Την είδε η φίλη μου η Τζένη κάτω από ένα αυτοκίνητο όταν είχαμε πάει να ρωτήσουμε για κουφώματα εκεί κοντά. Την πλησίασε, την χάιδεψε και την πήρε αγκαλιά. Δεν αντιστάθηκε, δεν φοβήθηκε. Μόλις έκανα να την χαϊδέψω εγώ σοκαρίστηκα. Έπιασα κόκαλα. Όντας μακρύτριχη στο χρώμα του πάγου έκρυβε την κατάστασή της σαν ξεπεσμένη αριστοκράτισσα που φοράει χαχόλικα ρούχα για να κρύψει την πείνα της. Όμως ήταν φιλική. Το βραχνό κουρασμένο της νιαούρισμα είχε ακόμα ψήγματα φιληδονίας ίσως από μια καλύτερη ζωή, μακρινή πια.

Δεν μπορώ να ξεδώ αυτό που είδα. Βούτηξα το αυτοκίνητό μου, πετάχτηκα στο κοντινό pet shop και πήρα τρεις Hill’s a/d για αρχή. Έφαγε μισή με όρεξη και επέστρεψε κάτω από το αυτοκίνητο. 80 γραμμάρια, σκέφτηκα. Όχι κι άσχημα, το πλασματάκι θα παλέψει. Θα σου φέρνω Hill’s κάθε μέρα καλή μου, μέχρι να επιστρέψουν οι κτηνίατροι από τις διακοπές τους, να κάνεις εξετάσεις και να δούμε πού θα βρεθείς. Πάντως δεν θα βγάλεις τον χειμώνα στο δρόμο, αυτό στο υπόσχομαι.

Τηλέφωνο στον κτηνίατρό μου. Περιγραφή εικόνας. Αποπαρασίτωση μέσα-έξω, καλή τροφή και βιταμίνες. Μιλμπεμάξ για τρεις μέρες συνεχόμενα και αμπούλα για τους ψύλλους που την είχαν καταφάει. Ρωτώντας τριγύρω έμαθα λίγα πράγματα για κείνη. Συνηθίζει να αράζει κάτω από το πρώτο παρκαρισμένο αυτοκίνητο δίπλα στην είσοδο του φυλασσόμενου 24ωρου πάρκινγκ και να κάνει παρέα στον παρκαδόρο όλη νύχτα. Ανθρωποκεντρική, σκέφτομαι. Κάποτε πρέπει να είχε σπίτι. Αγάπη μου, θα ξαναέχεις. Αν δεν έχεις λοιμώδες νόσημα, το δικό μου σπίτι και 5 αδελφάκια. Αν έχεις, … βλέπουμε.

Το παρκαρισμένο Πούντο στη θέση της φεύγει. Της πάω την 147 μου για στέγαστρο σκεφτόμενος ότι θα κοιμάμαι πιο ήσυχος τα βράδια ξέροντας ότι δεν θα κινδυνεύσει από άγαρμπο ξεπαρκάρισμα ενώ θα κοιμάται. Εγώ έχω άδεια μέχρι το Σεπτέμβριο, το ίδιο και η 147 μου η οποία επίσης αγαπάει τις γατούλες. Έχει μόνιμα γατοτροφή στο πορτ-μπαγκάζ της και συχνά σημάδια από πατουσάκια πάνω της, αλλά ποτέ γρατσουνιές. Οι μέρες περνούν, τρώει όλο και περισσότερο και αρχίζει να πλένεται μετά το φαγητό. Καλό σημάδι. Αρχίζει να κάνει κοιλίτσα, το πρώτο βήμα στην ανάκαμψη. Όταν της κάνω ψιψί βγαίνει τρέχοντας και νιαουρίζει με ανυπομονησία για την Hill’s της. Ενίοτε τρώει και ξηρά τροφή, από αυτή που βάζω για τα άλλα αδεσποτάκια της γειτονιάς.

Σήμερα το πρωί ξεκίνησα να πάω σε μια δουλειά με το αυτοκίνητο. Πήρα τη χθεσινή μισοφαγωμένη Hill’s για να την βγάλω κάτω από την 147 εύκολα. Πλησιάζω, κάνω ψιψί αλλά δεν είναι εκεί. Βγαίνει ο παρκαδόρος και μου λέει να μην την ψάχνω. Τσακώθηκε με ένα άλλο γατί, έφαγε μια δαγκωνιά στην κοιλιά και πέθανε μέσα σε ένα λεπτό. Την έχει μαζέψει. Του ζητάω να την δω. Την χαϊδεύω για τελευταία φορά και φεύγω να κάνω τις δουλειές μου με δάκρυα στα μάτια.

Απόψε στο σπίτι είμαστε εφτά αντί για έξι όπως πάντα. Είναι κι εκείνη μαζί μας, μια μικρή φωτεινή σιλουέτα στο χρώμα του πάγου στην άκρη του ματιού. Οι υποσχέσεις πρέπει να τηρούνται. Έστω μόνο για μια μέρα, αφού την περιμένει ο επόμενος κόσμος όπου της υποσχέθηκα ότι θα την ψάξω για να την δω σε όλη την μεγαλοπρέπεια που της αρμόζει, και δεν πρέπει να την κρατάω σε αυτόν. Τα ζώα, έχοντας τηρήσει το συμβόλαιό τους με τον Θεό/Φύση/Σύμπαν πάνε στον παράδεισο. Εγώ προσπαθώ να κερδίσω τουλάχιστον το δικαίωμα να επισκέπτομαι. Έχω πολύ δρόμο ακόμα.

Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος που θα μου πει, θεωρώντας το δίχως άλλο πως μου κάνει “καλό”, πώς αυτή είναι η μοίρα των εκατομμυρίων ανώνυμων αδέσποτων σκυλιών και γατιών που ζουν και πεθαίνουν στους δρόμους της χώρας μας και πως δεν έφταιξα εγώ γι’ αυτό. Όμως η συγκεκριμένη δεν ήταν ανώνυμη. ΕΙΧΕ όνομα, έστω και μόνο για δύο εβδομάδες: Μπιάνκα

 

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος