TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Το χρυσό κουρέλι

Το χρυσό κουρέλι

Λένε πως πρέπει ν’ ακούμε περισσότερο τη διαίσθησή μας. Να την εμπιστευόμαστε. Μα στα δεκάξι σου, βλέπεις ακόμα με τα μάτια της ψυχής σου. Βλέπεις ακόμα το φως στους ανθρώπους. Δεν έχεις αφήσει ακόμα το σκοτάδι να σ’ αγγίξει. Δεν ξεχωρίζεις τη σκιά στο βλέμμα. Κι’ αν ερωτεύεσαι, ερωτεύεσαι παιδικά. Ερωτεύεσαι πρίγκιπες. Ο κόσμος έχει και δράκους. Το ‘χεις ακουστά. Μα ξέρεις από τα παραμύθια, πως οι δράκοι στο τέλος νικιούνται ή εξημερώνονται.

Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που έπαψες να ‘σαι πριγκίπισσα; Που όλη η λάμψη σου έγινε ένα χρυσό κουρελάκι; Χρόνια δε θυμάσαι… Όχι γιατί το προσπαθείς. Αλλά γιατί το μυαλό σου αποφάσισε να το κλειδώσει σε ένα κουτάκι και να πετάξει το κλειδί. Ήταν ο τρόπος του να επιβιώσει.

Όμως η ψυχή σου δεν ξέχασε. Η φωτιά του δράκου την έκαψε και την παραμόρφωσε. Τα χρόνια πέρασαν, εσύ έμεινες ζωντανή, όμως τον δράκο τον κουβαλούσες πάντα μέσα στην ψυχή σου. Δεν τον έβλεπες. Όμως εκείνος έτρωγε από το φως σου για να ζήσει. Το ρούφαγε αχόρταγα, πάλευε να σ’ αφήσει μόνο στο σκοτάδι. Κι’ εσύ έκανες πως δεν υπήρχε και όλο άναβες κεράκια, φλογίτσες, για να ξαναβρίσκεις το δρόμο.

Καλοκαίρι ήτανε, θυμάσαι; Μια όμορφη νύχτα, κανονική, με γέλια και πειράγματα. Παρεΐστικη. Πόσο παιδί ήσουν! Όχι μόνο μέσα σου. Και το κορμί σου παιδικό ήταν ακόμα. Γιατί ερωτευόσουν τους πρίγκιπες, αλλά ζούσες ακόμα τα μαγικά φιλιά των παραμυθιών. Κανείς δεν σε είχε αγγίξει αλλιώς.
Μια όμορφη νύχτα, στο πιο όμορφο μέρος. Ακόμα πας εκεί. Δε σταμάτησες ποτέ. Παράξενους μηχανισμούς που ‘χει ο άνθρωπος… Τόσες φορές έχεις περάσει από “εκείνο” το σημείο κι’ όμως ούτε μια φορά δεν πήγε το μυαλό σου σ’ εκείνη τη νύχτα.

Κάποια στιγμή, είχες βαρεθεί από τα γέλια και τις χαζές κουβέντες και απομακρύνθηκες. Το ήξερες καλά εκείνο το μέρος. Το αγαπούσες. Μέρος που βγαίναν οι νεράιδες. Μα ξαφνικά οι νεράιδες κρύφτηκαν. Τρόμαξαν όταν άκουσαν τα βήματά τους πίσω σου. Εσύ δε φοβήθηκες, όμως εκείνες γνώρισαν τη σκιά των δράκων. Δυο πειράγματα, δυο γέλια και ξαφνικά ένιωσες δυο χέρια να προσπαθούν να σου ξεκουμπώσουν το παντελόνι. Προσπάθησες ν’ αντιδράσεις, όμως άλλα χέρια σε κρατούσαν ακίνητη. Γύρω σου έπεσε πηχτό σκοτάδι, όπως όταν σε χτυπάει ρεύμα. Και ο χρόνος άρχισε να κυλάει αργά, μέχρι που σταμάτησε. Δεν υπήρχαν πια εικόνες. Μονάχα συναισθήματα. Έκλεισες τα μάτια και κρύφτηκες μέσα σου, για να να μη βρίσκεσαι εκεί. Βίαια, δυνατά χτυπήματα στο κορμί σου, προσπαθούσαν να σε κάνουν να βγεις. Κάποια στιγμή, ένιωσες να σε κρατούν στον αέρα, μετέωρη. Κατάλαβες την απειλή. Και τότε άνοιξες τα μάτια σου και το είδες. Το ποτάμι από κάτω σου… Βαθύ και παγωμένο. Όλα έδειχναν πως θα τελείωνε εκεί… Ένα δευτερόλεπτο κράτησε εκείνος ο φόβος σου. Κι’ ύστερα, το δέχτηκες μέσα σου σαν λύτρωση και το περίμενες. Προετοίμασες τον εαυτό σου. Φαντάστηκες τον εαυτό σου να βουλιάζει στην υγρή αγκαλιά και το νερό να γεμίζει τα πνευμόνια σου. Πόσο παράξενο να ξέρεις πως περνάς τις τελευταίες σου στιγμές… Να αφήνεις πίσω την ανθρώπινη υπόστασή σου. Μόνο “εκείνη” σκέφτηκες, που θα έμενε πίσω και θα πονούσε… Κι’ ύστερα, μια αταίριαστη γαλήνη…

Μα Ο Θεός, αποφάσισε την τελευταία στιγμή να αλλάξει το σενάριο. Κι’ έζησες.

Έχω σταθεί τώρα και από μια άκρη σε βλέπω, μικρό μου χρυσό κουρελάκι. Βλέπω το φως σου να παλεύει να μη σβήσει μέσα στη νύχτα. Έχω σταθεί και είναι η πρώτη φορά που δακρύζω. Θέλω να σε πάρω αγκαλιά και να σου χαϊδέψω τα μαλλιά. Θέλω να σου πω πως θα επιβιώσεις από αυτή τη νύχτα. Όμως η σκόνη δε θα φύγει ποτέ από πάνω σου. Θα ξεχάσεις, για να συνεχίσεις. Όμως, μικρή μου, από δω και πέρα τίποτα δε θα ‘ναι το ίδιο.

Ο έρωτας, δε θα’ ναι απλά απόλαυση για ‘σένα . Θα ‘ναι προσπάθεια.

Οταν θα νιώθεις όμορφη, όταν θα είσαι φιλική, θα νιώθεις ενοχές.

Και η εμπιστοσύνη… Αχ, η εμπιστοσύνη… Εκείνη θα ντυθεί φόβος…

Θα νιώσεις πολλές φορές θυμό για τις στιγμές που σου κλέψανε. Γιατί δεν θα ‘ναι μόνο αυτή η νύχτα…

Όμως, εγώ κι’ εσύ θα ξέρουμε, πως είσαι πολύ δυνατή. Μην κακιώσεις με όσους δεν το καταλάβουν. Δεν είναι εύκολο να καταλάβουν οι άνθρωποι πόσο ακριβό είναι ένα σου χαμόγελο, όταν σμιλεύτηκε απ’ τη φωτιά του δράκου. Οι άνθρωποι που δεν ένιωσαν ποτέ την ανάσα του στο σβέρκο τους…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μαρία Κεσόγλου

Νομίζω πως γεννήθηκα με ένα κομμάτι χαρτί και ένα μολύβι στα χέρια. Αυτή ήταν και παραμένει η πιο δυνατή μου φωνή. Όταν μεγαλώσω, ονειρεύομαι να γίνω ξανά παιδί.
Μαρία Κεσόγλου

Latest posts by Μαρία Κεσόγλου (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *