Το παρακάτω κείμενο που θα διαβάσετε είναι άκρως αληθινό.
Μισώ τα έντομα. Όλα τους. Δεν υπάρχει κινούμενο, σερνάμενο, πετούμενο έντομο που να μην μου προκαλεί μια τάση προς έμετο κάθε φορά που το βλέπω. Οκ, ο Θεός είπε να αγαπάμε όλα τα πλάσματα του, αλλά ας το παραδεχτούμε. Αν ήθελε να τα έχουμε μες την καρδιά μας, θα τα έκανε λίγο πιο γούτσικα βρε αδερφέ.
Η πικρή αλήθεια είναι, πως πιο πολύ από όλα ΜΙΣΩ ΤΙΣ ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ.

Γεγονός 1ο:
Είπες να μαζέψεις λίγο το σπιτάκι σου, που κοντεύει να σηκωθεί να φύγει από την πολύ την σκόνη. Εξοπλίζεσαι με τα κατάλληλα εργαλεία και αποφασίζεις να ξεκινήσεις από την βιβλιοθήκη. Τα χάρτινα παιδάκια σου έχουν πήξει στη σκόνη και θέλουν φροντίδα. Έχεις ξεσκονίσει τα περισσότερα ράφια, όταν φτάνεις στα τελευταία. Κάθεσαι στα γόνατα γιατί οκ είσαι και σε κάποια ηλικία, δεν μπορείς να το διακινδυνέψεις. Απλώνεις το χέρι, βάζεις το Swiffer πάνω στα βιβλία, όταν βλέπεις κάτι μαύρο από το ράφι, να πετάγεται και να προσγειώνεται πάνω στα πόδια σου. Στριγκλίζεις και σηκώνεσαι όρθια. Κοπανάς με την παντόφλα ότι βρεις μέχρι που κατά τύχη την πετυχαίνεις. Το πτώμα το μαζεύει ο τρίχρονος γιος σου, αναφωνώντας μάλιστα «Α, καλή μαμούνα. Καλή» (Όχι, δεν είναι παιδί μου αυτό).

Γεγονός 2ο:
Έχετε βάλει τον μικρό για νάνι και κάθεστε με τον σύζυγο στους υπολογιστές. Το καινούργιο expansion του World of Warcraft μόλις κυκλοφόρησε και είπατε να λιώσετε λίγο μέχρι το χάραμα. Αμ δεν! Με το που κάθεσαι στην καρέκλα του γραφείου, βλέπεις ένα καφετί πράγμα και διασχίζει την επιφάνεια του ξύλου με θράσος. Μένεις ψύχραιμη. Ο άντρας που είναι δίπλα σώζει την κατάσταση.

Γεγονός 3ο: Αφού ξεφορτωθείτε το άψυχο σώμα, κάθεστε ξανά για λιώσιμο. Με την άκρη του ματιού σου βλέπεις κάτι να κινείται στον τοίχο, πίσω από την τηλεόραση. Δεν δίνεις σημασία, μέχρι που το βλέπεις ξανά. «Νίκο, κάτι περπατάει εκεί» λες και σηκώνεστε και οι δύο να δείτε. Η μις Τερέζα, κάθεται αραχτή και σας χαζεύει. Ο άντρας εξαφανίζεται και εμφανίζεται αστραπιαία ξανά, στο οπτικό σου πεδίο. Κρατάει σκούπα και τέζα. «Θα της ρίξω λίγο αεροζόλ, για να φύγει από κει και εσύ βάρα την μετά με την σκούπα οκ;» σου λέει καθώς στην δίνει.
Κοιτάζεις την τηλεόραση για ένα λεπτό και σκέφτεσαι πως πρέπει να προσέχεις γιατί είναι κρίμα ρε παιδί μου, να την χαλάσετε ακόμα δεν την πήρατε. Ο κώλος σας έφυγε να την στερεώσετε στον τοίχο. Τόσα λεφτά, έκανε, ε δεν θα πάει από μία κατσαρίδα.
Ο άντρας ψεκάζει την κατσαρίδα ενώ εσύ σκέφτεσαι όλα αυτά. Την βλέπεις να προχωράει προς το μέρος σου, την ξανά ψεκάζει και εκείνη βάζει νέφτι στον κώλο. Την ώρα που είσαι έτοιμη να την κοπανήσεις, αυτή η ρουφιάνα αποφασίζει να πετάξει πάνω στον εύκολο στόχο. Εσένα. Πετάς την σκούπα κάτω, ουρλιάζεις καθώς περνάει ξυστά από δίπλα σου, σκαρφαλώνεις στον καταψύκτη, μετά στο ψυγείο και περιμένεις τον άντρα να την αποτελειώσει, μέσα από τους λυγμούς που κατακλύζουν το στήθος του, εξαιτίας του γέλιου.

Γεγονός 4ο:
Αποφασίζεται να πάτε να κοιμηθείτε επιτέλους. Τα μάτια σας έχουν γίνει νταούλια από τις οθόνες. Μπαίνεις στο δωμάτιο και τις βλέπεις απέναντι σου. Δίπλα από το παράθυρο. Είναι δύο. Τους άρεσε το μέρος και είπαν να φέρουν και παρέα για τσάι και συμπάθιο. Ο Νίκος τις βλέπει και αναλαμβάνει δράση. Αυτή την φορά οι δολοφονίες είναι γρήγορες. Έχει πάρει το κολάι πλέον. Ξαπλώνεται και εσύ κουκουλώνεσαι από παντού. Δεν αφήνεις κενά, σε περίπτωση που κάποια μπει πάλι μέσα και θελήσει να έρθει να σου πει δύο φωνήεντα. Σιχτιρίζεις τον εαυτό σου που μια βδομάδα, έψηνες τον σύζυγο να αλλάξετε πλευρές για να κοιμάσαι εσύ από την μεριά του παραθύρου που μπαίνει αέρας. Ναι καλά. Στήνεις καραούλι όλο το βράδυ με την παντόφλα ανά χείρας. Πότε θα βάλουμε τις σίτες είπαμε;

Γεγονός 5ο:
Κοιμάσαι και ονειρεύεσαι. Είσαι με την Sylvanas Windrunner (μια κάρχια από το World of Warcraft. Δεν την ξέρετε) και κόβετε κώλους. Ακούς από το υπερπέραν ένα χρίτσι χρίτσι. Συνεχίζεις να κόβεις κώλους με την κάρχια όταν το ξανακούς. Και ξυπνάς. Λες δεν μπορεί. Δεν γίνεται. Έχεις βάλει διπλή στρώση σίτας. Την έχεις καρφώσει με ότι πινέζα και καρφί έχεις βρει. Δεν άφησες εκατοστό ακάλυπτο. Και όμως, να την εκεί είναι. Ανάμεσα από την σίτα και το παράθυρο, με τα πόδια της μπλεγμένα, να προσπαθεί να ξεφύγει. Για ένα δευτερόλεπτο την λυπάσαι. Μόνο για ένα. Δεν θα ξανά γίνει το υπόσχομαι. Ύστερα σκέφτεσαι πόσα βράδια έμεινες άγρυπνη να περιμένεις την είσοδο τους, πόσες φορές ξύπνησες τον άντρα να αναλάβει την κατάσταση, πόσα «Α, καλή μαμούνα. Οοοο» έχεις ακούσει.
Το μάτι σου αστράφτει. Τα λαμπάκια ανάβουν. Αρπάζεις το αεροζόλ, που σαν ο πιο στενός σου φίλος, αναπαύεται στο κομοδίνο σου, σηκώνεσαι από το κρεβάτι και αδειάζεις όλο το μπουκάλι πάνω της φωνάζοντας «For the Horde ρεεεεεεεεε».
Αυτό ήταν. Πήρα το αίμα μου πίσω!