Βαρδάρης, Θεσσαλονίκη – 1971

Ο Χρήστος ήταν καθισμένος όπως πάντα στο γωνιακό τραπέζι, στην αριστερή πλευρά του μαγαζιού. Μόνος, μ’ ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, γεμάτο πάντα μπροστά του κι ένα τσιγάρο μόνιμα αναμμένο να σιγοκαίει στο τασάκι. Πάντα μόνος και πάντα ανέκφραστος να ελέγχει διακριτικά την κατάσταση στο μαγαζί.

Τέσσερα χρόνια δούλευε εκεί, από τότε που απολύθηκε απ’ το στρατό. Ήταν γεροδεμένο παλικάρι κι εύκολα τον πήρε ο κυρ Κώστας στο μαγαζί. Είχε πια μεγαλώσει ο ίδιος και χρειαζόταν κάποιον να σταματάει τους όποιους καβγάδες, ανάμεσα στους μεθυσμένους θαμώνες και να καταφέρνει να πληρωθεί από κανέναν ζόρικο πελάτη. Δεν γίνονταν συχνά μεγάλες φασαρίες, εξάλλου ήταν συνοικιακό μαγαζί, οι παρεξηγήσεις όμως μεταξύ των πελατών, ήταν συχνό φαινόμενο. Ο Χρήστος ήταν ξύπνιο παλικάρι και κατάφερνε να επεμβαίνει εγκαίρως, προλαβαίνοντας τα χειρότερα.

Πέμπτη βράδυ ήταν. Το μαγαζί δεν είχε πολύ κόσμο κι ο Χρήστος στη γνωστή του θέση, κοιτούσε γύρω του. Είχε περάσει από 2 τα ξημερώματα, όταν είδε μια μεγάλη παρέα να περνάει την πόρτα. Έξι – εφτά άντρες και τρεις γυναίκες μπήκαν γελώντας δυνατά. Ο σερβιτόρος, ένωσε βιαστικά 2-3 τραπέζια μπροστά στην πίστα και τους έβαλε να καθίσουν. Ο Χρήστος τους κοίταξε κι αμέσως κατάλαβε πως μαζί τους δεν θα είχε προβλήματα. Φορούσαν κοστούμια και καλογυαλισμένα, ακριβά παπούτσια. “Φλώροι” σκέφτηκε κι έκανε να γυρίσει το βλέμμα του όταν την είδε… Έβγαλε αργά το μαύρο, μακρύ παλτό της και το ακούμπησε στην καρέκλα. Πριν καθίσει στη θέση της, γύρισε το κεφάλι και το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό του.

Κόλλησε ο Χρήστος. Κι αν δεν είχε δει γυναίκες τόσα χρόνια! Όμορφες! Νεράιδες σωστές! Αυτή όμως… αυτή ήταν το κάτι άλλο! Μαχαίρι το βλέμμα της. Το δέρμα της λευκό, σαν πορσελάνη, να κάνει αντίθεση με τα κατάμαυρα, μακριά, σγουρά μαλλιά της. Το κόκκινο κοντό φόρεμά της, δεν άφηνε πολλά στην φαντασία, όμως δεν ήταν από εκείνες τις “εύκολες”. Φαινόταν. Τις ήξερε αυτές ο Χρήστος. Τις είχε “σπουδάσει” τόσα χρόνια στη νύχτα. Κατάφερε να κρύψει την ταραχή του και τράβηξε τα μάτια του από πάνω της. Κοιτούσε προς το μέρος της που και που διακριτικά, αλλά εκείνη έδειχνε σαν να μην είχε προσέξει καν ότι υπάρχει.

Πέρασε η ώρα. Ελάχιστοι πελάτες βρίσκονταν στο χώρο. Κάτι ξέμπαρκοι που τα έπιναν μονάχοι, ήσυχοι κι αθόρυβοι, σιγοτραγουδούσαν τους στίχους των λαϊκών και ρουφούσαν ουίσκι, πίνοντας τους νταλκάδες τους. Αυτοί κι η παρέα της μελαχρινής είχαν απομείνει. Το μαγαζί είχε σχεδόν αδειάσει, όταν άκουσε τις πρώτες νότες απ’ το “τραγούδι του”. Ο Τάσος, ο μπουζουξής, για εκείνον το έπαιζε αυτό το τραγούδι. Τον ήξερε χρόνια, το καταλάβαινε απ’ το βλέμμα του, όταν κάτι τον απασχολούσε και σήμερα το έβλεπε καθαρά, κάτι του έτρωγε τα σωθικά.

Ζεϊμπέκικο. Βαρύς χορός. Αντρικός. Αντρικός και μοναχικός. Δεν χορεύεις ζεϊμπέκικο για να σε θαυμάσουν. Για σένα το χορεύεις. Για την πάρτη σου και μόνο. Δεν σε κάνει μάγκα, πρέπει να είσαι, αλλιώς δεν σου ταιριάζει. Με την ψυχή χορεύεται, όχι με το κορμί. Κι είχε ψυχή ο Χρήστος. Το γνώριζαν όσοι τον ήξεραν και το μάθαιναν όσοι τον έβλεπαν να χορεύει.

Ο Χρήστος αναστέναξε βαριά και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του. Ήταν η δική του ώρα. Σηκώθηκε μ’ αργά βήματα κι ανέβηκε στην άδεια πίστα. Το “ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας” ήταν το τραγούδι του. Οι πιο πολλοί πελάτες, χρόνια θαμώνες, ήξεραν… όταν ανέβαινε ο Χρήστος στην πίστα, δεν πλησίαζε κανείς.

Σαν αετός ο Χρήστος “πετούσε” στην πίστα κι ο Τάσος έβαζε όλη του την τέχνη για να τον ευχαριστήσει. Τον λάτρευε αυτόν τον ρυθμό ο Χρήστος. Τραγούδι χωρίς λόγια, μελωδία μόνο. Ποιος να ήξερε τι του θύμιζε; Οι λιγοστοί πελάτες, είχαν στρέψει τα μάτια τους πάνω του. Θαύμαζαν τον λεβέντη με το φουρτουνιασμένο βλέμμα. Τι ζόρια να είχε περάσει; Τι καημούς να έκρυβε μέσα του; Ποιος να ήξερε; Ποιος να τολμούσε να ρωτήσει;

Παίρνοντας μια στροφή, με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι να κινείται προς το μέρος του. Κάποιοι, αυτοί που γνώριζαν, κοκάλωσαν. Ποιος τολμούσε να ανέβει στην πίστα, την ώρα που χόρευε ο Χρήστος; Ήταν εκείνη. Εκείνη η μελαχρινή, απ’ την παρέα με τους κοστουμάτους. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Μόνο ο Τάσος, πλησίασε δυο βήματα διακριτικά προς το μέρος του, μπας και προλάβαινε το κακό. Ο Χρήστος, δεν θα άγγιζε γυναίκα, αλλά αν την ακολουθούσε κάποιος φίλος της, θα γινόταν φονικό. Έκανε μια στροφή και γονάτισε ο Χρήστος. Γονάτισε και χτύπησε το χέρι του τόσο δυνατά στην πίστα, που ταρακουνήθηκαν οι μουσικοί. Σήκωσε το βλέμμα του και το κόλλησε στο δικό της. Ήταν απροσδιόριστο το ύφος της. Το δικό του ήταν σκληρό. Σαν να προσπαθούσε μ’ ένα βλέμμα να την υποτάξει. Λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτιούνται. Σαν να περίμενε να την δει τουλάχιστον να γονατίζει μπροστά του, για να του χτυπήσει παλαμάκια κι ας το μισούσε αυτό. Το ζεϊμπέκικο είναι εκδήλωση πόνου κι ο πόνος δεν αποθεώνεται. Μ’ αντί έστω γι’ αυτό, εκείνη στάθηκε μπροστά του κι άνοιξε τα χέρια της. Τα άνοιξε και πήρε μια στροφή, μη παίρνοντας τα μάτια της απ’ τα δικά του. Κι άρχισε να χορεύει…

Δεν ήταν πολύ ψηλή κι όμως όπως χόρευε, έμοιαζε θεόρατη! Είχε μια δύναμη στο βλέμμα και μια σταθερότητα στο κορμί… αμαζόνα σωστή! Τα έχασε ο Χρήστος κι αυτό δεν του συνέβαινε συχνά. Τα έχασε για λίγο κι έμεινε εκεί, γονατισμένος μπροστά της να την κοιτάζει, την ώρα που στροβιλιζόταν στην πίστα. Στην δική του πίστα. Στη δική του ώρα. Εκείνη χόρευε κι εκείνος ήταν σκυμμένος μπροστά της.

Ο Τάσος έκανε νόημα στην ορχήστρα ν’ αλλάξουν ρυθμό, να παίξουν κάτι άλλο. Δεν ήξερε τι θα συνέβαινε στη συνέχεια. Η μελαχρινή, με το βλέμμα της ακόμη καρφωμένο στο Χρήστο, του χαμογέλασε και έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στο τραπέζι της. Ο Χρήστος ήταν ακόμη γονατισμένος μη ξέροντας πως ν’ αντιδράσει. Τι είχε μόλις συμβεί; Σφυριά άρχισαν να χτυπάνε μέσα στο κεφάλι του. Σηκώθηκε απότομα και με δυο δρασκελιές βρέθηκε πίσω της.

-Δεν χορεύουν ζεϊμπέκικο οι γυναίκες… της είπε

Γύρισε προς το μέρος του, σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Τον κοιτούσε αμίλητη. Ο Χρήστος έριξε μια ματιά στο τραπέζι που καθόταν η παρέα της. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα πάνω του, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκωθεί. Το δικό της βλέμμα ήταν ήρεμο, δεν έκρυβε ίχνος φόβου. Αυτό αγρίεψε το δικό του ακόμη περισσότερο. Με τι θράσος τον κοιτούσε! Που το έβρισκε τόσο θράσος μια σταλιά γυναίκα;

-Δεν είναι γυναικείος χορός…

-Γιατί;

-Το ζεϊμπέκικο εκδηλώνει καημούς κι αυτό απαγορεύεται να το κάνει μια γυναίκα που συνοδεύεται. Προσβάλει το συνοδό της, που δεν μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο της. Τον μειώνει σαν άντρα.

Η μελαχρινή τον κοίταξε διερευνητικά για λίγο.

-Κάνε με να μην ξαναχορέψω. του είπε και το ύφος της ήταν αυθάδικο.

-Πάρε τα πράγματα σου και πάμε…

Τον κοίταξε για ελάχιστα δευτερόλεπτα και προχώρησε στο τραπέζι της. Ο Χρήστος ήταν δίπλα της. Στάθηκε ανάμεσα σ’ αυτήν και τους φίλους της, σαν ασπίδα για εκείνη. Χωρίς να πει λέξη σε κανέναν απ’ την παρέα της, πήρε το τσαντάκι και το παλτό της. Ο Χρήστος την έπιασε απ’ το χέρι και βγήκαν απ’ το μαγαζί.

Εκείνο ήταν το τελευταίο της ζεϊμπέκικο…

Περαία, Θεσσαλονίκη – 2019

-Πάλι την ίδια ιστορία της λες παππού;

-Αφού της αρέσει… δες την… σχεδόν χαμογελάει… απάντησε ο Χρήστος, την ώρα που χάιδευε απαλά το μέτωπο της Στέλλας.

Ήταν ξαπλωμένη στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Τα μάτια της ήταν κλειστά, ίσως και να κοιμόταν, αλλά ναι… σαν να χαμογελούσε έμοιαζε…