχείο. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ένιωθε τόσες τύψεις όταν ο Βασίλης της έταζε ότι θα χώριζε και θα ζούσαν μαζί. Μήπως και η δική της στάση δεν ήταν απαράδεκτη, μήπως δεν της χρωστούσε κι αυτή μια μεγάλη συγγνώμη για τότε;

Η ουσία ήταν ότι, έστω και χωρίς να το αποκαλύψουν στον κόσμο ότι είναι αδελφές, τα δύο κορίτσια θα έκαναν παρέα, θα γνωρίζονταν θα μοιράζονταν στιγμές. Πόσο θα ήθελε και η Ευδοκία να είχε μια αδελφή! Δε θα στερούσε από τη Σέβη αυτή την ευκαιρία. Έβλεπε στα μάτια της πόσο λαχταρούσε την επαφή με τη Μυρτώ… αλλά και με τον πατέρα της. Αλλά, τέλος πάντων, ένα βήμα τη φορά.

Με την υπουργοποίηση του Βασίλη το ζεύγος μετακόμισε στην Αθήνα. Η Μυρτώ ήδη ζούσε εκεί τα τελευταία χρόνια. Η Ελένη και η Ευδοκία βλέπονταν κάθε μέρα στην εταιρία αλλά και εκτός. Ένα απόγευμα, πίνοντας τον απογευματινό τους καφέ στο σπίτι της Ευδοκίας παρακολουθούσαν μία εκπομπή αφιερωμένη στον Βασίλη.

«… ο Υπουργός οικονομικών, κύριος Βασίλης Σταύρου, θέλοντας να δείξει το ανθρώπινο πρόσωπο και τις ευαισθησίες του προς τους βιοπαλαιστές της χώρες μας, αποφάσισε μία δέσμη μέτρων για την ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων….»

Οι δύο γυναίκες αντάλλαξαν ένα συνωμοτικό βλέμμα και ένα ειρωνικό χαμόγελο όταν άκουσαν για το ‘ανθρώπινο πρόσωπο’ και τις ‘ευαισθησίες’ του Βασίλη…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook