Το χάρτινο κορίτσι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προσπάθησα πολύ. Ίδρωσα κιόλας κι αυτό έκανε τα πράγματα δυσκολότερα. Έριξα μια απεγνωσμένη ματιά στην  Αλίσια δίπλα μου. Εκείνη μου χαμογελούσε  με το ίδιο παγωμένο χαμόγελο όπως πάντα. Τι ανάγκη έχει αυτή; Αυτή το φοράει το γαμημένο τζιν. Μισοξεκούμπωτο. Κι από πάνω το λευκό αντρικό πουκάμισο. Αυτό τελείως ξεκούμπωτο. Κι από μέσα τίποτα. Ίσα που κρύβει τις θηλές της. Το κορμί της σμιλεμένο. Δεν περισσεύει τίποτα. Γαμώτο! Πάμε πάλι. Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Τίποτα. Το τζιν αντιστεκόταν σθεναρά. Σηκώθηκα πάλι όρθια. Χοροπήδησα. Το μέτωπό μου έσταζε κι η Αλίσια χαμογελούσε. Σαν να μου φάνηκε ότι τώρα με ειρωνευόταν. Μη γελάς. Θα το βάλω. Να δεις που θα το βάλω. Και μια μέρα, σύντομα, θα είμαι σαν και σένα. Θα δεις. Μπορεί και καλύτερη. Θα δεις. Η Αλίσια δεν απάντησε. Ούτε άλλαξε έκφραση. Δεν θα μπορούσε άλλωστε. Καρφωμένη εκεί στον τοίχο, δίπλα στον καθρέφτη, έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα. Επιδείκνυε το άψογο χάρτινο κορμί της. Άλλωστε διεθνούς φήμης μοντέλο ήτανε. Έχει γεμίσει ο κόσμος απ’ τις αφίσες της.

Κατάφερα τελικά να βάλω εκείνο το τζιν και το έβγαλα  αμέσως. Πέρα απ’ το ότι μου κόπηκε η ανάσα, αυτό που είδα στον καθρέφτη με αηδίασε. Οι σάρκες μου ξεχείλιζαν πάνω απ’ τη ζώνη και η κυτταρίτιδα φαινόταν πιο έντονα από ποτέ σ’ όλο μου το σώμα. Φόρεσα γρήγορα την παλιά φαρδιά φόρμα μου και έμεινα να κοιτάζω επίμονα την Αλίσια. Δεν θα ξαναφάω. Δεν θα ξαναβάλω τίποτα στο στόμα μου. Δεν πεινάω. Δεν πεινάω.

Είμαι 16 χρονών, με λένε Θάλεια και είμαι χοντρή. Με ύψος 1,65 είμαι 80 κιλά. Χοντρή. Όχι γεμάτη ή αφρατούλα. Ούτε καν πληθωρική. Σκέτο χοντρή. Οι συζητήσεις αυτές με την Αλίσια είναι συχνές. Την θαυμάζω. Την ζηλεύω. Είναι το αντίπαλο δέος μου. Βέβαια δεν έχω αντίλογο κι αυτό είναι καλό. Μπορώ και την ταπώνω όποτε θέλω. Μπορώ να τη βρίζω, να την καταριέμαι και να την ταπεινώνω. Μπορώ να κλαίω και δεν με νοιάζει αν με λυπάται. Βασικά αυτή μόνο μου χαμογελάει. Κι εγώ είμαι αυτή που ερμηνεύει κάθε φορά αυτό το χαμόγελο.

Η μοίρα μ’ έκανε χοντρή. Η μοίρα; Τα γονίδια; Οι καταστάσεις; Η υγεία μου; Κάτι απ’ όλα ή και όλα μαζί. Γεννήθηκα από πληθωρικούς γονείς κι η μάνα μου έχει το φαγητό ως πανάκεια για όλα τα προβλήματα. Σωματικά και ψυχικά. Οι μερίδες της είναι τεράστιες και τα γλυκά δεν λείπουν ποτέ απ’ το σπίτι. Μια ζωή την θυμάμαι στη κουζίνα να μαγειρεύει. Τα ντουλάπια και το ψυγείο πάντα γεμάτα. Προσπάθησα κάνα δυο φορές να της μιλήσω, να πάμε σε γιατρό, σε διατροφολόγο, σε κάποιον ειδικό τέλος πάντων και εκείνη με κοίταξε σαν να ήρθα από άλλον πλανήτη. Ούτε που να τ’ ακούσει. Δεν βλέπει καν το πρόβλημα. «Τι θες ν’ αλλάξεις; Είσαι μια χαρά. Έχεις τα κιλά της υγείας». Άντε τώρα να συνεννοηθείς. Έπρεπε να εφευρίσκω κόλπα για να αποφεύγω να τρώω. Μίλαγα πολύ κατά τη διάρκεια του φαγητού, προσποιούμουν ότι έβαζα τη μπουκιά στο στόμα μου αλλά την τελευταία στιγμή κάτι έλεγα, κάτι θυμόμουν και ακουμπούσα το πιρούνι κάτω. Κρατούσα μια σακούλα κάτω απ’ το τραπέζι και με ταχυδακτυλουργικό τρόπο άδειαζα λίγο-λίγο το περιεχόμενο του πιάτου μου και το έκρυβα κάτω απ’ τα ρούχα μου. Ευτυχώς, σπανίως τρώγαμε όλοι μαζί.

Έχω συνηθίσει να γίνομαι θύμα πειραγμάτων στο σχολείο για το πληθωρικό κορμί μου. Ιδιαίτερα την ώρα της γυμναστικής. Στην αρχή πληγωνόμουν και όταν γύριζα σπίτι έκλαιγα. Έκλαιγα κι έτρωγα. Διάβαζα κι έτρωγα. Κλεινόμουν στον εαυτό μου και έτρωγα. Ήμουν στον υπολογιστή και γέμιζα το πληκτρολόγιο ψίχουλα. Δεν είχα φίλες. Δεν είχα φίλους. «Κρυβόμουν». Κρυβόμουν απ’ όλους. Να μη με βλέπουν. Να μην με σιχαίνονται. Να μην με λυπούνται. Κρυβόμουν στο δωμάτιό μου. Μαζί με την Αλίσια.

Αφού έφαγα «πόρτα» απ’ την οικογένεια άρχισα να μαζεύω διάφορα περιοδικά μόδας και έκοβα τις φωτογραφίες των μοντέλων κι η αγαπημένη μου συνήθεια ήταν να τις κοιτάζω με τις ώρες και να φαντάζομαι πως θα ήταν αν φορούσα ένα άλλο κορμί. Λιγνό και λυγερό. Σιγά-σιγά άρχισα να χτίζω άμυνες. Άρχισα να σαρκάζω και η ίδια τον εαυτό μου. Να γελάω με τα πειράγματα. Έκανα και μια φίλη. Την διπλανή μου στο θρανίο. Την Μάνια. Την Μάνια δεν την πείραζε η εμφάνισή μου. Τουλάχιστον δεν μου έλεγε τίποτα. Μπροστά μου. Από πίσω; Ποιος ξέρει; Και εγώ ακόμη πληγωνόμουν. Και ζήλευα. Και έκλαιγα. Από μέσα μου όμως. Άρχισα να χτίζω πέτρα την πέτρα ένα τοίχο. Μια πανοπλία. Μια πανοπλία χτισμένη από χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοσαρκασμό. Ε όχι. Δεν θα γέλαγαν μόνο αυτοί μαζί μου. Θα γέλαγα και εγώ. Και μάλιστα πιο πολύ. Και πιο δυνατά.

Και μια μέρα η Μάνια με κάλεσε στα γενέθλιά της. Θα είμαστε μεγάλη παρέα. Το πρόγραμμα θα είχε μπόουλινγκ στην αρχή και μετά θα μας κέρναγε σουβλάκια.

«Αλήθεια θέλεις να έρθω; Δεν φοβάσαι;»

«Τι πράγμα;»

«Μη σας φάω όλα τα σουβλάκια. Χαχά!», γέλασα ψεύτικα.

«Θαλιώ κόφτο, εντάξει; Ντύσου, στολίσου κι έλα. Θα περάσουμε καλά!»

«Χμ! Θα δω!»

«Δεν έχεις να δεις τίποτα. Θα έρθεις. Τέλος. Και όσο για το άλλο, όποτε θέλεις να το κουβεντιάσουμε εδώ είμαι.»

«Ποιο άλλο;»

«Μην κάνεις τη χαζή. Να ξέρεις μόνο ότι διορθώνεται. Αρκεί να το πάρεις απόφαση.  Ακούς; Εσύ. Εσύ αποφασίζεις.»

«Δεν ξέρω τι λες.»

«Ξέρεις.»

Στην αρχή δεν ήθελα να πάω. Και τι να βάλω.  Αλλά μετά; Μετά οι συγκυρίες.  Οι συγκυρίες που καθορίζουν το πεπρωμένο. Ζυγίστηκα. Είχα χάσει 5 ολόκληρα κιλά.  Οι κόποι μου άρχισαν να αποδίδουν. Πήρα τα πάνω μου. Είχα βέβαια μέλλον ακόμη. Άλλα 15 κιλά ο πρώτος μου στόχος, αλλά ένιωθα ήδη ελαφριά σαν πούπουλο. Κάπου αναθάρρησα, κάπου ανέβηκε η αυτοπεποίθησή μου, κάπου το πήρα σαν πρόκληση κάπου ήθελα να βγω κι εγώ σαν άνθρωπος, να διασκεδάσω κι έτσι το αποφάσισα. Τι στο καλό, 16 χρονών  ήμουν.

Και πέρασα καλά. Και γνώρισα και τον Χρήστο. Κι ο Χρήστος μου μίλησε. Κουβεντιάσαμε. Γελάσαμε. Κι εγώ πέταγα στα ουράνια. Και μετά γύρισα σπίτι. Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Περίμενα πως και πως να πάω στο σχολείο να ρωτήσω τη Μάνια αν της είπε τίποτα για μένα. Ο Χρήστος ήταν ξάδελφός της. Αλλά δεν της είχε πει τίποτα. Ούτε εκείνη τη μέρα, ούτε την επόμενη, ούτε τη μεθεπόμενη. Ούτε μια εβδομάδα αργότερα. Η νεοαποκτηθείσα αυτοπεποίθησή μου κατέρρευσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Τι περίμενα δηλαδή; Επειδή έχασα 5 κιλά έγινα αμέσως συλφίδα; Σιγά να μην αρέσω στον Χρήστο. Στον κάθε Χρήστο δηλαδή.  Εντάξει περάσαμε καλά εκείνο το βράδυ, μιλήσαμε αρκετά αλλά αυτό ήταν όλο. Την περίοδο της μοναχικότητας μου είχα διαβάσει πολύ και μάλλον αυτό βοήθησε να αποκτήσω ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Αλλά ένα αγόρι δεν προσελκύεται από την προσωπικότητα. Προσελκύεται από την εμφάνιση. Κι εδώ το χάσαμε το παιχνίδι.

Απογοητεύτηκα πολύ. Αλλά αυτή τη φορά η απογοήτευση λειτούργησε – τι περίεργο; – σαν επιπλέον κίνητρο για μένα. Θα του έδειχνα εγώ. Κι αυτουνού και της Αλίσιας. Άρχισα σωματική άσκηση. Περπάτημα και ποδήλατο. Μετά τρέξιμο. Και τέλος έθεσα σε εφαρμογή το τελευταίο μου χαρτί. Προκαλούσα εμετό. Μετά το φαγητό κλειδωνόμουν στο μπάνιο, δάχτυλο στο στόμα και έβγαζα τα σωθικά μου. Ναι αναποδογύριζα το στομάχι μου. Και το αποτέλεσμα; Τα κιλά να φεύγουν από πάνω μου σαν τις πέτρες που κατρακυλάνε στο γκρεμό. Σύντομα, σε δύο μήνες είχα φτάσει το στόχο μου. Το αναθεματισμένο τζιν που δεν κούμπωνε, τώρα έπλεε πάνω μου. Αναγκάστηκα να αγοράσω καινούργιο τρία νούμερα μικρότερο. Και τι έκπληξη! Τίποτα δεν ξεχείλιζε πάνω απ’ τη ζώνη.  Ήμουν πανευτυχής. Είχα επιτύχει! Κοίταζα την Αλίσια και της έλεγα: Στο’ χα πει.  Πάρτα τώρα!

Ήμουν τρισευτυχισμένη. Μόνο να,  να μην είχα τη μουρμούρα της μάνας μου. Η οποία ανησύχησε και ήθελε να με πάει στους γιατρούς. Νόμιζε η κακομοίρα ότι κάτι κακό μ’ είχε βρει. Τώρα ήθελε να με πάει στους γιατρούς. Τότε που την παρακαλούσα…; Αισθανόμουν θαυμάσια ή μήπως όχι; Η αλήθεια είναι ότι άρχισαν κάποια μικροπροβλήματα, ανάξια λόγου κατά τη γνώμη μου. Όπως, λόγου χάριν, θέματα με την περίοδό μου, εκνευριζόμουν εύκολα και είχα ξεσπάσματα, δεν κοιμόμουν καλά τις νύχτες και σιγά- σιγά μια ατονία άρχισε να με καταβάλλει. Σταμάτησα να προκαλώ εμετό στον εαυτό μου αλλά το στομάχι μου είχε μάλλον εκπαιδευτεί και ανεχόταν μόλις και μετά βίας ελάχιστη τροφή μέσα του. Μόλις έβαζα κάτι παραπάνω μόνο του αντιδρούσε και… τα γνωστά: συσπάσεις και αποβολή της τροφής. Δεν πήγαινα πια για άσκηση γιατί κουραζόμουν γρήγορα. Εν τω μεταξύ είχε έρθει ο Ιούνιος και οι εξετάσεις στο σχολείο. Μου ήταν αδύνατον να διαβάσω. Μ’ έπιανε υπνηλία. Όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, πάτωσα. Ευτυχώς που είχα καλό μέσο όρο στα τετράμηνα. Μικρό το κακό. Σημασία είχε ότι τα κιλά συνέχισαν να εξαφανίζονται, ίσως όχι με τον ίδιο ρυθμό αλλά η ουσία είναι ότι συνέχιζα να τα χάνω. Η Μάνια η κολλητή μου τα είχε χάσει. Σου το ‘πα, μου είπε, ότι διορθώνεται. Σταμάτα τώρα. Είσαι τέλεια.

Τα σχολεία έκλεισαν κι η μάνα μου αποφάσισε να με στείλει στο νησί στη γιαγιά. Να «συνεφέρω» όπως έλεγε. Την αγαπώ αυτή τη γιαγιά μου. Την συνονόματη γιαγιά μου. Αγαπώ και το νησί. Έχει θαυμάσιες παραλίες και γω ένα θαυμάσιο σώμα και ακόμα ένα πιο θαυμάσιο μπικίνι.

Η γιαγιά όταν με είδε δεν είπε τίποτα. Αν εντυπωσιάστηκε ή αν τρόμαξε, δεν ξέρω. Πάντως δεν είπε τίποτα. Μόνο να με ταΐσει προσπαθούσε η καημένη. Να τα πρωινά, να τα μεσημεριανά, να τα βραδινά. Κι εγώ να δοκιμάζω με το ζόρι. Δεν πεινάω καλέ γιαγιά, της έλεγα, ή πώς θα πάω για μπάνιο με γεμάτο στομάχι; Μέχρι εκείνο το πρωί. Θα ‘ταν καμιά βδομάδα που ήμουν στο νησί. Ξύπνησα άκεφη. Νίφτηκα και ετοιμάστηκα να δώσω τη μάχη μου για το πρωινό. Κατέβηκα στη κουζίνα που η γιαγιά τηγάνιζε αυγά για μένα και συγχρόνως τσιγάριζε κρέας για το μεσημεριανό. Κάτι οι μυρωδιές, κάτι η ατονία μου, το στομάχι μου  αναγούλιασε, μου κόπηκαν τα πόδια, η καρδιά μου χτυπούσε ξέφρενα και κρύος ιδρώτας έσταζε στη ραχοκοκαλιά μου. Ένιωσα να σβήνω και με κατάπιε το σκοτάδι.

Όταν ξύπνησα ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι στο Κέντρο Υγείας του νησιού. Τα πρώτα πράγματα που είδα ήταν οι δυο μπουκάλες οροί που κρέμονταν πάνω απ’ το κεφάλι μου και το ανήσυχο βλέμμα της γιαγιάς μου.

«Μη φοβάσαι, μου είπε, όλα θα φτιάξουν. Όλα θα πάνε καλά.»

«Πάμε να φύγουμε», της είπα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.

«Δεν μπορούμε ακόμα, περιμένω τα αποτελέσματα των εξετάσεων και το γιατρό. Ησύχασε.»

«Γιαγιά, πάρε με από δω, σε παρακαλώ!»

«Ακούω ότι κάποια θέλει να φύγει;»

Στο άκουσμα της αντρικής φωνής έστρεψα το βλέμμα μου προς τη πόρτα. Χριστέ μου! Ένας σταρ του σινεμά… με ιατρική ρόμπα. Κάποιος πρέπει να μου κάνει πλάκα.

«Γιατρέ μου!», αναφώνησε η γιαγιά.

Αυτός είναι ο γιατρός; Αυτός δεν είναι και πολύ μεγαλύτερός μου. Και είναι και κούκλος. Αλλά επειδή ξέρω ότι τίποτα δεν είναι τέλειο, ποιος ξέρει τι βλαχαντερό είναι.

«Κυρία μου, μην ανησυχείτε. Όλα πάνε καλά. Έλλειψη βιταμινών έχει. Θα μείνει εδώ σήμερα με τους ορούς να αναπληρώσουμε ότι μπορούμε και αύριο μπορείτε να τη πάρετε σπίτι. Θα σας γράψω κάποια συμπληρώματα διατροφής.»

«Δόξα τω Θεώ γιατρέ μου. Αλλά τι συμπληρώματα μου λέτε. Μπας και τρώει τίποτα για να πρέπει να συμπληρώσει κιόλας;»

Ο γιατρός με κοίταξε έντονα και είπε στη γιαγιά.

«Θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος με την ασθενή.»

Ωχ το βλαχάκι θα μου κάνει κήρυγμα τώρα, σκέφτηκα.

Στη συζήτηση που ακολούθησε αποδείχτηκε ότι ο γιατρός δεν ήταν καθόλου «βλαχάκι». Μια χαρά πρωτευουσιάνος ήταν που έκανε το αγροτικό του. Πάνο Ευσταθίου τον έλεγαν και το πατρικό του στην Αθήνα ήταν σε γειτονικό προάστειο με το δικό μου. Γιος γιατρού με έτοιμη πελατεία που περίμενε τον υιόν να επιστρέψει απ’ το αγροτικό. Πράγμα που δεν θα αργούσε και πολύ, τον Νοέμβριο θα επέστρεφε Αθήνα. Αφού εξαντλήσαμε τα «προσωπικά δεδομένα», με κάρφωσε ίσια στα μάτια και με ρώτησε:

«Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;»

«Τι πράγμα; Τι… τι κάνω;»

«Ξέρω τι κάνεις. Και ξέρεις κι εσύ. Απλά ρωτάω το γιατί.»

«Δεν… δεν ξέρω τι λέτε.»

«Κοίτα εδώ κορίτσι μου», κι έδειξε ένα μάτσο χαρτιά. «Οι εξετάσεις σου. Τίποτα δεν είναι εντός ορίων. Ο οργανισμός σου καταρρέει. Είσαι τυχερή γιατί είσαι σ’ ένα στάδιο που μπορούμε να το διορθώσουμε. Αλλά θέλω και συνεργασία. Μπορούμε να το διορθώσουμε. Μαζί. Πριν να είναι αργά.»

«Μα…  ποιο να διορθώσουμε;»

«Ποιο; Α ναι, έχει όνομα. Για την νευρική ανορεξία, μιλάω!  Για το πρόβλημα υγείας που έχεις μιλάω.»

«Νευρική ανορεξία;  Ε όχι δα! Εγώ μια δίαιτα έκανα. Είχα πολλά κιλά να χάσω.»

«Και έχασες πόσα; Και σε πόσο καιρό.»

«Ε, ξέρω γω… 25 -30, σε 3-4 μήνες.»

«Ούτε απεργία πείνας να έκανες. Πολλά κιλά και απότομη η απώλεια. Δεν θέλει και πολύ ο οργανισμός για να πάρει ανάποδες στροφές. Ένα κλικ είναι. Κοιτάξου στον καθρέφτη. Σ’ αρέσει αυτό που βλέπεις;»

«Δεν μ’ άρεσε αυτό που έβλεπα. Προτιμώ αυτό που βλέπω τώρα.»

«Ε, τότε καμαρώσου όσο θέλεις γιατί σε κανένα άλλο δεν αρέσει η εικόνα σου. Δέρμα θαμπό, μαλλιά χωρίς λάμψη – σε λίγο θα αρχίσουν να πέφτουν -, κόκκαλα να εξέχουν, μάτια σβησμένα. Σε ποιόν μπορεί να αρέσει αυτή η εικόνα. Πού είναι η δροσιά σου; Πού είναι η δροσιά ενός 16χρονου κοριτσιού;»

«Σχεδόν 17», είπα τσαντισμένα.

«Σχεδόν 17», μουρμούρισε κι εκείνος. « Ε, λοιπόν, για να πας και 18 και 19 θα σου φέρω κάτι σε λίγο.»

Σηκώθηκε απότομα κι έφυγε.

Επίστρεψε αργότερα με μια στοίβα περιοδικά, επιστημονικά και μη.

«Για να μη βαριέσαι», μου είπε γελαστά.

Στην αρχή τα ξεφύλλιζα ανόρεχτα. Σιγά-σιγά άρχισαν να εντυπώνονται οι πληροφορίες στον εγκέφαλό μου. Περιπτώσεις, πολλές περιπτώσεις. Αναστρέψιμες και μη αναστρέψιμες. Φωτογραφίες. Πριν και μετά. Κορίτσια, παιδιά σχεδόν με γερασμένη όψη. Παιδιά σκελετωμένα. Ιατρικοί όροι, όπως νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, ορμονική διαταραχή, καρδιακή αρρυθμία και τόσοι άλλοι μου έκαναν το κεφάλι καζάνι.  Και η λέξη “κατέληξε”. ΚΑΤΕΛΗΞΕ. Αυτή η λέξη γράφτηκε με κόκκινα γράμματα στο μυαλό μου. ΚΑΤΕΛΗΞΕ. Δεν θέλω. Δεν θέλω να καταλήξω.

Το βράδυ ο γιατρός ξαναπέρασε.

«Πως πάμε;», με ρώτησε.

«Αν ήθελες να με τρομάξεις, το κατάφερες», του είπα με αναίδεια και αγένεια.

«Προλαβαίνεις εσύ», μου είπε. «Θα σε βοηθήσω. Αλλά πρέπει να βοηθήσεις και σύ τον εαυτό σου.»

Ξαφνικά τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Γύρισα και τον άρπαξα απ’ το χέρι.

«Μη μ’ αφήσεις», του είπα πνιχτά. «Δεν θέλω… δεν θέλω να πεθάνω… δεν θέλω γαμώτο, εγώ… μόνο… να… η Αλίσια… αυτή… αυτή… ήμουνα χοντρή… ακούς χοντρή… κι αυτή;… η Αλίσια… με κοίταζε… με το ανοιχτό πουκάμισο… αυτή… βοήθα με… βοήθεια…». Μίλαγα ασυνάρτητα, με εμπόδιζαν τα αναφιλητά.

Και έτσι ξεκινήσαμε. Εκείνο το καλοκαίρι… Γίναμε αυτοκόλλητοι. Στη θάλασσα, στα στενά της Χώρας του νησιού, στα μπαράκια, στα ταβερνάκια, πάνω στην άμμο. Αρχίσαμε με μερίδες σπουργιτιού όπως έλεγε χαριτολογώντας ο Πάνος. Συχνές μερίδες σπουργιτιού και τα συμπληρώματα διατροφής. Και λίγο-λίγο αυξανόταν η μερίδα. Και λίγο-λίγο αυξανόταν η ενεργητικότητά μου. Και λίγο-λίγο ερωτευόμουν τον Πάνο. Και λίγο-λίγο με ερωτευόταν και κείνος. Και η γιαγιά έκανε τα στραβά μάτια γιατί έτσι κι αλλιώς για κείνη ήμουν πια κοπέλα της παντρειάς.

Στο τέλος του Αυγούστου είχα συνέλθει αρκετά. Είχα πάρει βάρος, τα μάγουλά μου ροδοκοκκίνησαν, τα μάτια μου έλαμπαν, τα κόκκαλα δεν εξείχαν και είχα πάρει ένα μπρούτζινο χρώμα υγείας ευεργετική επίδραση του ήλιου, του Πάνου και της σωστότερης διατροφής. Και ήμουν ακόμα λεπτή. Λεπτή, όχι αδύνατη. Έπρεπε πια να επιστρέψω στην Αθήνα, τα σχολεία θα άρχιζαν πάλι. Ο αποχαιρετισμός με τον Πάνο ήταν σπαρακτικός. Φοβόμουν μόνη μου. Πως θα συνέχιζα; Τον είχα συνηθίσει να με προσέχει.

«Σε δυο μήνες θα ‘ρθω κι εγώ. Μια ανάσα είναι. Μπορείς. Δεν χρειάζεσαι δεκανίκια.»

«Δεν είσαι το δεκανίκι μου αλλά… αν …;»

«Όχι. Μπορείς και μόνη σου.  Μάθε να σε αγαπάς και να σε προσέχεις. Να μου σε προσέχεις.»

«Θα μιλάμε στο τηλέφωνο.»

«Ναι, θα μιλάμε…»

Και πέρασαν τα χρόνια, αλλά δεν ξέχασα ποτέ. Εξ άλλου υπάρχουν πράγματα που ακόμη μου θυμίζουν τον εφιάλτη μου. Δεν μπορώ να φάω ακόμη και τώρα μουσακά ή στιφάδο. Προσέχω ακόμα το βάρος μου όχι για να μην πάρω κιλά αλλά για να μην τα χάσω ανεξέλεγκτα. Είμαι κάτι σαν αλκοολική μετά από αποτοξίνωση. Μια φορά αλκοολική για πάντα αλκοολική. Μια φορά ανορεξική, για πάντα ανορεξική. Μα, με λένε Θάλεια και είμαι καλά. Έχω υποστήριξη απ’ τον αγαπημένο μου σύζυγο, τον Πάνο, ένα πραγματικό άνθρωπο με σάρκα και οστά και όχι από ένα χάρτινο κορίτσι με παγωμένο χαμόγελο. Έχω και μια όμορφη κόρη που είναι ίδια εκείνος.

Και να, κάθομαι τώρα εδώ και σου μιλάω. Μ’ ακούς; Σε σένα μιλάω.

Φωτογραφία από Tumisu από το Pixabay

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook