Το όνομά μου είναι θύμα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το όνομά μου είναι θύμα.  Με λένε θύμα και είμαι καλά. Είκοσι μία μέρες καθαρή.

Τον θύτη τον γνώρισα μέσω του συζύγου μου. Ήταν πολύ εμφανίσιμος, αλλά μου ήταν και εντελώς αδιάφορος. Μετά από πολλά χρόνια πλατωνικής γνωριμίας, ο θύτης σαν έμπειρος κυνηγός, αναγνώρισε τα μαύρα σύννεφα του γάμου μου. Του ανοίχτηκα . Φυσικά, ταυτόχρονα, εκείνος είχε μεγαλύτερο πρόβλημα. Εγω έναν ανέραστο γάμο. Εκείνος, δεν έχει σημασία τι πρόβλημα είχε. Με έκανε να ξεχάσω το δικό μου «ασήμαντο» πρόβλημα και να προσηλωθω στο δικό του υπέρτατο προβλημα.

Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο να με προσκαλέσει για έναν καφέ στο κέντρο που καθόταν με φίλο του. Δεν το σκέφτηκα. Ειπα ένα ψέμα και εξαφανίστηκα.

Ένιωσα σπουδαία που με πρόσεξε. Που μου ανοίχτηκε. Που άκουγα «δεν έχω ιδέα γιατί στο μεγάλο μου προβλημα, ήρθα σε εσένα θύμα».

Στο καφέ με περίμεναν με ανοιχτές αγκαλες. Κοπλιμέντα έδιναν και έπαιρναν στο τραπέζι μέχρι που ο φίλος έφυγε προφασιζόμενος δουλειά και με άφησε μόνη με τον θύτη.

Άρχισε να μου μιλάει. Δεν θυμάμαι τι μου έλεγε. Θυμάμαι το συναίσθημα μόνο. Αυτό της απόλυτης υποταγής μου σε αυτόν.

Λίγο ο χαλασμένος γάμος μου, λίγο η τάση των 50 αποχρώσεων , λίγο το ότι είχε χρόνια να με αγγίξει άνθρωπος και πολύ η χειραγώγηση του, με έκαναν ξαφνικά υποχείρια του.

Όταν με ένιωσε έτοιμη, πήρε τον φίλο του να έρθει να μας πάει σε ένα φθηνό ξενοδοχείο. Ακόμα δεν είχα καταλάβει. Ένιωθα σαν να είχα πάρει παραισθησιογόνα. Όχι δεν είχα πίει ή φάει τίποτα. Απλά είχα μεθύσει από το πρωτόγνωρο.

Δεν θυμάμαι πως έφτασα στο δωμάτιο. Το βλέμμα μου ήταν προσηλωμένο στα παπούτσια μου. ΑΚΟΜΑ δεν είχα καταλάβει. Μπήκαμε στο δωμάτιο και είδα τον θύτη να γδύνεται και να δίνει εντολή να κάνω το ίδιο. Έλεγε «πάνω μου κόλλησε. Έλα πάνω μου». Με την άκρη του ματιού μου είδα να μπαίνει στο δωμάτιο και ο φίλος του. Τότε κατάλαβα…

Όχι, δεν ήταν μια απλή απάτη. Όχι, δεν ήταν πρόσκληση για σεξ. Ήταν πρόσκληση για σεξ με δυο. Όχι, δεν ειπωθηκε ποτέ ξεκάθαρα. Όχι, όσο ηλιθιο κι αν ακούγεται, δεν το είχα καταλάβει.

Ντράπηκα να κάνω πίσω. Δεν ξέρω ακόμα γιατί.

Δεν θυμάμαι πολλά από την πράξη. Θυμάμαι να τον κοιτάω κατάματα, ενώ μέσα στο κεφάλι μου επαναλάμβανα «γιατί μου το έκανες αυτό; Τι σου έκανα;»

Θυμάμαι εκφράσεις «Είσαι δίκη μου. Θα γεράσουμε μαζί» θυμάμαι να κουκουλώνομαι με τα μαξιλάρια και τα μάτια μου να τρέχουν ασταμάτητα.

Θυμάμαι που με συνόδευσαν σε πιάτσα ταξι και πήρα εντολή να τον ενημερώσω όταν έφτανα σπίτι μου. Θυμάμαι να κατεβαίνω νωρίτερα από το ταξί και να γονατίζω κλαίγοντας στην άκρη του δρόμου. Θυμάμαι να παίρνω την αδερφή μου και να της τα λέω χείμαρρος . Να βγαίνουν συντριβάνια ντροπής και θλίψης από μέσα μου και να με πνίγουν. Θυμάμαι την ερώτηση «σε βίασε ή έκανες εσυ μια υπέρβαση;» Πόσο με ανακούφισε αυτή η ερώτηση… Ξαφνικά δεν ένιωθα βιασμένη. Ηλίθια ναι. Βιασμένη όχι.  Και θυμάμαι να ερωτεύομαι τον θύτη.

Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Ακόμα και τώρα που τα γράφω κοιτώ στο κινητό για μήνυμα του. Μιλάω με την λογική κι έχω πατήσει κάτω την καρδιά μου.

Έμεινα μαζί του για χρόνια. Χώρισα άρον – άρον τον σύζυγο μου και αφοσιώθηκα σε αυτόν.

Με εξαθλίωσε συναισθηματικά, ηθικά ακόμα και οικονομικά κι εγω συνέχιζα να είμαι μαζί του.  Με μείωνε σε κάθε ευκαιρία . Δεν ήμουν στα χρώματα του έλεγε, δεν με ερωτεύτηκε ποτέ έλεγε , άλλωστε τον είχε στοιχειώσει μόνο μια!!!  Δεν είχα καλά πράγματα, καλό σπίτι , καλό περιβάλλον. Τίποτα δεν του άρεσε. Κι αναρωτιόταν τι είναι αυτό που τον κρατάει κοντά μου…

Κάθε φορά που κατάφερνα να απεγκλωβιστω γυρνούσε καινούριος . Κι ένιωθα πολύτιμη. Ότι άλλαζε για μένα.

Με απάτησε άπειρες φορές. Άλλες που έμαθα κι άλλες όχι. Τις έβγαζε όλες κολλημένες μαζί του και παλαβες. Κι εγω ζήλευα. Θεέ μου, ποσό ζήλευα. Πάλευα με θεούς και δαίμονες για έναν θύτη . Μου έδινε σταγόνες και εγω πλυμμηριζα ευτυχία. Όλη μου η ζωή εξαρτιοταν από την δίκη του διάθεση. Από την δίκη του ζωή.

Έγινα η ερωμένη του, η μητέρα του, η αδερφή του, η φίλη του, η γυναίκα του. Ανάλογα το πώς με ήθελε. Με έκρυβε από όλους. Αλίμονο μην μάθαιναν ότι έχουμε σχέση… Θα έχανε βλέπεις την γοητεία του πληγωμένου ελεύθερου ζώου, μεγάλος ιστός για το γυναικείο φύλο. Δέχτηκα επίθεση από την οικογένεια του, γιατί ήμουν φτωχή πλην τίμια και ωωωω… Ήμουν εκείνη που πήγα με δύο! Φυσικά δεν μπορούσαν να δουν την χειραγώγηση του. Ίσως μόνο η αδερφή του. Κακός άνθρωπος και εκείνη. Αλλά τουλάχιστον αρκετά πονηρή για να καταλάβει το ποιόν του αδερφού της.

Κι αφού με διέλυσε δεν είχε τίποτα άλλο να πάρει από μένα. Και γύρισε σε αλλά θύματα του παρελθόντος . Ποσό χάρηκα όταν έμαθα ότι η μια εξ αυτών τον είχε ξεπεράσει και παντρευόταν με έναν καλό άνθρωπο.

Χωρίς να μου πει τίποτα.

Την μια νύχτα με έσφιγγε σαν να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος στον κόσμο του και το επόμενο πρωί έστελνε παντού «μου λείπεις».

Όταν βρήκα την δύναμη και τον απείλησα να μην με ξαναπλησιάσει ποτέ, αυτό που είχε να πει είναι «Εγώ σε έδιωξα. Εσύ δεν με άφηνες».

Εκεί ξύπνησα. Κατάλαβα.  Θυμήθηκα. Είχα ξεχάσει εκείνη την μέρα. Είχα ξεχάσει πως όταν μια μέρα τυχαία περνούσα από εκείνο το κακόφημο ξενοδοχείο με μια φίλη μου άσπρισα και λιποθύμησα.  Για κάποιον λόγο ΕΙΧΑ ΞΕΧΑΣΕΙ.

Είμαι θύμα και είμαι καλά. Ακολουθώ φαρμακευτική αγωγή και κάποια μέρα θα νιώσω πάλι δυνατή. Και τότε θα βγω να ουρλιαξω στα αφτιά κι άλλων θυμάτων να μιλάνε. Να μιλάνε εκείνη την στιγμή που νιώθουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Να μιλάνε, για να μην την γλιτώνουν κάτι ευφυέστατα τσογλανια σαν εκείνον.

Το σύνδρομο της Στοκχολμης υπάρχει . Το έζησα . Θα το ξεπεράσω.

Σας ικετεύω να μιλήσετε. Να φεύγετε. Να αποφεύγετε. Είστε πιο δυνατές από τους χειραγωγους η ακόμα χειρότερα τους βιαστές σας….

Ανώνυμη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Δώρα Κουτσογιάννη
1999

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook