Άνοιξε την πόρτα στο μικρό καλυβάκι, το φαρόσπιτο, και άρχισε να ανεβαίνει τη στριφογυριστή σκάλα σιγά – σιγά. Τελευταίο βράδυ που άναβε τον φάρο. Τελευταίο βράδυ που θα έδειχνε τον δρόμο στα καράβια. Κάθε σκαλί και μία ανάμνηση. Κάθε σκαλί και δεκάδες καράβια στον ορίζοντα. Ήταν ο τελευταίος φαροφύλακας. Πετρέλαιο έκαιγε ο φάρος όταν πρωτοήρθε, με ηλιακή, ευνοϊκή για το περιβάλλον, ενέργεια τον άφηνε τώρα που έφευγε. Και ήταν δύσκολος ο αποχωρισμός αυτός, όπως δύσκολος ήταν και ο αποχωρισμός του από την οικογένειά του. Τι κι αν πλέον ο ρόλος του ήταν διακοσμητικός; Τι κι αν το κράτος του έκανε την «χάρη» να μείνει στο φάρο μέχρι να βγει στη σύνταξη; Τι κι αν πλέον η εργασία του περιορίζεται στη συντήρηση του φάρου, ένα βάψιμο, έναν έλεγχο των μηχανημάτων, ένα διόρθωμα σε ο,τιδήποτε χαλάει; Γι’ αυτόν ο φάρος εδώ και σαράντα χρόνια αποτελούσε το σπίτι του.

Μπήκε στον κλωβό του φάρου, έβαλε μπρος τη μηχανή και χάθηκε στο μαύρο της θάλασσας και του ουρανού. Ξάστερος ουρανός σήμερα. Τον αποχαιρετούσε με τον δικό του τρόπο. Ήρεμη θάλασσα. Έλεγε και αυτή το δικό της αντίο στον άντρα που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε αυτόν τον απομονωμένο βράχο. Ωστόσο ποτέ δεν ένοιωσε μόνος. Είχε συντροφιά τους γλάρους και τα καράβια που με το δικό του φως περνούσαν από τα μέρη του και συνέχιζαν τη ρότα τους. Είχε συντροφιά τον ανεμοδαρμένο αυτόν βράχο, πάνω στον οποίο καθόταν με τις ώρες και ταξίδευε στα μονοπάτια του μυαλού του. Τον βράχο που ήταν το αποκούμπι του στις χαρές και τις λύπες. Τον βράχο που του χάρισε τα πάντα και του στέρησε τα πάντα.

Μα πάνω απ’ όλα είχε συντροφιά την αγαπημένη του. Μαζί ήρθαν στο ακριτικό αυτό σημείο της Ελλάδας. Άγουρα παιδαρέλια, κοντά στα είκοσι και οι δύο – για την ακρίβεια 20 εκείνη, 23 εκείνος – αποφάσισαν να ξεκινήσουν την κοινή ζωή τους στον έρημο αυτό τόπο. Δουλειά στο χωριό δεν υπήρχε, οι γονείς ήταν αντίθετοι σε έναν γάμο χωρίς προοπτικές, δεν δυσκολεύτηκε να δεχτεί την πρόταση για δουλειά στον φάρο που του πρότεινε ο ξάδερφός του. Και εκείνη; Θα δεχόταν; Μαζί του και στην άκρη της γης του είχε απαντήσει και ξεκίνησαν για τον δικό τους προσωπικό παράδεισο. Γιατί το μόνο που τους ένοιαζε είναι να είναι μαζί. Ο μισθός ήταν ικανοποιητικός, τα έξοδα ελάχιστα και η μόνη έγνοια το άναμμα του φάρου.

Τριάντα χρόνια έζησαν μακριά από όλους ευτυχισμένοι. Εκείνη διαμόρφωσε το σπιτάκι δίπλα στο φάρο, το έβαψε, το επίπλωσε, το διακόσμησε. Εκείνη έφτιαξε μια ζεστή φωλιά για τους δυο τους και μετέπειτα και για τα παιδιά τους. Μία κουζίνα, ένα σαλονάκι, δύο μικρές κρεβατοκάμαρες, ένα μπάνιο και όλη η ευτυχία μαζεμένη σε 50 τετραγωνικά μέτρα. Εκεί μέσα σε αυτούς τους τοίχους μεγάλωσαν τα δυο τους παιδάκια. την κόρη που πλέον ζούσε παντρεμένη στην Αγγλία, όπου πήγε για σπουδές, γνώρισε τον άντρα της και έμεινε μόνιμα και τον μικρό που τώρα πια έμενε στην Αθήνα. Σπουδές, φανταρικό, και αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος, γιατί ωραίος ο παράδεισος, αλλά χωρίς παρέα και προοπτικές εξέλιξης τι νόημα έχει; Όπως τους είχε πει. Μαράζωσαν και οι δύο όταν είδαν τα παιδιά τους να φεύγουν. Όταν, όμως, άρχισαν να μαθαίνουν ότι προοδεύουν, προκόβουν, ο πόνος μαλάκωσε και δόξαζαν τον Θεό που είναι τουλάχιστον ευτυχισμένα.

Με το πέρασμα του χρόνου γνώρισαν και την ανάπτυξη στο ακρωτήρι τους. Γιατί μπορεί να αργούσε, αλλά πάντα έφτανε η ανάπτυξη στο τέλος του κόσμου, όπως έλεγε η κόρη του μικρή. Ηλεκτρικό ρεύμα, ψυγείο, ράδιο, τηλεόραση, τηλέφωνο, υπολογιστής. Απ’ όλα απέκτησαν αργά και σταθερά. Απ’ όλα όσα χρειάζονταν για να ζουν άνετα. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Τεχνολογία! Θυμήθηκε την πρώτη φορά που ο γιος του του είπε για το ίντερνετ. Μπορούσες, λέει, να μαθαίνεις νέα από όλο τον κόσμο μέσα από την οθόνη του υπολογιστή και βάλανε και από αυτό. Το παιδί έπρεπε να ακολουθήσει την εξέλιξη του κόσμου, δεν μπορούσε να τον κρατήσει πίσω. Και να που αργότερα έμαθε και το Skype, μία μέθοδο να μιλάνε με τα παιδιά τους, να τους βλέπουν στην οθόνη του υπολογιστή, παρόλο που βρίσκονταν στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως έλεγε η κόρη του μια ζωή. Και ευφραινόταν η καρδιά τους όταν έβλεπαν τα βλαστάρια τους στην οθόνη του υπολογιστή.

Όμως, όσο κι αν τους εξυπηρετούσε η τεχνολογία, άλλο τόσο πελάγωνε κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό για τις απαραίτητες προμήθειες. Το χωριό γινόταν σιγά – σιγά πόλη και ο κόσμος πλήθαινε. Η οχλοβοή του προκαλούσε πονοκέφαλο. Τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια τον τρόμαζαν. Ένας «δολοφόνος» σκεφτόταν όποτε τα έβλεπε να περνάνε με ταχύτητα από μπροστά του. Και όσο τους μισούσε αυτούς τους διαβόλους, όπως συνήθιζε να λέει, άλλο τόσο τους αγαπούσε ο γιος του. Με τα χίλια ζόρια κατάφερε να τον πείσει ότι θα πάρει αυτοκίνητο μόλις πάει φαντάρος, ούτε μηχανάκι νωρίτερα, ούτε τίποτα.

Τσακώθηκαν άγρια τότε. Βρόντηξε την πόρτα ο μικρός και έφυγε. Μια ολόκληρη μέρα τον έψαχναν και εν τέλει τον βρήκαν σε έναν συμμαθητή του στην πόλη, απ’όπου επέστρεψαν σπίτι με φωνές και απειλές εκατέρωθεν. Με την γυναίκα του να προσπαθεί να ηρεμήσει και τους δύο, επιχείρησαν να λύσουν το πρόβλημα. Ήταν μόλις 15 χρονών και δεν είχε σκοπό να τον χάσει και να τον κλαίει έλεγε εκείνος, «Μα θα προσέχω. Δεν θα τρέχω» απαντούσε ο γιος του. Με τα πολλά και τις παρεμβάσεις της γυναίκας του, συμφώνησαν να πάρει αυτοκίνητο όταν θα πήγαινε φαντάρος. Τα ίδια πέρασε και όταν έμαθε ότι η κόρη του γνώρισε κάποιον στην πόλη και την πηγαινοφέρνει με αυτοκίνητο. Αχ, να τον τρελάνουν ήθελαν τα αναθεματισμένα, ζωή να ‘χουν!

Και είχαν ζωή! Και μάλιστα μια ζωή γεμάτη εμπειρίες, υγεία, χαμόγελα, αγάπη. Ναι, πέρασαν και δύσκολες φάσεις, αλλά ποιανού η ζωή είναι στρωμένη μόνο με ροδοπέταλα;

Όλη του η ζωή περνούσε από μπροστά του εκείνο το τελευταίο βράδυ. Ξαφνικά ένοιωσε ένα άγγιγμα στον ώμο του. Γύρισε αργά το κεφάλι του και της χαμογέλασε.
«Ήρθες;» τη ρώτησε και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της.
«Πάντα είμαι εδώ. Πάντα δίπλα σου. Θα έλειπα αυτό το τελευταίο βράδυ;», του απάντησε με ένα θλιμμένο χαμόγελο εκείνη και έκατσε δίπλα του.
«Τριάντα χρόνια και ποτέ δεν έλειψες από δίπλα μου, καρδιά μου» της χαμογέλασε κοιτώντας μέσα στο γεμάτο πόνο βλέμμα της.
«Η αγάπη σου με κράτησε».
«Τι ήθελες να έκανα; Δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μόνος μου. Αποφάσισες να φύγεις την πιο κρίσιμη στιγμή. Όταν τα παιδιά μας χρειαζόντουσαν τη μητέρα τους περισσότερο από ποτέ. Πώς να αντιμετωπίσω τις απορίες της κόρης μας για τις αλλαγές στο σώμα της; Θυμάσαι τότε με το μηχανάκι; Αν δεν μου έλεγες τι να κάνω, θα έφευγε από το σπίτι ο μικρός».
«Δεν επέλεξα, αγάπη μου, εγώ να φύγω. Ήταν η κακιά στιγμή. Ένα στραβοπάτημα στον βράχο. Εσύ, όμως, επέλεξες να με κρατήσεις εδώ.
Και υπέφερα, αγαπημένε μου. Άθελά σου, με έκανες να υποφέρω. Ήθελα τόσο να πάω στον κόσμο που ανήκα. Αλλά ο πόνος σου, τα δάκρυά σου, οι επικλήσεις σου, με κράτησαν εδώ.
Τριάντα χρόνια να περιπλανιέμαι ανάμεσα στον κόσμο των νεκρών και των ζωντανών. Τώρα, όμως, ήρθε η ώρα να με αφήσεις. Σε παρακαλώ. Τώρα που θα αποσυρθείς από τη δουλειά και τα παιδιά μας δεν με έχουν πια ανάγκη, άσε με να πάω στον κόσμο που ανήκω. Αν με αγαπάς, άσε με».

Την έβλεπε να απομακρύνεται. Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια του. Σηκώθηκε και περπάτησε προς το φαρόσπιτο, πήρε τα κρίνα που είχε πάνω στο τραπέζι και βγήκε έξω. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για λίγο. Ήθελε να την δει. Την είδε να στέκεται λίγα μέτρα πιο πέρα. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Άφησε τα κρίνα πάνω στο άσπρο μάρμαρο, έκατσε δίπλα της και της έπιασε το χέρι.
«Στο καλό, ζωή μου! Στο καλό, ομορφιά μου! Συγνώμη!».
Εκείνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη, του χαμογέλασε, του ψέλλισε
«Σε ευχαριστώ», και εξαφανίστηκε.
«Πήγαινε να ηρεμήσεις, ψυχή μου! Και εγώ σύντομα θα είμαι και πάλι δίπλα σου», αποκρίθηκε και ξάπλωσε δίπλα στο άσπρο μάρμαρο, όπως ξάπλωνε τα τελευταία δέκα χρόνια, που είχαν φύγει τα παιδιά του και είχε μείνει μόνος.