Την έλεγαν Ανθή. Όχι πως είχε ποτέ κάποια ιδιαίτερη σημασία. Το όνομά της ήταν πάντα κάτι σαν πρωτόκολλο κι όχι σαν σημείο αναφοράς. Έπρεπε κάπως να βαφτιστεί, μα θα ορκιζόταν πως και να μην είχε βαφτιστεί δεν θα το καταλάβαινε κανένας.

Ακόμα και κείμενο να γινόταν κάποτε, σε κάποιο διαδικτυακό περιοδικό, θα έβαζε άλλο όνομα. Ίσως επειδή και η ίδια πια, είχε γίνει όλα εκείνα που οι άλλοι της προσδίδαν σαν ταυτότητα.

Την έλεγαν Ανθή, μα για τους γονείς της ήταν “το μωρό”.
-Έφαγε το μωρο;
-Διάβασε το μωρό;
-Κλαίει το μωρό;

Πάντα ακόμα και 30 χρονών γαϊδάρα για εκείνους ήταν “το μωρό”. Κι ενώ όλο αυτό ακούγεται εξαιρετικά γλυκό, το μωρό έτρεχε σε κάθε δυσκολία να κρυφτεί στην μαμά. Γιατί ήταν μωρό. Και μόνη της , δύσκολα θα επιβίωνε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να βεντουζώνει σε κάθε φιλική σχέση αρχικά και ερωτική αργότερα. Έγινε δυαδική μόνο και μόνο επειδή ήταν “μωρό”και ήθελε κάποιον γονιό να την προσέχει.

Στο σχολείο η Ανθή δεν ήταν η Ανθή. Για τους δασκάλους ήταν η αδερφή της φασαριόζας προ τριετίας μαθήτριας τους και άρα στοχοποιημένη απο το πρώτο της λεπτό. Μόλις η διευθύντρια άκουσε το επίθετο, ήταν το πρώτο πράγμα που ρώτησε. “Έχεις αδέρφια κι αν ναι το όνομα τους”. Για μεγάλο διάστημα σε μικρή ηλικία πίστεψε πως στον σχολικό χώρο το όνομα της ήταν “Κάτσε κάτω”. Για την φίλη της ήταν η κολλητή. Όταν την σύστηνε έλεγε “από εδώ η κολλητή μου”.
Δεν την πείραζε όμως. Κάποιοι τίτλοι ήταν τιμητικοί. Μπορεί σταδιακά να έχανε την υπόστασή της σαν αυτόφωτο πρόσωπο αλλά αποκτούσε τιμητικές πλακέτες.

Το πρώτο της αγόρι την φώναζε “κεφτεδάκι”. Δεν άκουσε ποτέ το όνομά της. “Σε αγαπώ κεφτεδάκι” της είπε κι εκείνη κλώτσησε μέσα της. Δεν κατάλαβε γιατί. Κάτι την χάλαγε αλλά δεν ήξερε τι. Κι έτσι το “κεφτεδάκι” μπήκε άρον άρον σε πιτούλα κι έγινε κεμπάπ να τον κάψει.

Την έλεγαν Ανθή αλλά έγινε η γυναίκα του Άρη. Και μαζί με γυναίκα του Άρη , έγινε και “η καλύτερη μαγείρισσα”, “η καλύτερη νοικοκυρά”, “η καλύτερη νοσοκόμα στο 37,2 του Άρη”.

Στην δουλειά της έγινε απλά ένα νούμερο πωλήσεων. Αυτό όμως δεν της κλώτσησε. Όλοι ήταν ένα νούμερο.
“Ο κωδικός 104 έφερε πωλήσεις 5000 ευρώ μηνιαίος. Είσαστε ο πιο αδύναμος κρίκος. Λυπάμαι πολύ”

Η Ανθή μεγαλώνοντας είχε πάρα πολλές ταυτότητες. Ήταν εργαζόμενη, νοικοκυρά, παιδί, σύζυγος, φίλη, κουμπάρα, θεία, αδερφή. Της άρεσε που ήταν όλα αυτά αλλά ήθελε να είναι και η Ανθή. Ήταν άνθρωπος που της άρεσε να γράφει και να διαβάζει άρλεκιν, να ακούει Παπακωνσταντίνου και να χτυπιέται, να βλέπει θρίλερ και να τρώει σαβούρες και ήθελε που και που να μην είναι τίποτα από όλα τα υπόλοιπα. Να είναι μόνο ένας λευκός καμβάς και να ζωγραφίσει με την ψυχή της τον πίνακα. Αλλά δεν γινόταν κάτι τέτοιο. Έπρεπε καθόλη την διάρκεια της ημέρας να “ενεργοποιεί” κάποια ιδιότητα, για να βοηθήσει και να προσφέρει.

Κάτι δε, που της την έδινε στα νεύρα πιο πολύ από όλα ήταν όταν ήταν έγκυος. Ω ναι! Εκεί λίγο οι ορμόνες, λίγο τα βιώματα στο τσακ ήταν να εκραγεί. Η κυρία του κυρίου περίμενε παιδί, το μωρό θα κάνει μωρό, θα γίνει θεία, θα γίνει νονά! Εντάξει τώρα που το σκέφτομαι μπορεί οι ορμόνες να ήταν λίγο παραπάνω υπεύθυνες για εκείνο το κόκκινο αλαρμ που αναβόσβηνε πάνω από το κεφάλι της κι όχι τα βιώματα, αλλά αυτό δεν εξαφάνιζε το πρόβλημα. Όταν γέννησε έβαζε μόνη της τίτλους στον εαυτό της. “Δεν με λένε Ανθή εμένα. Πιπίλα με λένε. Ζόμπι Πάντως Ανθή δεν με λένε”

Κι έτσι κύλησε ο καιρός και πέρασαν οι μήνες. Μια μέρα λοιπόν που ο κύριος της κυρίας είχε αγκαλιά το μωρό του μωρού, γυρίζει ο μικρός ανοίγει τις χερούκλες του και αναφωνεί “μαμά ΜΟΥ”. Αυτό ήταν. Κάθε προηγούμενη ταυτότητα, χαρακτηρισμός, ιδιότητα εξαφανίστηκε δια παντώς.

Από κει και ύστερα η Ανθή αυτοσυστηνόταν κάπως έτσι. “Καλημέρα. Ανθή λέγομαι και είμαι η μαμά ΤΟΥ Κωστάκη”.

Κι ήρθε πολύ αργότερα ο καιρός που έγραψε σε ένα διαδικτυακό περιοδικό – και τι περιοδικό ε; το καλύτερο – Αλλά έγραψε με άλλα ονόματα για να μην καρφωθεί.
Βρήκε το όνομα της, τον εαυτό της, και δεν την ένοιαζε που πια συνοδευόταν και με ένα ακόμα και μια ιδιότητα που έτσι κι αλλιώς περιέκλειε και όλες τις άλλες. Αυτή είναι η ιστορία της Ανθής και του Κωστάκη και οποιαδήποτε ομοιότητα με ανθρώπους και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Άλλωστε ποιός νορμάλ άνθρωπος θα έκανε τέτοιες σκέψεις;

Εμένα με λένε Άννα και είμαι η μαμά του Αντώνη. Εσείς πως λέγεστε;