Το τέρας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Έβρεχε και το μωρό κοιμόταν. Ο Γιάννης είχε φύγει λίγο πιο νωρίς για τη δουλειά. Την είχε φιλήσει τρυφερά όπως συνήθιζε, είχε πάρει το φαγητό που του είχε ετοιμάσει και της είχε κάνει, καθώς στεκόταν στην πόρτα και περίμενε το ασανσέρ, την ερώτηση που της έκανε πάντα τους τελευταίους οκτώ μήνες, φεύγοντας. Φαινομενικά αθώα ερώτηση, φανέρωνε ενδιαφέρον, θα έλεγε κανείς. Αν και το γεγονός πως δεν την κοίταγε στα μάτια όταν την έκανε, θα μπορούσε να υποψιάσει έναν πιο εξασκημένο παρατηρητή. Ή έναν πιο παρανοϊκό παρατηρητή.
– Τι πρόγραμμα έχεις σήμερα;
– Μάλλον θα μαζέψω και θα κάτσουμε σπίτι σήμερα. Βρέχει κιόλας. Πού να σέρνω το μωρό έξω στη βροχή;
– Σωστά, βρέχει. Ωραία μωρό μου, εγώ θ’ αργήσω λίγο, όχι πολύ. Έχουμε πάλι συνάντηση με αυτούς απ’ την orange. Έχουν λέει διορθώσεις στο δημιουργικό.
– Ναι, οκ.

Η συζήτηση διεξήχθη στον συνήθη πολιτισμένο τόνο μιας ευτυχισμένης οικογένειας. Νεαρό ζευγάρι επιτυχημένων 35άρηδων που προσφάτως ολοκλήρωσε την ευτυχία του με ένα παιδί, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, όπως θα έλεγαν και τα περιοδικά.
Έκλεισε η πόρτα και έμεινε να την κοιτάζει αποσβολωμένη. Αποφάσισε να πάρει μιαν ανάσα, έπρεπε να βγει από το τρανς. Άνοιξε την ντουλάπα της να πάρει κουράγιο. Όλα της τα όπλα, τα πειστήρια μιας παλιάς ζωής, που της φαινόταν αιώνες πια μακριά, ήταν εκεί. Ρούχα της δουλειάς, ταγιέρ, αυστηρές μαύρες γόβες, πουκάμισα καλοσιδερωμένα. Κάποτε ήταν δικηγόρος στο Ζέππο – Καλογιαννίδη, αλώνιζε αυτάρεσκα Ευελπίδων, Αλεξάνδρας και βεβαίως στο Κολωνάκι. Φτιαχτό, ανούσιο lifestyle; Μπορεί αλλά εκείνη το αγαπούσε. Μόνο εκεί υπήρχε. Τώρα είχε πάνες, κατσαρόλες, μπιμπερό, μπλέντερ, μια αόριστη υπόσχεση ότι ίσως κάποιος γνωστός γνωστού θα χρειαστεί από Γενάρη δικηγόρο για συστέγαση και συνεργασία. Τίποτα δηλαδή. Τώρα δεν είχε τίποτα.

Κλάμα. Κλάματα. Στην αρχή παραπονιάρικα, μετά απαιτητικά, στο τέλος ουρλιαχτά. Έβαλε το κεφάλι της στα χέρια της. Δεν βράχηκαν τα δάχτυλά της. Δεν ήταν δικά της τα κλάματα.

Σηκώθηκε μηχανικά όπως έκανε τους τελευταίους μήνες. Πήγε στο δωμάτιό της. Την είδε στην κούνια της, πανέμορφη, όπως της έλεγαν όλοι, πριγκίπισσα με ροζ πουά φορμάκι. Κόκκινο μουτράκι, χεράκια που κουνιούνται πάνω κάτω. Χαμόγελο. Της έκανε εντύπωση που χαμογελούσε όταν την έβλεπε. Δεν υποτίθεται ότι τα μωρά έχουν μία έκτη αίσθηση; Ε, το δικό της μάλλον δεν είχε. Έμπαινε λοιπόν στο «πρόγραμμά της». Ένιωθε ότι την εξευτέλιζε κάθε φορά που τη ρωτούσε. Ότι το έκανε επίτηδες, ότι γούσταρε να την ακούει να λέει, να, εδώ, με το μωρό, θα βγούμε βόλτα, έχει ωραίο καιρό. Ή, δεν έχει ωραίο καιρό, θα κάτσουμε μέσα. Το ίδιο έκανε. Ντρεπόταν για το «πρόγραμμα». Τον ζήλευε. Ο Γιάννης έκανε ότι δεν καταλαβαίνει. Τι βολικό. Επειδή την είχε δει να κλαίει κάποια φορά, τι ρώτησε τι έχει.
Βαρέθηκα, του είπε.
Δεν καταλαβαίνω, εσύ δεν επέμενες να κάνουμε σύντομα παιδί; Η συζήτηση κόπηκε απότομα. Τι να απαντήσει σε κάποιον που είχε δίκιο.

Η Βάνα έχει κατάθλιψη νομίζω, είχε πει μετά από αυτό στην αδερφή της.
Σπάνια συναισθηματική νοημοσύνη, για άντρα. Και τελείως άχρηστη.

Πήρε το μωρό αγκαλιά, έκανε τα δέοντα, το «πρόγραμμά» της. Την πήγε μπροστά στον καθρέφτη. Από το μία το ροζ αεικίνητο πλάσμα, από την άλλη εκείνη με αχτένιστα μαλλιά, μαύρους κύκλους, ο χοντρός εαυτός. Φόντο η ανοιχτή ντουλάπα με τα στριμωγμένα ταγιέρ. Κάτι έπρεπε να γίνει. Έβαλε το μωρό στην κούνια του απότομα και απομακρύνθηκε. Εκείνη ξαφνιάστηκε από την ξαφνική απώλεια αγκαλιάς. Ξεκίνησε να κλαψουρίζει.

Πήγε πίσω στο δωμάτιό της, άρχισε να πετάει όλα τα παλιά ρούχα της στο κρεβάτι, έψαχνε μανιωδώς ένα φαρδύ γκρι φουστάνι που είχε. Το φόρεσε, έβαλε και τις γόβες, έπιασε τα μαλλιά της ψηλά, έβαλε κόκκινο κραγιόν. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Με άλουστα μαλλιά, μαύρους κύκλους, άβαφη, ήταν γελοία.

Σκέψεις μπερδεμένες με κλάματα, με λυγμούς, με τσιρίδες. Ανέφικτη η ησυχία, αδύνατο να συγκροτήσει τη σκέψη της. Μια φράση, απωθημένη μήνες, η φράση που σκέφτηκε στο μαιευτήριο, αμέσως μετά το «θαύμα της γέννας», αυτή τη φρικτή εμπειρία, μετά τα δάκρυα χαράς και συγκίνησης του Γιάννη, η φράση που τριγύριζε στο μυαλό της κάθε φορά που οι γύρω της εξέφραζαν αισθήματα αγάπης για την κόρη της, η φράση που ήταν στο μυαλό της κάθε πρωί, κάθε βράδυ, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Που στεκόταν κόμπος, βραχνάς, στο λαιμό της, που της έκλεινε τα πνευμόνια. Που την έκανε να ντρέπεται τόσο πολύ που δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει.. Αυτή η φράση, σα χολή, σαν μαύρο πνεύμα, σαν ηλεκτρισμός, την τίναξε. Βρέθηκε ντυμένη, με τις γόβες, με το κραγιόν, στο δωμάτιο της μικρής. Το μωρό τρόμαξε από την αλλαγή, την κοίταξε απορημένο, σταμάτησε προς στιγμήν να κλαίει. Σα να περίμενε κι αυτό ν’ ακούσει τη φράση. Η φράση ήθελε ησυχία και αποφασιστικότητα για να βγει.
– Δε σ’ αγαπάω. Δε σε θέλω. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα σε μισώ. Θέλω να εξαφανιστείς.
Το μωρό άρχισε να κλαίει. Ίσως κατάλαβε (μπορεί και να είχε 6η αίσθηση τελικά), ίσως να ήταν το μανιασμένο ύφος, ή ίσως και η δυνατή φωνή που έβγαινε από τα κόκκινα χείλη.
Περίμενε να ακούσει την ηχώ της φωνής της. Νόμιζε ότι κάτι στο δωμάτιο θα έσπαγε, όταν βγήκε επιτέλους από μέσα της η φράση, αλλά έμειναν όλα στη θέση τους. Έκανε μεταβολή και βγήκε. Πήγε στο σαλόνι. Έπιασε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα που είχε καταχωνιάσει πίσω από το αγγλικά βιβλία. Ανάμεσα σε λυγμούς και ουρλιαχτά απόλαυσε ικανοποιημένη, μετά από ενάμιση χρόνο, το τσιγάρο της.

 

Dedicated

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook