21/5/2008

-Το θυμάσαι το τραγούδι; Σε αυτό το πάρτυ εγώ δεν ήθελα να πάω, άσε που δεν είχα κι τίποτα να βάλω;
Η Αννίτα κοίταξε τη φίλη της κι έσκασε στα γέλια.
-Τι γελάς μωρέ, δίκιο δεν έχω; μουρμούρισε η Στεφανία ενώ πρόβαρε το 3ο φόρεμα μπροστά στον καθρέπτη. Το έβγαλε κι αυτό απηυδισμένη. Τι ήθελε κι την τράβαγε η φίλη της τώρα σε αυτό το χαζόreunion του Λυκείου; Άλλη όρεξη δεν είχε. Έκατσε στο κρεβάτι κι ξεφύσηξε δυνατά.
-Ωχ μωρέ, πως κάνεις έτσι, είπε η Αννίτα που σταμάτησε επιτέλους να γελάει,
-Σιγά μη σκάσουμε για ένα γκομενάκι, μουρμούρισε κι χώθηκε μέσα στη ντουλάπα. Η Στεφανία αναστέναξε. Δε μίλησε, γιατί βαρέθηκε να γκρινιάζει, αλλά η Ανίτα ήξερε πολύ καλά ότι δεν την ένοιαζε το γκομενάκι. Την ένοιαζε που ήταν σχεδόν 30, ανύπαντρη και ο υποτιθέμενος, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, άντρας της ζωής της, την παράτησε για μια άλλη. Τον παπάρα, το ‘θελε κι δίπορτο. Τελοσπάντων, ας μη τα θυμάται κι συγχύζεται. Μα τι κάνει τόση ώρα αυτή η Ανίτα;
– Ε φιλενάδα, τι έπαθες σε πλάκωσαν τα ρούχα;
Η Στεφανία χαχάνισε, αχ μέρες είχε να γελάσει. Ας είναι καλά η φιλεναδίτσα της, ήταν τόσο αστεία όπως είχε σκύψει μέσα στην ντουλάπα, μια σταλιά άνθρωπος να την έχουν καταπιεί τα παλτά και το μόνο που φαινόταν ήταν τα κοντά, μικρά της ποδαράκια. Αχ η μινιατουρίτσα της! Πόσα χρόνια την ήξερε, από το νηπιαγωγείο μαζί, χέρι-χερι μέχρι το Λύκειο. Και μετά Πανεπιστήμιο, συμφοιτήτριες στην ίδια πόλη. Και συγκάτοικοι τα 2 τελευταία χρόνια. Η μινιατουρίτσα ειδικευόμενη χειρουργός. Το τέρας όσο μπόι της έλειπε τόσο πείσμα και ύφος είχε. Κι η Στεφανία δασκάλα στο δημοτικό.

– Εύρηκα! Φώναξε ενθουσιασμένη η Αννίτα και ξεμύτισε από την ντουλάπα κρατώντας θριαμβευτικά ένα φθαρμένο τζιν γραμμένο παντού με μαρκαδόρο.
– Το ‘ξέρα ότι το είχαμε πάρει μαζί μας από το πατρικό σου! Άντε τι με κοιτάζεις, δοκίμασε αν σου κάνει!
Η Στεφανία το πήρε με τρεμάμενα χέρια, πωπω τι λες τώρα το τζίν της πενταήμερης. Το φόρεσε διστακτικά, τραβήχτηκε από δω, τραβήχτηκε από κει, και ναι το ρημάδι κούμπωσε! Η Αννίτα άφησε μια πολεμική ιαχή κι αναφώνησε: «Λάμπεις Μπάμπη μου, Λάμπεις!»

Και τσουπ, η Στεφανία βρέθηκε πίσω στο 1998. Τρίτη Λυκείου, πενταήμερη, Κρήτη. Έτοιμη να κλάψει γιατί το αγόρι των ονείρων της, που λάτρευε από την πρώτη δημοτικού, τα ‘φτιαξε με τη σιχαμένη τη Σωτηρόπουλου, που σιχαινόταν από την πρώτη δημοτικού. Κι τότε ένα μικροσκοπικό χέρι έσφιξε το δικό της, μια φωνή ψιθύρισε στο αυτί της, μην απελπίζεσαι, εγώ είμαι εδώ. Κι έβγαλε έναν μαρκαδόρο από το τσαντάκι που κουβαλούσε πάντα μαζί της κι φώναξε δυνατά:
– Έχω μια ιδέα, να γράψουμε όλοι μια ευχή στο τζίν της Στεφανίας και να το βαφτίσουμε τζιν της πενταήμερης!
Η ιδέα έγινε δεχτή με ενθουσιασμό! Όλοι έγραψαν από μια ευχή, η Στεφανία με το τζίν της έγινε το θέμα της εκδρομής και φιγουράριζαν σε όλες τις φωτογραφίες. Η Σωτηρόπουλου έσκασε. Κι η Στεφανία κατάλαβε πως έχει την κάλυτερη φίλη του κόσμου.

Χαμογέλασε στην Αννίτα κοιτώντας τη μέσα από τον καθρέπτη.
-Είσαι απίθανη, της ψιθύρισε. Με το τζίν κι το πιο σέξι μπλουζάκι της και την κολλητή της από το χέρι, ξεκίνησαν για το πάρτυ. Η Σωτηρόπουλου ήταν εκεί, όμορφη κι ξινή όπως πάντα, μοστράροντας ένα δαχτυλίδι γίγαντα κι έναν επίσης ξινό μνηστήρα. Κι ο Πέτρος ήταν εκεί.
-Δεν το πιστεύω, φοράς το τζίν, της είπε και έλαμψε το πρόσωπο του.

Ήπιαν, χόρεψαν θυμήθηκαν τα παλιά. Το τζιν έκλεψε πάλι την παράσταση. Κι η Σωτηρόπουλου πήρε τον ξινό μνηστηρα κι την ξινή φάτσα της κι έφυγε νωρίς.
Αρκετά ποτά μετά, με το τηλέφωνο του Πέτρου στην τσέπη κι από μια μπίρα στο χέρι, οι δυο φιλενάδες έκατσαν σε ένα παγκάκι στο πάρκο. Η Αννίτα σιγοτραγουδούσε,
– Μπαμ και κάτω…. Είδες που βρήκες τι να βάλεις;
-Είδες που έχω την καλύτερη φίλη στον κόσμο; Η Αννίτα την κοίταξε συγκινημένη της έσκασε μια αγκαλιά.
-Έχω μια ιδέα, είπε.
-Πάλι ιδέα; Η τελευταία σου πάντως με έβγαλε ασπροπρόσωπη για πάνω από μια δεκαετία.
-Ε, ας το γιορτάσουμε λοιπόν, ας το γιορτάζουμε κάθε χρόνο, ας είναι η σημερινή ημέρα η επέτειος του τζίν της πενταήμερης!
– Ναι ρε φιλενάδα, ναι,
φώναξε η Στεφανία και τσούγκρισαν τις μπίρες τους ενθουσιασμένες.

 

21/5/2018
Η ώρα ήταν περασμένη, την περίμεναν ο Πέτρος και τα αγόρια της στο σπίτι. Δεν μπορούσε όμως να γυρίσει ακόμα. Είχε μια επέτειο να γιορτάσει. Πήρε 2 μπίρες από το περίπτερο κι κατευθύνθηκε στο γωνιακό παγκάκι της πλατείας. Άφησε τη μια ανοιχτή δίπλα της κι σήκωσε την άλλη προς τον ουρανό.
-Επέτειος του τζίν της πενταήμερης σήμερα Αννιτάκι. Σε ευχαριστώ.

 

 

Αφιερωμένο στη Φίλη μου, που έφυγε νωρίς και πίστευε στην αληθινή φιλία.

 

 

EleniP