Το τραγούδι του Σπύρου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Σπύρος πλένει τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα. Η τηλεόραση είναι ανοιχτή στο μουσικό παιχνίδι Sing, You Can. Το φως από την παλιομοδίτικη λάμπα καλύπτει όλο το χώρο της κουζίνας. Το παράθυρο είναι μισάνοιχτο, με τη σήτα να εμποδίζει τα διάφορα έντομα να εισέλθουν. Το υπόλοιπο διαμέρισμα παραμένει σκοτεινό.

Αφήνει στην άκρη το προτελευταίο πιάτο και κοιτάζει στο αγαπημένο του σόου. Μια παχουλή κοπέλα, ξανθιά και έντονα βαμμένη, ερμηνεύει μια μπαλάντα, τη στιγμή που ο υπολογιστής του στούντιο, ο Σένιορ Τζο, αναλύει τη φωνή της, με τις διακυμάνσεις, τον τονισμό και την ορθή χρήση των στίχων. Ο Σπύρος το παρακολουθεί κάθε βράδυ, ενώ πλένει τα πιάτα. Διασκεδάζει με τον υπολογιστή, κυρίως, με τις αποφάσεις και τη ρομποτική φωνή που λέει στον/στην διαγωνιζόμενο/-η αν και γιατί περνάει ή όχι. Έχει τη φάση του, ειδικά όταν οι παίχτες κοιτάνε με αγωνία μια κάμερα σε ένα γραφείο χωρίς άνθρωπο, ενώ στο βάθος οι θεατές βγάζουν βίντεο και φωτογραφίες και χειροκροτάνε ή μένουν απαθείς, ανάλογα με την περίπτωση. Όταν τελειώνει το σόου, ο Σπύρος συνήθως παίρνει την πατερίτσα του, κλείνει το παράθυρο της κουζίνας, πάει στην τουαλέτα για δέκα λεπτά, διπλοτσεκάρει κάθε παράθυρο και πόρτα, πάει στο δωμάτιό του, ξαπλώνει, λέει για ένα λεπτό την προσευχή του και κλείνει τα μάτια του. Και κοιμάται.

Η κοπέλα τελικά περνάει στην επόμενη φάση, με τον Σένιορ Τζο να της λέει «Συγχαρητήρια, αγαπητή μου!». Κλασική ατάκα. «Συγχαρητήρια, αγαπητέ μου! Συγχαρητήρια, αγαπητή μου!». Ή, αν είναι ομάδα διαγωνιζομένων, «Συγχαρητήρια, αγαπητοί μου!». Ο Σπύρος χαμογελάει, δύσκολα, είναι η αλήθεια -έχει κάνα μήνα τώρα που δεν χαίρεται πολύ-, ενώ ο παρουσιαστής της εκπομπής ετοιμάζεται να αναγγείλει τον επόμενο διαγωνιζόμενο.

Ο Σπύρος βάζει τα πιάτα στη άκρη του νεροχύτη και πιάνει τα μαχαιροπίρουνα. Τα βάζει κάτω από τη βρύση και μετά ένα-ένα τα σαπουνίζει. Πρώτα το πιρούνι, μετά το κουτάλι και τέλος το μαχαίρι.

«ΚΑΙ ΤΩΡΑ!»

Ο Σπύρος ξεφωνίζει από την απότομα δυνατή φωνή.

«ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ…»

Κοιτάζει στην οθόνη. Η κάμερα εστιάζει στο πρόσωπο του παρουσιαστή, του Θωμά Δημητρίου, που κοιτάζει απευθείας την κάμερα. Χαμογελάει. Έχει γείρει το κεφάλι προς τα κάτω και οι κόρες των ματιών του είναι ελάχιστα πιο κάτω από τα φρύδια του. Τα χέρια του κρέμονται στα πλαϊνά του κορμιού του. Πίσω του φαίνεται αχνά η ονομασία του σόου.

Ο Σπύρος παραξενεύεται.

Sing Or Die

Έτσι γράφει.

Μα δε λέγεται έτσι, σκέφτεται. Μετά προσέχει κι άλλα πράγματα, ενώ το πλάνο ανοίγει. Τα φώτα του στούντιο αλλάζουν χρώματα. Συνέχεια. Κόκκινο, κίτρινο, μωβ, πράσινο, μπλε, τιρκουάζ, γαλάζιο… Απανωτά. Ο Σπύρος ενοχλείται από τις τόσες εναλλαγές.

Η κάμερα γυρίζει προς το κοινό. Μαυρίλα. Δεν υπάρχουν φώτα εκεί. Κάτι κινείται, αλλά δε διακρίνει τίποτα.

Δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει.

Ξανά η κάμερα στον Θωμά.

«ΣΠΥΡΟ. ΕΣΥ, ΣΠΥΡΟ», φωνάζει. «ΤΡΑΓΟΥΔΑ. ΤΡΑΓΟΥΔΑ, ΣΠΥΡΟ!».

Ο Σπύρος δεν θέλει να τραγουδήσει. Δεν του αρέσει η φωνή του, δεν είναι καλή για τραγούδι. Άσε που μερικές φορές ψευδίζω κιόλας, σκέφτεται. Και στο σχολείο το απέφευγε όσο μπορούσε.

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι πώς γίνεται να απευθύνεται ο Θωμάς στον Σπύρο.

«ΤΩΡΑ, ΣΠΥΡΟ. ΤΡΑΓΟΥΔΑ, ΣΠΥΡΟ».

Ο Σπύρος βλέπει την κάμερα να γυρίζει ξαφνικά προς ένα άλλο πρόσωπο, ενός νεαρού. Χαμογελάει κι αυτός. Φωνάζει κι αυτός. Μετά φαίνονται κι άλλα πρόσωπα. Ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Φωτίζονται για λίγα δευτερόλεπτα, απλά για να κοιτάξουν την κάμερα –τον Σπύρο-, να ανοιγοκλείσουν το στόμα τους και μετά να χαθούν ξανά.

Πάνω – κάτω η κάμερα.

Δεξιά – αριστερά η κάμερα.

Σκοτάδι.

Φως.

Χαμογελαστό πρόσωπο.

Δυνατές φωνές.

Σκοτάδι.

Μωβ, πορτοκαλί, τιρκουάζ, μπλε, πράσινο, κίτρινο…

Sing Or Die

Sing Or Die

Ο Θωμάς να δείχνει προς την κάμερα.

Ο Σπύρος ξεφωνίζει από την απότομη αύξηση της ροής του νερού. Ένας πόνος στο χέρι του. Κοιτάζει και βλέπει τη λεπίδα του μαχαιριού του να έχει χαράξει τα δάχτυλά του, να παραμένει κολλημένη εκεί, ενώ αίμα αναμειγνύεται με το νερό.

«ΤΡΑΓΟΥΔΑ»

«ΣΠΥΡΟ»

«ΤΩΡΑ»

«ΣΠΥΡΟ»

Φσσσστ!

Γυρίζει προς το ανοιχτό παράθυρο, τη στιγμή που το φως της κουζίνας σβήνει. Τα φύλλα της λεμονιάς τρέμουν. Ο ίδιος δεν νιώθει κάποιο κύμα αέρα να εισέρχεται στο σπίτι.

Σπύροοοοοο…

Στρέφεται προς την πόρτα και το διάδρομο. Σκοτάδι. Μόνο η τηλεόραση φέγγει σε μια παράταιρη συχνότητα.

Τραγούδα, καλέ μου.

«Ποιος είναι εκεί;» ρωτάει ο Σπύρος.

Δεν παίρνει απάντηση. Δηλαδή, όχι λεκτική απάντηση. Αντίθετα, ακούει μια πόρτα να ανοίγει και πράγματα να πέφτουν και να ρημάζουν τα πλακάκια.

«ΣΠΥΡΟ».

Πριν ακούσει κάτι άλλο από την τηλεόραση, αρπάζει το τηλεκοντρόλ και τη σβήνει. Έπειτα, πιάνει, μορφάζοντας, και αφαιρεί το μαχαίρι από την πληγή. Το αίμα ρέει σε διπλάσια ποσότητα.

Σπύροοοοοο…

Ξανά αντικείμενα που πέφτουν.

Αλλά όχι μόνο. Εντοπίζει με την ακοή του και κάτι που σέρνεται.

Ο Σπύρος ανασαίνει βαθιά. Γρήγορα. Το στήθος του φουσκώνει και ξεφουσκώνει. Παίρνει χαρτί κουζίνας και λαστιχάκια. Καλύπτει όπως-όπως τις πληγές· ο αυτοσχέδιος επίδεσμος κοκκινίζει σε δευτερόλεπτα.

Φσσσστ!

Ο Σπύρος δεν κοιτάζει προς το παράθυρο. Τον ανησυχεί περισσότερο ό,τι σέρνεται στο διάδρομο. Πιάνει την πατερίτσα του. Θυμάται πού την έχει, γιατί αλλιώς δεν θα την έβρισκε εύκολα. Με το τραυματισμένο χέρι του αναζητάει αντικείμενα. Καρέκλα, τραπέζι. Ψυγείο με παγωμένη επιφάνεια. Κενό. Τοίχος. Διακόπτης.

Το φως διαχέεται ξανά.

Ο Σπύρος ανοιγοκλείνει τα μάτια του, για να συνηθίσει. Ο διάδρομος φωτίζεται ελάχιστα. Το μπάνιο, το ίδιο. Αλλά το δωμάτιο των γονιών του καθόλου. Το σαλόνι, καθόλου. Το δωμάτιό του, καθόλου.

Τα πλακάκια σκληρίζουν από ό,τι τα τυραννάει.

Σκέφτεται να πιάσει το τηλέφωνο και να καλέσει κάποιον. Τον φίλο του τον Κυριάκο, ίσως. Ή την Φρόσω, που έρχεται και κάνει δουλειές. Ή την Μαρία, την ψυχοθεραπεύτριά του.

Όχι, όχι τη Μαρία, σκέφτεται, δεν μπορεί τώρα. Δεν μπορεί εδώ και καιρό. Επειδή είναι αργά; Λείπει από την πόλη; Δεν θυμάται.

Αλλά το κινητό είναι πίσω του. Και το σταθερό στη σκοτεινή πλευρά. Ρίχνει κλεφτές ματιές στο μπάνιο και στο χολ και στο δωμάτιο που κοιμούνταν κάποτε οι γονείς του. Αλλά εκεί δε φαίνεται το παραμικρό.

Σφίγγει την πατερίτσα. Τρέμει. Με το άλλο του χέρι αναζητάει τους διακόπτες. Αφήνει ματωμένα ίχνη στην πόρτα και στον τοίχο και εντέλει στους διακόπτες.

«ΣΠΥΡΟ!»

Σπύροοοοοο…

Φσσσστ

Ο Σπύρος φωνάζει και πέφτει μπροστά, ενώ η πόρτα της κουζίνας ανοίγει διάπλατα και χτυπάει εκκωφαντικά στον τοίχο.

Το πάτωμα είναι κρύο. Ευτυχώς, δεν τραυματίζεται, αλλά βλέπει το αίμα του να βάφει τα πλακάκια στο σημείο εκείνο, όπως και στην κουζίνα από όπου έχει περάσει.

Σύρσιμο.

«ΣΠΥΡΟ!»

Σπύροοοοοο…

Γυρίζει προς τα δεξιά.

Παλιά και χαλασμένα αντικείμενα πεταμένα στο διάδρομο. Παιχνίδια. Σκούπες. Μαξιλαροθήκες. Μια σκάλα. Βάζα. Έχουν γεμίσει τον τόπο.

Σπύροοοοοο

Ένα λάστιχο. Μαύρο, φθαρμένο. Λερωμένο από τη σκόνη και το χρόνο. Κουλουριασμένο πάνω από τα άλλα πράγματα. Με τη μια του άκρη να ορθώνεται, σαν κόμπρα. Υπάρχει ένα μικρό σκίσιμο σε ένα σημείο. Ακολουθεί με τη ματιά του προς τα πάνω και βλέπει πως υπάρχει ακόμα αρκετό στο πατάρι.

«ΤΡΑΓΟΥΔΑ»

Σπύροοοοοο…

Οι δύο φωνές, του Θωμά και… και η άλλη, είναι μία φωνή πλέον.

«Τραγούδα, καλέ μου».

Την ξέρει αυτή τη φωνή. Τα ξέρει αυτά τα λόγια.

Σύρσιμο. Το λάστιχο. Απλώνεται. Προς το μέρος του.

Τραγούδα, Σπύροοοοοο

Δημοτικό. Γυμνάσιο. Λύκειο. Άνθρωποι να παρακολουθούν. Θεατές. Περιμένουν. Εκείνον. Να τραγουδήσει.

Ο Σένιορ Τζο μιλάει με τη ρομποτική φωνή του: «Θα περάσεις στην επόμενη φάση; Είσαι άξιος, Σπύρο; Είσαι, αγαπητέ μου

«Ο σοφός υπολογιστής μας σε ρώτησε, Σπύροοοοοο»

Τρέμει. Θέλει να κλάψει. Θέλει να κρυφτεί. Από εκείνους. Από όλους.

Αναζητάει την πατερίτσα.

Φσσσστ!

Ακόμα δε νιώθει τον αέρα. Ωστόσο, τα φύλλα κουνιούνται.

Να φύγω.

Η πατερίτσα έχει πέσει κοντά στο λάστιχο. Το μπάνιο είναι δίπλα του. Μπορεί να χωθεί εκεί.

Έλα, έλα, αγόρι μου. Τραγούδα.

«Δεν θέλω».

Οι θεατές του σόου και οι φωνές των εκπαιδευτικών του: «ΤΡΑΓΟΥΔΑ, Σπύροοοοοο»

«ΔΕΝ ΘΕΛΩ», φωνάζει. «ΔΕΝ ΘΕΛΩ, ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ!».

Σιωπή.

Για ένα δευτερόλεπτο, μόνο. Μετά επίθεση.

Βλέπει κάτι να έρχεται κατά πάνω του. Πολλά πράγματα να έρχονται κατά πάνω του. Σηκώνει τα χέρια του, αλλά όχι πολύ έγκαιρα και δίχως να προστατευτεί ουσιαστικά. Κάδρα βγαίνουν από τους τοίχους και ορμούν. Κορνίζες αιωρούνται και ορμούν. Βάζα σπρώχνονται στον αέρα και ορμούν. Στον Σπύρο.

Εκείνος φωνάζει. Οι ήχοι από τα αντικείμενα που θρυμματίζονται πάνω του τον ξεκουφαίνουν. Οι πόνοι από τη συντριβή τον πληγώνουν. Εκδορές. Σχισίματα. Αίματα ξανά. Τα ρούχα του κουρελιάζονται. Το πάτωμα γεμίζει κι άλλο με διαλυμένα πράγματα.

Ο Σπύρος κλαίει.

Όπως τότε.

Θυμάται τα βλέμματα των θεατών, γονιών και εκπαιδευτικών, που κοιτούσαν συγκαταβατικά. Τον λυπόνταν. Αυτόν και τους γονείς του. Λες και ήξεραν. Λες και τον καταλάβαιναν.

Η μητέρα του ήταν η μόνη που πλησίασε στο να τον καταλάβει. Έστω και αμυδρά. Ο πατέρας του ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, απών. Στη χειρότερη, δεν ήταν πατέρας.

Δεν τραγούδησες, μικρέ. Ξέρεις τι πρέπει να γίνει, έτσι δεν είναι;

Το λάστιχο.

Στο λαιμό.

Για αρχή.

Ο γιατρός που τον παρακολουθούσε δεν καταλάβαινε γιατί δεν υπήρχε εξέλιξη, γιατί δε βελτιωνόταν η κατάστασή του.

Ο μπαμπάς: Δεν ξέρουμε, γιατρέ. Ίσως δεν είναι γραφτό του.

Σπύροοοοοο…

«ΣΠΥΡΟ»

«Είσαι άξιος, αγαπητέ μου

Κάτι κινείται δίπλα του. Η πατερίτσα έχει υψωθεί. Αλλά όχι μόνη της. Το λάστιχο έχει τυλιχτεί γύρω της.

«Σπύρο; Ω Θεέ μου, Σπύρο, τι έπαθες;»

Από την κουζίνα.

Ο Σπύρος κοιτάζει. Η γειτόνισσά του. Κι άλλοι γείτονες. Στέκονται στο σκοτάδι.

Ο Σπύρος δεν αντιδράει. Κάνουν να μπουν, αλλά η πόρτα κλείνει απότομα.

«ΣΠΥΡΟ, ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ;» του φωνάζουν.

Δεν παίρνουν απάντηση.

Γιατί τότε η πατερίτσα πέφτει στον Σπύρο. Ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά.

Ώσπου, δεν υπάρχει πια πόνος και πραγματικότητα.

 

Δύο μέρες μετά. Ο Σπύρος στο νοσοκομείο. Χέρια και πόδια σε νάρθηκες. Δεμένα πλευρά. Ορός με αίμα. Η μάσκα οξυγόνου θολώνει από την αναπνοή του. Ένα μηχάνημα δίπλα του μετράει τους παλμούς του. Ένα αναπηρικό αμαξίδιο δίπλα στο κρεβάτι. Στο κομοδίνο μια κανάτα με νερό και ένα ποτήρι.

Είναι μαζί με τρεις άλλους ασθενείς. Μια νοσοκόμα έρχεται κάθε τόσο και ελέγχει. Μια τηλεόραση σβηστή. Παράθυρα κλειστά.

Η αστυνομία δεν είναι τώρα εδώ. Του έχουν πει σε τι κατάσταση είναι το σπίτι του. Του έχουν ζητήσει περιγραφές αυτού ή αυτών που του έκανε ή έκαναν τόσο κακό.

Δεν ξέρει.

Πού είναι η Μαρία;

Δεν θυμάται. Αυτή χρειάζεται. Αλλά δεν είναι εδώ.

Το δωμάτιο είναι μισοσκότεινο. Ο διάδρομος έξω φωτίζεται, αλλά όχι πολύ, για να μην ενοχλεί τους ασθενείς. Μυρωδιά φαρμάκων και αντισηπτικού και οινοπνεύματος στο χώρο.

Ο Σπύρος λαγοκοιμάται. Ο ύπνος του είναι από τις λίγες συνήθειες που δεν έχουν αλλοιωθεί.

Η Μαρία (πριν πεθάνει τον προηγούμενο μήνα): Πώς τα κατάφερες τότε, Σπύρο;

Απλά δεν ήμουν εκεί. Ήταν κάποιος άλλος εκεί.

Δεν υπάρχει κανείς άλλος, Σπύρο. Ποτέ δεν υπήρξε. Εσύ ήσουν εκεί. Εσύ τραγούδησες τότε.

Όχι. Εγώ ποτέ δεν τραγουδώ. Εκεί ήταν κάποιο άλλο παιδί. Κάποιο που μου έμοιαζε. Αυτό που ήθελε ο μπαμπάς να είναι εκεί. Ένα παιδί που μπορεί. Να τραγουδήσει. Να περπατήσει ελεύθερο. Να κάνει τα πάντα.

Ο Σπύρος ακούει τους άλλους ασθενείς να φωνάζουν, τη στιγμή που το αναπηρικό αμαξίδιο κάνει πίσω και μετά μπρος και μετά πίσω και μετά ξανά μπρος. Πέφτει με δύναμη στο κρεβάτι και το σπρώχνει ελαφρώς.

Η Μαρία (πριν πεθάνει): Και τώρα πού είναι αυτό το παιδί, Σπύρο;

Εδώ.

Εδώ.

«Εδώ», ψελλίζει ο Σπύρος και ακούει ένα παιδικό χαμόγελο από ένα φάντασμα που κάθεται στο αμαξίδιο.

Το μηχάνημα δίπλα του κουδουνίζει δυνατά, από τους παλμούς του που ανεβαίνουν.

Αυτό το παιδί δεν πέθανε ποτέ, Μαρία. Όσο ζω εγώ, θα ζει κι αυτό.

Δεν υφίσταται αυτό…

Ο Σπύρος ακούει την τηλεόραση να ουρλιάζει και να επικρατεί των φωνών των ασθενών.

Ο Σένιορ Τζο και οι εκπαιδευτικοί του: «Δεν είσαι άξιος, Σπύροοοοοο, αγαπητέ μου… Γι’ αυτό σου πέθανε και η Μαρία, Σπύροοοοοο»

Δυο νοσοκόμοι προσπαθούν να μπουν στο δωμάτιο. Αλλά η πόρτα είναι κλειστή και εκείνοι αδυνατούν να την ανοίξουν.

Η γυάλινη κανάτα με το νερό υψώνεται. Το μηχάνημα για τους παλμούς υψώνεται.

Οι νοσοκόμοι αποφασίζουν να σπάσουν την πόρτα. Παίρνουν φόρα. Ένας-ένας. Τα χτυπήματα την τραντάζουν.

Τα αντικείμενα έτοιμα.

Η πόρτα κλυδωνίζεται. Μια στιγμή πριν πέσει.

Ορμούν μέσα.

Βλέπουν μόνο για μια στιγμή τα αντικείμενα στον αέρα.

Μετά από τρία δευτερόλεπτα, βγαίνουν έξω και κάνουν εμετό. Μόλις έχουν δει ένα κρανίο να γίνεται κομμάτια.

Αργότερα, θα πάρουν όρκο ότι άκουσαν και μια παιδική φωνή να γελάει σε έναν θάλαμο που δεν υπήρχαν παιδιά.

 

 

 


Σημείωση: Η ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook