Το φαινόμενο της πεταλούδας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ο αστυνόμος Γκάι Σάντερς κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του δεν έλεγαν να φύγουν και το ταλαιπωρημένο βλέμμα του πρόδιδε τις αυπνίες που τον βασάνιζαν τον τελευταίο καιρό. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έτριψε τους κροτάφους του.

Εδώ και αρκετό καιρό, ένας φονικός ιός που μεταδιδόταν με τα σταγονίδια του φτερνίσματος και του βήχα είχε εξαλείψει την πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού. Το επάγγελμά του, ήταν από τα ελάχιστα που συνέχιζε να λειτουργεί και μάλιστα με πολλές υπερωρίες. Ο περισσότερος κόσμος, έμενε κλεισμένος μέσα  ακολουθώντας τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που έκανε μια ύστατη προσπάθεια να περιορίσει τη μετάδοση. Αυτή η κατάσταση όμως, είχε ως αποτέλεσμα την εξάπλωση ενός εξίσου θανατηφόρου – όχι για τη ζωή τους, αλλά για το μυαλό τους – ιού: του φόβου και της παράνοιας. Οι άνθρωποι φοβούνταν να βγουν από το σπίτι τους και προτιμούσαν να πεθαίνουν από την πείνα. Πολλοί που τολμούσαν να κυκλοφορήσουν έξω πάθαιναν κρίσεις πανικού, αφού νόμιζαν πως κάθε μέρα θα ήταν η τελευταία τους﮲ νόμιζαν πως κάτι αόρατο τους άγγιζε, τους μόλυνε και η ασθένεια εξαπλωνόταν ήδη μέσα τους κι έτρωγε τα σωθικά τους. Κοιτούσαν με καχυποψία εκείνους που τύχαινε να συναντήσουν και περνούσαν αμέσως στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Αν κάποιος, τους ακουμπούσε κατά λάθος, του επιτίθονταν αμέσως με βρισιές και πολλές φορές χειροδικίες. Τα εγκλήματα επίσης αυξάνονταν με εκθετικό βαθμό, όπως αυξάνονταν και τα θύματα του φονικού ιού.

«Το μυαλό…», σκέφτηκε ο Γκάι, «η αρρώστια του μυαλού είναι η χειρότερη. Πολλές φορές η γραμμή που χωρίζει την τρέλα από τη λογική είναι τόσο λεπτή, που αρκεί το παραμικρό τράνταγμα για να την κόψει».

Αυτό είχε συμβεί και στον Τρέβορ Ουάτκινς. Ο Τρέβορ Ουάτκινς ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος και διακεκριμένος γυναικολόγος που δεν έδινε ποτέ δικαίωμα σε κανέναν. Ήταν εκείνος για τον οποίο οι γείτονές του θα έλεγαν «Ήταν καλό παιδί. Σπουδαγμένο. Δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι θα έκανε μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη». Κι όμως την έκανε. Όντας θρησκόληπτος, όντας πεπεισμένος πως όλα αυτά εξυπηρετούσαν έναν απώτερο σκοπό, πως ήταν το σχέδιο του Θεού για να τιμωρήσει τους ανθρώπους για τις αμαρτίες τους, αποφάσισε να αναλάβει δράση και να απαλλάξει τον κόσμο από όλους τους αμαρτωλούς. Πρώτο του θύμα, ήταν η πελάτισσά του Σόφι Γκίλιαμσον, μια κοπέλα που είχε κάνει την αμαρτία – κατά τη γνώμη του – να μείνει έγκυος ενώ ήταν ανύπαντρη. Η μητέρα της όμως που είχε ανησυχήσει γιατί η κόρη της δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι μετά από την επίσκεψη στο γιατρό, είχε δηλώσει την εξαφάνισή της στην αστυνομία, η οποία ψάχνοντας, κατέληξε στον Ουάτκινς. Αν και είχαν όλες τις αποδείξεις που χρειάζονταν, εκείνος αρνιόταν να ομολογήσει, αρνιόταν να αποκαλύψει πού την είχε φυλακισμένη.

Ο Γκάι αναστέναξε. Το μόνο που του έδινε κουράγιο, ήταν ότι σήμερα θα ξαναέβλεπε τη γυναίκα του, τη Σέριλ. Η Σέριλ, ήταν λοιμωξιολόγος και είχε ταξιδέψει στην Κίνα για να συναντήσει έναν άντρα στο αίμα του οποίου είχαν βρεθεί αντισώματα κατά του φονικού ιού. Επέστρεφε σήμερα μαζί του με ιδιωτικό αεροσκάφος, αφού όλες οι άλλες πτήσεις από και προς την Αμερική είχαν απαγορευτεί. Κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν περασμένη. Θα έπρεπε να είχε ήδη προσγειωθεί. Γιατί δεν τον είχε πάρει τηλέφωνο;

«Ίσως άργησε να απογειωθεί», καθησύχασε τον εαυτό του.

Κλείδωσε το αμάξι, έριξε μια ματιά στον συννεφιασμένο, φθινοπωρινό ουρανό που προμήνυε βροχή και διέσχισε βιαστικά την έρημη, κεντρική πλατεία της πόλης.

«Νεαρέ!», άκουσε μια φωνή πίσω του.

Γύρισε απότομα και είδε μια γριά τσιγγάνα να τον κοιτάζει έντονα στα μάτια. Κοντοστάθηκε, προσπαθώντας να καταλάβει πώς εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά. Εκείνη τον πλησίασε. Το πρόσωπό της ήταν αυλακωμένο από τις ρυτίδες, τα χέρια της ήταν γεμάτα ρόζους και ο περίεργος τρόπος με τον οποίο περπατούσε έδειχνε ότι κούτσαινε από τη δεξιά μεριά.

«Άσε με να σου πω τη μοίρα σου…», είπε κι έκανε να του πιάσει το χέρι.

Εκείνος τραβήχτηκε απότομα.

«Παράτα με γιαγιά!», της πέταξε κι έκανε να φύγει.

Εκείνη τον έπιασε σφιχτά από το μπράτσο.

Ο Γκάι γύρισε και την κοίταξε τραβώντας το χέρι του απότομα.

«Μην με αγγίζεις!», έκανε έξαλλος. «Κυκλοφορεί ένας φονικός ιός!»

«Γνωρίζεις το φαινόμενο της πεταλούδας;», τον ρώτησε αμέσως.

Τα μαύρα μάτια της πετούσαν σπίθες.

Φαινόμενο της πεταλούδας… Κάπου είχε ακούσει αυτή την έκφραση. Κάπου…

«Αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα», συμπλήρωσε τη σκέψη του η τσιγγάνα. «Για κάθε δράση, υπάρχει μια αντίδραση. Πρέπει μόνο να είναι η σωστή», του είπε κοφτά.

«Τι εννο…», πήγε να ρωτήσει ο Γκάι αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια δυνατή βροντή και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς.

«Μην ανησυχείς και μην προσπαθείς για πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις. Μόνο για εκείνα που μπορείς!», του πέταξε η γριά τσιγγάνα κι απομακρύνθηκε.

Ο Γκάι βλαστήμησε δυνατά κι έψαξε να βρει ένα μέρος για να προστατευτεί από τη βροχή.

***

Το αεροπλάνο τραντάχτηκε απότομα. Η Σέριλ έσφιξε τα μπράτσα του καθίσματος και κράτησε την αναπνοή της.

«Παρακαλώ μείνετε ψύχραιμοι και δέστε τις ζώνες σας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας», ακούστηκε μέσα στην αίθουσα.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσε ένα πιο δυνατό τράνταγμα. Τα φώτα τρεμόπαιξαν.

***

Δυο νεαροί άντρες βρίσκονταν μέσα σε ένα λευκό δωμάτιο περιτριγυρισμένο από παράθυρα κι έπαιζαν μια παρτίδα σκάκι που συνεχιζόταν πολύ καιρό. Ο ένας ήταν ξανθός, με τα μαλλιά του πιασμένα αλογοουρά στη βάση του αυχένα και ντυμένος στα λευκά,. Ο άλλος, είχε μια μαύρη μοϊκάνα στη μέση του ξυρισμένου του κρανίου και φορούσε μαύρα.

«Δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να τα παρατήσεις;», ρώτησε ο μαυροντυμένος χαμογελώντας στραβά και προχωρώντας το πιόνι του μερικά τετράγωνα.

«Όχι ακόμα», απάντησε ήρεμα ο άλλος ανταποδίδοντας την κίνηση.

«Έλα τώρα…», έκανε μειλίχια. «Τόσο καιρό το παλεύεις, τόσο καιρό με μαρκάρεις στενά, αλλά δεν έχεις καταφέρει να με νικήσεις, κι από ότι φαίνεται δεν θα το καταφέρεις ποτέ…», είπε αργόσυρτα.

Εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός έσκισε τα πυκνά σύννεφα και μια δυνατή βροντή έσπασε το μονότονο ήχο της βροχής. Ο ξανθός δεν μίλησε αλλά μετακίνησε το πιόνι του μερικά τετράγωνα.

***

Η Σόφι ξύπνησε μέσα σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο. Ήταν ξαπλωμένη πάνω σε κάτι σκληρό και κρύο. Έκανε να σηκωθεί αλλά κάτι την εμπόδιζε. Της πήρε λίγη ώρα μέχρι να συνέλθει και να συνειδητοποιήσει ότι τα χέρια και τα πόδια της ήταν δεμένα. Πήρε βαθιές ανάσες και κοίταξε την φουσκωμένη κοιλιά της. Είχε ήδη μπει στον μήνα της.

«Πού βρίσκομαι;», φώναξε πανικόβλητη. «Πού βρίσκομαι, τι είναι εδώ; Είναι κανείς εδώ;! Βοήθεια!»

***

Ο Γκάι άνοιξε την πόρτα του αστυνομικού μεγάρου και έτρεξε προς την τουαλέτα. Σκούπισε το πρόσωπό του και το κοίταξε στον καθρέφτη, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Τα σημάδια της ταλαιπωρίας ήταν αποτυπωμένα πάνω του. Σαν να μην έφτανε αυτό, τα ρούχα του έσταζαν κι είχε ήδη αρχίσει να κρυώνει. Βλαστήμησε και πάλι και κατευθύνθηκε προς τον πρώτο όροφο. Αγνόησε τα περίεργα βλέμματα που ήταν καρφωμένα πάνω του και όρμησε μέσα στο γραφείο. Η Μόιρα, μια νεαρή αστυνομικός ήταν ήδη εκεί και τακτοποιούσε τους φακέλους.

«Γκάι!», αναφώνησε βάζοντας το χέρι στο στήθος της όταν άνοιξε την πόρτα. «Με τρόμ… Είσαι μούσκεμα!», έκανε όταν τον πρόσεξε.

«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», είπε ενοχλημένος εκείνος. «Είχαμε κανένα νέο από τον Ουάτκινς;», ρώτησε στη συνέχεια.

«Όχι, ακόμα», κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ο Σπίντερ όμως δοκιμάζει μια νέα μέθοδο ανάκρισης μήπως και καταφέρει να του αποσπάσει τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε».

«Μάλιστα ελπίζω να έχει αποτέλεσμα…», σχολίασε ο Γκάι, «γιατί ο…»

***

«…χρόνος τελειώνει…», χαμογέλασε αυτάρεσκα ο μαυροντυμένος άντρας και κούνησε το πιόνι του. «Ξέρεις… θα μπορούσες απλά να παραιτηθείς και να αποφύγεις την πανηγυρική σου ήττα. Θα ήταν πιο εύκολο και για τους δυο μας, δεν νομίζεις;», είπε και του έκλεισε το μάτι.

«Πιο εύκολο για σένα εννοείς…», απάντησε ήρεμα ο άντρας με την ξανθιά αλογοουρά κι έκανε την κίνησή του.

Ο αντίπαλός του στένεψε τα μάτια και το φως της αστραπής προανήγγειλε τον δυνατό ήχο που θα ακολουθούσε.

***

Το αεροπλάνο συνέχισε να τραντάζεται. Η Σέριλ κοίταξε από το παράθυρο τους κεραυνούς που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον άντρα που καθόταν δίπλα της. Ακουμπούσε το κεφάλι του στο κάθισμα και είχε τα μάτια του ερμητικά κλειστά.

***

Η Σόφι είχε ιδρώσει κι ανέπνεε γρήγορα. Προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία της και να εφαρμόσει τις αναπνοές που της είχαν δείξει στα μαθήματα τοκετού, αλλά δεν τα κατάφερνε. Και τότε, ένιωσε κάτι υγρό ανάμεσα στα πόδια της.

«Όχι…», μουρμούρησε και κοίταξε την κοιλιά της. «Όχι, έσπασαν τα νερά… Κάνε υπομονή μωρό μου… κάνε υπομονή… Βοήθεια!», αντήχησε το ουρλιαχτό της στο άδειο κτίριο.

***

«Γκάι! Πρέπει να το δεις αυτό!», του φώναξε η Μόιρα.

Εκείνος άφησε τον καφέ πάνω στο γραφείο του και την ακολούθησε. Ήταν όλοι όρθιοι μαζεμένοι μπροστά στην τηλεόραση. Στένεψε τα μάτια και άκουσε προσεκτικά.

«…το ιδιωτικό αεροσκάφος στο οποίο επιβαίνει η γνωστή λοιμωξιολόγος Σέριλ Σάντερς και ο Σεκούνγκ Λι, ο άντρας που ίσως να αποτελεί το κλειδί στη θεραπεία κατά του φονικού ιού εξαιτίας του οποίου κινδυνεύει να εξαλειφθεί όλη η ανθρωπότητα, έχει χαθεί από τα ραντάρ λόγω της καταιγίδας. Στην τελευταία επικοινωνία που είχε με τον Πύργο Ελέγχου ο πιλότος είχε δηλώσει πως η καταιγίδα τον εμπόδιζε να προσγειωθεί, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κύκλους για πολλή ώρα ακόμα γιατί τα καύσιμα είχαν σχεδόν τελειώσει…»

«Γκάι;», έκανε η Μόιρα, «σε αυτό το αεροπλάνο δεν είναι και η Σέριλ; Εκείνη δεν τους συνοδεύει;»

Ο Γκάι δεν απάντησε. Στο μυαλό του τριγύριζαν οι φράσεις που είχε ακούσει: «…έχει χαθεί από τα ραντάρτα καύσιμα είχαν σχεδόν τελειώσει…»

***

Ο μαυροντυμένος άντρας χαμογελούσε στραβά.

«Πλησιάζουμε στο τέλος ξέρεις…», έκανε αργόσυρτα.

«Το ξέρω», είπε ήρεμα ο άλλος κι έκανε την κίνησή του.

***

Ο Γκάι ένιωθε να πνίγεται. Έφυγε τρέχοντας και μπήκε στο αυτοκίνητό του. Ήθελε να φύγει μακριά. Άρχισε να οδηγεί γρήγορα αγνοώντας την καταρρακτώδη βροχή. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Είχε τη λανθασμένη αίσθηση πως αν έτρεχε αρκετά, θα μπορούσε να προλάβει το κακό﮲ θα μπορούσε να σταματήσει το αεροπλάνο και να σφίξει και πάλι στην αγκαλιά του τη γυναίκα του. Ο δρόμος που είχε πάρει τελείωνε στη θάλασσα. Σταμάτησε την τελευταία στιγμή, λίγο πριν χτυπήσει τις προστατευτικές μπάρες που εμπόδιζαν την είσοδο στα οχήματα κι έσβησε τη μηχανή. Άνοιξε το ραδιόφωνο κι έγειρε το κεφάλι του στο κάθισμα του αυτοκινήτου. Το αεροπλάνο δεν είχε καύσιμα και είχε χαθεί από τα ραντάρ. Η Σέριλ βρισκόταν μέσα στο αεροπλάνο. Η Σέριλ και η πιθανή σωτηρία όλης της ανθρωπότητας. Δεν τον ένοιαζε η σωτηρία της ανθρωπότητας αυτή τη στιγμή. Τον ένοιαζε μόνο η σωτηρία της Σέριλ.

«Αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα», του είχε πει η τσιγγάνα.

Να τώρα που μια καταιγίδα είχε προκαλέσει τυφώνα στη ζωή του﮲ έναν τυφώνα, που δεν μπορούσε κανείς να σταματήσει﮲ κανείς παρά μόνο ο…

«Θεός!», κάγχασε.

Δεν πίστευε στο Θεό, αλλά αυτή τη στιγμή, είχε τόση ανάγκη να προσευχηθεί και να Του ζητήσει να τη σώσει, ακόμα κι αν χρειαζόταν να πάρει τη δική του ζωή σε αντάλλαγμα για τη δική της.

Ο ήχος του κινητού που χτύπησε, διέκοψε τις σκέψεις του.

«Παρακαλώ», έκανε χωρίς να κοιτάξει το όνομα στην οθόνη.

«Γκάι!», ήταν η Μόιρα. «Ο Ουάτκινς ομολόγησε!»

Εκείνος δεν την άκουγε. Το μυαλό του ήταν ακόμα στο αεροπλάνο. Τότε τα λόγια της τσιγγάνας ήρθαν και πάλι στο μυαλό του.

«Μην ανησυχείς και μην προσπαθείς για πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις. Μόνο για εκείνα που μπορείς!»

«Γκάι με ακούς;!», τον ρώτησε η Μόιρα.

«Ναι!», απάντησε αμέσως εκείνος.

Είχε δίκιο η τσιγγάνα.

«Ναι, σε ακούω!», πρόσθεσε και την άφησε να μιλήσει. «Ωραία!», έκανε μόλις τελείωσε, «Είμαι κοντά στο μέρος που είπε ότι την έχει. Θα πάω από εκεί!», είπε κι έκλεισε τη γραμμή χωρίς να περιμένει απάντηση.

***

Η Σόφι πονούσε. Πονούσε φριχτά κι ανέπνεε γρήγορα. Ένιωθε ότι το μωρό ετοιμαζόταν να βγει.

«Κάνε λίγο υπομονή μωρό μου…», βόγκηξε. «Λίγο υπομονή…»

Εκείνη τη στιγμή, άκουσε την πόρτα να ανοίγει με θόρυβο.

«Βοήθεια!», φώναξε επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις της. «Βοήθεια, είμαι εδώ!»

Ο Γκάι έτρεξε προς το μέρος της, την έλυσε και τη βοήθησε να σηκωθεί. Εκείνη τρέκλισε και κράτησε την κοιλιά της. Το κινητό του χτύπησε και πάλι.

«Γκάι!», φώναξε η Μόιρα. «Μου τηλεφώνησε ο Σπίντερ! Ο Ουάτκινς, δεν είναι μόνος του, έχει συνεργό, τον Μάλκολμ Ντούλιν. Μαζί τα σχεδίασαν όλα. Είμαστε ήδη στο δρόμο! Ερχόμαστε! Μην κάνεις τίποτα μόνος σου, μπορεί να είναι ήδη μέσα. Μπορεί να…»

Ο Γκάι ένιωσε ένα δυνατό πόνο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Την επόμενη στιγμή, είχε σωριαστεί λιπόθυμος.

Δεν ήξερε πόσο είχε μείνει αναίσθητος. Όταν όμως συνήλθε, είδε τη Σόφι να στέκεται τρομοκρατημένη δίπλα στον πάγκο και τον Μάλκολμ να τη σημαδεύει με το δικό του όπλο. Το βλέμμα του ήταν παρανοϊκό. Ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό του. Σήκωνε συνεχώς το τρεμάμενο χέρι του και χτένιζε τα μαλλιά του προς τα πίσω.

«Θα τελειώσω αυτό που αρχίσαμε…», μουρμουρούσε. «Θα…»

Ο Γκάι σηκώθηκε ζαλισμένος.

«Μάλκολμ!», του φώναξε.

Εκείνος αναπήδησε κι έστρεψε το όπλο προς το μέρος του. Ο Γκάι σήκωσε τα χέρια.

«Μάλκολμ», επανέλαβε. «Όλα τελείωσαν. Η αστυνομία είναι καθ’ οδόν. Άσε το όπλο και θα…»

«Βούλωσ’ το!», φώναξε εκείνος. «Θα τελειώσω αυτό που άρχισα!»

Ο Γκάι έκανε να τον πλησιάσει.

«Μείνε εκεί που είσαι!», ούρλιαξε.

Εκείνος πάγωσε στη θέση του. Σειρήνες ακούστηκαν απέξω. Ο Μάλκολμ έστρεψε το όπλο προς τη Σόφι. Το δάχτυλό του, άρχισε να τραβάει τη σκανδάλη.

***

«Γιατί θέλεις να τους σώσεις;», ρώτησε ο μαυροντυμένος άντρας. «Πες μου έναν λόγο! Τόσα χρόνια, τόσες χιλιάδες χρόνια, δεν έμαθαν τίποτα. Συνεχίζουν να σκοτώνουν. Συνεχίζουν να καταστρέφουν το κόσμο που Εσύ δημιούργησες. Κλέβουν, κάνουν πολέμους, εξαπατούν, δολοφονούν ανθρώπους για το χρήμα, για την εξουσία. Πουλάνε θάνατο ενώ υπόσχονται μια καλύτερη ζωή. Σκοτώνουν και βιάζουν γυναίκες! Σκοτώνουν και βιάζουν παιδιά! Κάνουν όλες τις αμαρτίες που Εσύ τους τόνισες να αποφεύγουν. Δεν σέβονται τη φύση. Δεν σέβονται τον πλανήτη τους, δεν σέβονται τα ζώα! Δεν σέβονται καν τη ζωή που Εσύ τους έδωσες! Δεν σέβονται Εσένα τον ίδιο! Σε κοροϊδεύουν! Σε βρίζουν! Βλαστημούν! Κάνουν εγκλήματα στο όνομά Σου για να δικαιολογήσουν τις δικές τους πράξεις! Γιατί επιμένεις να συνεχίζεις αυτή την παρτίδα και δεν παραιτείσαι;», ξέσπασε.

***

Ο Γκάι ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

«Για κάθε δράση, υπάρχει μια αντίδραση. Πρέπει μόνο να είναι η σωστή», του είχε πει η τσιγγάνα.

Ήξερε πως ο Μάλκολμ θα πυροβολούσε τη Σόφι πριν πυροβολήσουν τον ίδιο οι αστυνομικοί. Κι εκείνος, βρισκόταν πιο κοντά στη Σόφι, παρά στον Μάλκολμ για να του ορμήσει και να τον σταματήσει.

«Συγχώρεσέ με Σέριλ… Σε αγαπάω!», σκέφτηκε δυνατά τη στιγμή που έτρεχε προς το μέρος της Σόφι κι έμπαινε μπροστά της για να χτυπήσει εκείνον η σφαίρα.

***

«Γιατί πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα παλεύουν για να σώσουν τους άλλους θυσιάζοντας ακόμα και την ίδια τους τη ζωή. Γι’ αυτούς τους κάποιους, ακόμα κι αν είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, αξίζει να δώσω μια ακόμα ευκαιρία σε αυτό τον κόσμο», είπε ο ξανθός άντρας και κούνησε το πιόνι του. «Ρουά, ματ», έκανε απλά.

***

Οι αστυνομικοί πυροβόλησαν και ο Μάλκολμ σωριάστηκε στο πάτωμα δίπλα στον αιμόφυρτο Γκάι.

«Γκάι!», ούρλιαξε η Μόιρα κι έσκυψε από πάνω του. «Μείνε μαζί μου! Κρατήσου! Γκάι!»

***

Οι δυο άντρες σηκώθηκαν από το τραπέζι κι έδωσαν τα χέρια.

«Μέχρι την επόμενη φορά», είπε ο μαυροντυμένος και βγήκε έξω από το δωμάτιο. Δυο μαύρα φτερά φύτρωσαν στην πλάτη και δυο κέρατα στο κεφάλι του. Πέταξε ψηλά και χάθηκε. Ο ξανθός άντρας πλησίασε στο παράθυρο. Τη στιγμή που τον τύλιγε λευκό φως κι ανέβαινε προς τον ουρανό, τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται και η καταιγίδα κόπασε. Το αεροπλάνο που μετέφερε τη Σέριλ και τον Σεκούνγκ, κατάφερε να προσγειωθεί με ασφάλεια, λίγο πριν του τελειώσουν τα καύσιμα.

Ένα χρόνο αργότερα…

Η θεραπεία βρέθηκε χάρη στον Σεκούνγκ Λι και η ανθρωπότητα σώθηκε. Η Σέριλ καθόταν πάνω σε μια πέτρινη πλάκα με ένα μωρό στην αγκαλιά και κοιτούσε τη φωτογραφία του Γκάι. Λίγες μέρες μετά το θάνατό του είχε μάθει ότι ήταν έγκυος στο παιδί του﮲ ένα παιδί που δεν θα γνώριζε ποτέ τον πατέρα του, θα ήταν όμως περήφανο γι’ αυτόν. Σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια της, έφερε το χέρι στα χείλη της και μετά το ακούμπησε στη φωτογραφία του. Άφησε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο κι ένα παράσημο στο μνήμα του και απομακρύνθηκε.

Μια γριά τσιγγάνα την παρακολουθούσε από μακριά. Μόλις σιγουρεύτηκε ότι είχε φύγει, πλησίασε το μνήμα και άνοιξε τη χούφτα της. Μια πολύχρωμη πεταλούδα ξεπρόβαλε και κάθισε πάνω στο κόκκινο τριαντάφυλλο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *