Καλή χρονιά μικρέ.

Σε σκέφτομαι γιε μου. Μου μοιάζεις. Κοίταζα τις βιτρίνες τα Χριστούγεννα. Θα γούσταρα να σου πάρω αθλητικά με τάπες, κάθε φορά σκέφτομαι το νούμερο σου. 25, 30, 35. Και κονσόλα για να παίζουμε μαζί. Να σου δείχνω τα δικά μου αγαπημένα games, να παίζουμε μαζί

– Έχω καθυστέρηση
– ΤΙ;; Αφού είπες πως παίρνεις χάπι!
– ΜΗ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ!!
– Δε φωνάζω, συγνώμη. Είπες πως έπαιρνες χάπι.
– ΕΠΑΙΡΝΑ ΟΚ; ΤΟ ΞΕΧΑΣΑ ΚΑΝΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ ΠΙΕΙ, ΝΟΜΙΖΑ ΠΩΣ ΘΑ ΗΜΟΥΝ ΟΚ!
– ΚΑΝΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ;!!
– ΜΗ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ! ΜΗ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ! ΕΝΤΑΞΕΙ; ΜΗ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ!
– …

 

Περπατάω πολύ. Καθαρίζει το μυαλό μου. Νωρίς το πρωί, αργά το βράδυ, όποτε βρω χρόνο. Καλοκαίρι, χειμώνα, στη βροχή, στο χιόνι. Περπατάω πολύ. Και μπουφάν κοιτάω καμιά φορά, μικρέ. Για σένα.

 

– Τι θα κάνουμε;
– Ό,τι θέλεις εσύ.
– ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΟΤΙ ΘΕΛΩ ΕΓΩ!
– Ρε μωρό μου, δεν ξέρω τι να σου πω.
– Δεν το θες.
– Δεν…
– Τι;
– Ο,τι θες εσύ.
– Μου πετάς το μπαλάκι έτσι; Εσύ καμιά ευθύνη, την ουρά σου απ’έξω! Λες και έμεινα μόνη μου έγκυος.
– …
– Θα το κρατήσω.
– Τι;
– Ό, τι θέλω θα κάνω, δικό μου είναι το σώμα, δεν θα ρίξω το μωρό μου! Και αν δεν το θες εσύ, θα το μεγαλώσω μόνη μου!
– Δεν είπα οτι δεν το θέλω. Ούτε θα το μεγαλώσεις μόνη σου οκ; Μαζί. Ό,τι θες. Μαζί.

 

Δεν πίνω γενικά, με χαλάει το ποτό. Τα Χριστούγεννα μόνο. Κοιτάζω χριστουγεννιάτικα δέντρα, δώρα, άγιους Βασίληδες και πίνω κάνα δυο. Για σένα, γιε μου. Κάνω και κάνα τσιγάρο. Μόνο αυτές τις μέρες. Δε τρέχει τίποτα.

 

– Τι έχεις, γιατί κλαις;
– Τι θα κάνω με τη δουλειά, δε γίνεται να τα παρατήσω τώρα.
– Γιατί να τα παρατήσεις;
– ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΟΥΝ ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;
– ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ ΓΩ ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΚΑΝΩ ΠΕΣ ΜΟΥ!
– ΜΗ ΦΩΝΑΖΕΙΣ!! ΜΗ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ!
– Δεν ξέρω τι θες να σου πω!
– Και συ τι θα κάνεις με το μεταπτυχιακό σου, θα σηκωθείς και θα φύγεις, έτσι;
– Όχι
– Τι όχι, αυτό έλεγες πως μόλις απολυθείς από το στρατό θα κάνεις το μεταπτυχιακό σου.
– …
– ΘΑ ΤΟ ΡΙΞΩ.
– Ρε συ… Οχι!
– Ο,τι θέλω θα κάνω, δικό μου είναι το σώμα!
– …

 

Είμαι μόνος πάλι σπίτι. Μπορεί να βγω με φίλους το βράδυ, δε ξέρω. Πολλές ώρες δουλειάς, πολύ πίεση, deadlines, projects, έχω και τους νέους που επιβλέπω, μαγκιά, κλανιά – να ξεπετάξουν τη δουλειά και να την κοπανίσουν, να κάθομαι εγώ σαν τον μαλάκα μερόνυχτα να διορθώσω τις μαλακίες τους…
αλλά δεν πειράζει. Δεν πολυγουστάρω τα Χριστούγεννα. Κάθομαι μόνος στο γραφείο και βγαίνει η δουλειά, δεν τρέχει τίποτα.
Και καμιά φορά σε σκέφτομαι γιε μου.

 

– Τι μούτρα είναι αυτά;
– Δε γουστάρω να το ρίξεις.
– Λες εγώ να χαίρομαι; Λες να νιώθω καλά που θα ξεριζώνουν μέσα από την κοιλιά μου ένα μωρό;
– Ωραία μην το κάνεις
– Και τα όνειρα μου; Τα όνειρα μας; Μόλις τέλειωσες στρατιωτικό, τι δουλειά νομίζεις θα βρεις;
– Αυτή που θα βρω, ούτε ο πρώτος θα είμαι, ούτε ο τελευταίος.
– Σερβιτόρος;
– Ναι γιατί. Σερβιτόρος.
– Άσε μας μωρέ. Που όλη σου τη ζωή το μόνο που ήθελες ήταν να πας ψηλά επαγγελματικά, με τα ταξίδια και τις ανέσεις σου. Ε συγνώμη και γω το ίδιο θέλω. Δεν είναι σωστό το timing. Το έχω αποφασίσει.
– Εγώ δεν έχω λόγο;
– ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ! ΕΓΩ ΘΑ ΤΟ ΚΟΥΒΑΛΑΩ ΑΛΛΟΥΣ 7 ΜΗΝΕΣ, ΕΓΩ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΚΟΛΛΗΜΕΝΗ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΑ ΘΑ ΠΕΤΑΧΤΟΥΝ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ, ΕΣΥ ΜΙΑ ΧΑΡΑ, ΚΥΡΙΟΣ, ΣΥΝΕΧΙΖΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΚΑΝΟΝΙΚΑ!
– ΜΗ ΜΟΥ ΡΙΧΝΕΙΣ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ, ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ ΟΤΙ ΕΠΑΙΡΝΕΣ ΤΟ ΧΑΠΙ!
– ΝΑΙ ΡΕ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΕ ΠΑΓΙΔΕΨΩ ΜΗ ΧΑΣΩ ΤΟΝ ΕΦΟΠΛΙΣΤΗ.
– …
– …

 

Είναι αργά. Πέρασαν τα Χριστούγεννα και η πρωτοχρονιά, μικρέ. Θα σε ξανασκεφτώ του χρόνου πάλι.

Ήταν το σώμα της. Και ήταν δίκαιο να αποφασίσει εκείνη. Δεν ξέρω αν έκανε το σωστό ή όχι. Ήταν το σώμα της. Μα ήταν η καρδιά μου.

Καλή χρονιά γιε μου. Θα ήσουν 9 φέτος.

Έτσι έπρεπε να γίνει.

 

 

Β.